Ενώ περίπου 8,2 τρισ. δολάρια, σύμφωνα με την τελευταία έρευνα της Boston Consulting Group (BCG), βρίσκονται… κρυμμένα στα μεγαλύτερα offshore κέντρα του κόσμου, τα ελληνικών συμφερόντων «υπεράκτια» κεφάλαια, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις κορυφαίων στελεχών των τμημάτων διαχείρισης πλούτου, εκτιμάται ότι προσεγγίζουν σήμερα τα 160 δισ. ευρώ. Ο offshore πλούτος του κόσμου αυξήθηκε, σύμφωνα με την έρευνα της BCG, κατά 6% (στα 8,2 τρισ. δολάρια) το τελευταίο δωδεκάμηνο, κινούμενος –εξαιτίας και του αυστηρότερου ρυθμιστικού πλαισίου –με ρυθμό μικρότερο της αύξησης (+12%) του παγκόσμιου ιδιωτικού πλούτου, ο οποίος έφθασε τα 201,9 τρισ. δολάρια αντιπροσωπεύοντας δυόμισι φορές περίπου το συνδυασμένο παγκόσμιο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ).
Σύμφωνα με έρευνα του Gabriel Zucman, επίκουρου καθηγητή στο Berkeley, που επεξεργάστηκε στοιχεία της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS), ο offshore πλούτος των Ελλήνων κυμαινόταν στo 37% του ΑΕΠ, την ώρα που ο μέσος όρος στον κόσμο βρισκόταν στο 10%. Yψηλότερα από την Ελλάδα συναντάμε χώρες όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (πάνω από 73% του ΑΕΠ), η Βενεζουέλα (65%), η Σαουδική Αραβία (55%), η Ρωσία (45% του ΑΕΠ), ενώ Αργεντινή και Ελλάδα ακολουθούσαν με «υπεράκτιο» πλούτο στην περιοχή του 37% του ΑΕΠ.
Αύξηση κεφαλαίων
Στην Ελβετία, η οποία παραμένει η ηγέτιδα δύναμη στον κόσμο των offshore, εκτιμάται ότι βρήκε καταφύγιο το μεγαλύτερο μέρος των ελληνικών συμφερόντων κεφαλαίων (συμπεριλαμβανομένου και μέρους των εφοπλιστικών κεφαλαίων) που είναι τοποθετημένα στο εξωτερικό. Πριν από την παγκόσμια κρίση του 2008, σύμφωνα με εκτιμήσεις κορυφαίων στελεχών ειδικών τμημάτων διαχείρισης πλούτου, τα «υπεράκτια» ελληνικά κεφάλαια ξεπερνούσαν τα 100 δισ. ευρώ, ενώ το τέλος της διεθνούς κρίσης οδήγησε σε αύξηση των κεφαλαίων αυτών καθώς η ανάκαμψη των αξιών υπερκάλυψε τις αρχικές απώλειες.

