Διαβατήριο «ισχυρής βιωσιμότητας» εκδίδει για το ελληνικό δημόσιο χρέος, σε μεσοπρόθεσμο τουλάχιστον ορίζοντα, η Τράπεζα της Ελλάδος, επισημαίνοντας πάντως τρεις κινδύνους που είναι δυνατόν να αλλάξουν τα μακροοικονομικά δεδομένα.
Αυτοί σχετίζονται με πιθανή αύξηση των επιτοκίων δανεισμού, με αρνητική επίδραση από το διεθνές περιβάλλον στους αναπτυξιακούς ρυθμούς της ελληνικής οικονομίας αλλά και τυχόν αστοχίες στη δημοσιονομική συμμόρφωση υπό το πρίσμα ότι η Ελλάδα έχει δεσμευθεί για υψηλά πλεονάσματα έως το 2060.

Οικονομία-ανάπτυξη

Οι συγκεκριμένες αναφορές συμπεριλαμβάνονται, σύμφωνα με πληροφορίες, στην Ενδιάμεση Εκθεση Νομισματικής Πολιτικής της ΤτΕ που δίνει αύριο στη δημοσιότητα ο κ. Ι. Στουρνάρας και στην οποία περιέχεται ανάλυση βιωσιμότητας βάσει και των αποφάσεων του Eurogroup της 21ης Ιουνίου. Θα πρέπει να τονιστεί πως παρά την πολεμική που έχει αναπτύξει η κυβέρνηση κατά του κ. Στουρνάρα, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος απαντά «θεσμικά» και «τεχνοκρατικά» καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι το χρέος είναι βιώσιμο.
Πάντως στην Εκθεση υπεραμύνεται της άποψής του πως η προληπτική πιστωτική γραμμή θα ήταν πολύ καλύτερη λύση σε σχέση με το «μαξιλάρι ρευστότητας», καθώς αφενός θα μείωνε το κόστος χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομία και αφετέρου δεν θα επιβάρυνε το χρέος. Οσον αφορά την πορεία της ελληνικής οικονομίας μέσα στην επόμενη διετία στην Εκθεση προβλέπεται ότι το τρέχον έτος ο ρυθμός ανάπτυξης θα διαμορφωθεί στο 2% και το 2019 θα φθάσει στο 2,3%.
Πιο αναλυτικά, στην ανάλυση βιωσιμότητας της ΤτΕ το χρέος χαρακτηρίζεται «ισχυρά βιώσιμο» σε βραχυπρόθεσμο και μεσοπρόθεσμο ορίζοντα ως την περίοδο 2032 – 2035, αρκεί η Ελλάδα να τηρήσει τις δεσμεύσεις της στο δημοσιονομικό και στο μεταρρυθμιστικό πεδίο.
Μάλιστα, η έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το χρέος θα παραμείνει σε τροχιά βιωσιμότητας και σε μακροχρόνιο ορίζοντα με το σκεπτικό ότι οι εταίροι μας μείνουν πιστοί στις δεσμεύσεις τους για μετά το 2032, όπως αυτές περιγράφονται στην απόφαση του Eurogroup της 21ης Ιουνίου.
Να υπενθυμίσουμε ότι στην απόφαση σημειώνεται πως θα επανεξεταστεί στο τέλος της περιόδου χάριτος (2032) αν απαιτούνται επιπλέον μέτρα για το χρέος, συμπεριλαμβανομένης και της ενεργοποίησης ενός μηχανισμού έκτακτης ανάγκης.

Οι «επισφάλειες»

Πάντως στην ανάλυση βιωσιμότητας της ΤτΕ περιέχονται και τρεις «επισφάλειες» που μπορεί να θέσουν εν αμφιβόλω τη βιωσιμότητα του χρέους.
l Ο πρώτος σχετίζεται με την πορεία των επιτοκίων δανεισμού και την ενδεχόμενη αύξησή τους καθώς, όπως τονίζεται, εισερχόμαστε σε μια περίοδο σφιχτής νομισματικής πολιτικής εκ μέρους των κεντρικών τραπεζών. Να σημειωθεί ότι στο βασικό σενάριο της ανάλυσης το επιτόκιο οριοθετείται στο 4,9% (στο 5,1% υπολογίζεται στην ανάλυση βιωσιμότητας της Κομισιόν).
l Ο δεύτερος έχει να κάνει με τους προβλεπόμενους ρυθμούς ανάπτυξης των επόμενων χρόνων και τις πιθανές επιπτώσεις από τον διεθνή περίγυρο εξαιτίας και του εμπορικού πολέμου που επιδιώκουν οι ΗΠΑ.
l Ο τρίτος αφορά τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για τουλάχιστον 42 χρόνια (3,5% του ΑΕΠ έως το 2022 και 2,2% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο στη συνέχεια και μέχρι το 2060). Στην ανάλυση σημειώνεται ότι είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθεί αυτός ο στόχος γιατί, με εξαίρεση τις πετρελαιοπαραγωγικές χώρες, δεν έχει καταγραφεί περίπτωση χώρας η οποία να έχει κατορθώσει να επιτύχει υψηλά πλεονάσματα για τόσο μεγάλη χρονική διάρκεια.

Η προληπτική πιστωτική γραμμή και το «μαξιλάρι ασφαλείας»

Στην Ενδιάμεση Εκθεση Νομισματικής Πολιτικής περιέχεται και ένα «crash test» μεταξύ της προληπτικής πιστωτικής γραμμής και του «μαξιλαριού ασφαλείας» (cash buffer) των 24,1 δισ. ευρώ, με τον κ. Στουρνάρα να επιμένει ότι η πρότασή του για προληπτική γραμμή έχει πολλά πλεονεκτήματα. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι για να χτιστεί το «μαξιλάρι ασφαλείας» είχαμε πρόσθετο δανεισμό από τους εταίρους, γεγονός που αυξάνει το χρέος. Αντίθετα, με την προληπτική πιστωτική γραμμή τα κεφάλαια θα ήταν διαθέσιμα στον ESM χωρίς επιβάρυνση του χρέους και άμεσα θα είχαμε υποχώρηση των επιτοκίων δανεισμού και γενικότερα μείωση του κόστους χρηματοδότησης της οικονομίας.

Χωρίς την προληπτική γραμμή, η Ελλάδα χάνει το waiver (κατ’ εξαίρεση αποδοχή των ελληνικών τίτλων ως ενέχυρο από την ΕΚΤ), αν και όπως προστίθεται η ΤτΕ θα διεκδικήσει τη διατήρησή του. Εξάλλου στην Εκθεση επιχειρείται μια συνολική αποτίμηση και των τριών προγραμμάτων, η οποία καταλήγει στα ακόλουθα βασικά συμπεράσματα:
l Από το 2010 έως σήμερα περιορίστηκαν σε πολύ μεγάλο βαθμό τα δίδυμα ελλείμματα (δημοσιονομικό και ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών) και βελτιώθηκε η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
l Παρέμειναν ως βαριά κληρονομιά το μεγάλο δημόσιο χρέος, ο όγκος των μη εξυπηρετούμενων δανείων και η υψηλή ανεργία.
Τέλος, εκτιμάται ότι εφέτος οι τράπεζες θα πιάσουν τους στόχους που έχουν τεθεί για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