Εφυγαν από τη χώρα

Η ελληνική κρίση οδήγησε επίσης σε νέες εκροές είτε ιδιωτικών κεφαλαίων πλούσιων Ελλήνων είτε ακόμη και εταιρικών κεφαλαίων, καθώς αρκετές επιχειρήσεις θέλησαν να προφυλαχθούν από τα capital controls. Εκτιμάται ότι περίπου 60 δισ. ευρώ έφυγαν σταδιακά από τη χώρα από την αρχή της κρίσης και κυρίως σε περιόδους που ο φόβος για επιστροφή της δραχμής κορυφωνόταν. Στην αγορά «ψιθυρίζεται» ότι μόνο σε δύο ελβετικές τράπεζες έχουν βρει καταφύγιο περισσότερα από 60 δισ. ευρώ ελληνικών συμφερόντων κεφάλαια, ενώ, όπως εκτιμούν κορυφαία στελέχη του ελληνικού private banking που διαχειρίζεται σήμερα περί τα 7-8 δισ. ευρώ κεφάλαια ευκατάστατων Ελλήνων που «ξέμειναν» στη χώρα, αν δεν αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη και δεν δημιουργηθούν ευνοϊκές συνθήκες για το ελληνικό επιχειρείν, είναι μάλλον απίθανο να δούμε επιστροφή ελληνικών κεφαλαίων από το εξωτερικό.
Είναι χαρακτηριστικό πως ενώ στην Ελλάδα οι αξίες κατέρρευσαν καθώς χάθηκαν περί τα 570 δισ. δολάρια κατά τη 10ετή κρίση, αφού με βάση τους υπολογισμούς του Ινστιτούτου Μελετών της ελβετικής τράπεζας Credit Suisse η αξία των ελληνικών περιουσιακών στοιχείων κινητών και ακινήτων από τα 1,57 τρισ. δολάρια το 2007 υποχώρησε στην περιοχή του 1 τρισ. δολαρίων το 2017, η έλλειψη εμπιστοσύνης κάνει τους έλληνες επιχειρηματίες να απέχουν, με αποτέλεσμα ούτε σημαντικές επενδύσεις να γίνονται στη χώρα ούτε φυσικά και λεφτά να γυρίζουν από το εξωτερικό.
Είναι ενδεικτικό ότι οι επενδύσεις σήμερα αποτελούν μόλις το 30% της περιόδου 2001-2009, με αποτέλεσμα το επενδυτικό κενό να ξεπερνά τα 100 δισ. ευρώ. Από την άλλη πλευρά, η υπερφορολόγηση έχει περιορίσει τη μεσαία τάξη που σε μεγάλο βαθμό έχει καταποντιστεί, την ώρα που 500.000 νέοι κυρίως επιστήμονες εγκατέλειψαν τη χώρα, ενώ όπως εκτιμάται, καθώς ο πληθυσμός του brain drain ωριμάζει και εξελίσσεται, όσοι επιτυγχάνουν στις νέες τους πατρίδες δεν πρόκειται να επιστρέψουν στη χώρα. Σήμερα γίνονται κατά βάση κάποιες επενδύσεις στις αγορές ακινήτων και στον τουρισμό, αλλά όπως λέγεται τα περισσότερα κεφάλαια προέρχονται από το εξωτερικό και αφορούν κυρίως επενδύσεις με βραχυχρόνιο ορίζοντα, που παίρνουν το ρίσκο με σκοπό την απόκτηση ταχύτερων υπεραξιών αφού οι αξίες έχουν καταρρεύσει. Χωρίς μια επενδυτική έκρηξη και με εγχώρια κεφάλαια, όμως, η οικονομία θα συνεχίσει να ταλαιπωρείται με αναιμικούς ρυθμούς ανάπτυξης, ανίκανους να κλείσουν σε εύλογο διάστημα τις μεγάλες πληγές της κρίσης.

Σύγκρουση παλαιού και νέου κόσμου

Από τη δεκαετία του 1960, τότε που υπήρχαν μόλις 12 υπεράκτιοι προορισμοί, η παγκόσμια βιομηχανία του «offshore πλούτου» έχει επεκταθεί δραματικά. Το 2018 αναλυτές της αγοράς εκτιμούν πως υπάρχουν πάνω από 100 προορισμοί υπεράκτιων κεφαλαίων, οι οποίοι λειτουργούν και ως συγκοινωνούντα δοχεία μέσω δικτύων που υποβοηθούν στις ροές χρήματος.

Στην αγορά λέγεται ότι μπορεί να εστιάζουμε σήμερα στους εμπορικούς πολέμους, ωστόσο το υψηλό κόστος του παγκόσμιου φορολογικού ανταγωνισμού καθιστά τα δίκτυα των φορολογικών παραδείσων σημαντικά για τους πλούσιους και ισχυρούς του κόσμου αυτού.
Εξάλλου αν, π.χ., η «μαύρη λίστα» της ΕΕ κινούνταν σε πραγματικό πλαίσιο, θα έπρεπε να συμπεριλάβει όλα τα γνωστά «offshore κέντρα» και όχι μόνο κάποιους περιφερειακούς προορισμούς.

Μετατόπιση

Αν και η Ελβετία παραμένει η ηγέτιδα δύναμη του «offshore πλούτου» με 2,3 δισ. δολ., εκτιμάται ότι τα επόμενα χρόνια θα νιώσει την ανάσα του Χονγκ Κονγκ (1,1 τρισ. δολ. σήμερα) και της Σιγκαπούρης (0,9 τρισ. δολ. σήμερα), καθώς ευνοούνται από τη μετατόπιση κεφαλαίων και την άνθηση του πλούτου στην Ασία, σημειώνοντας την τελευταία πενταετία μέσο ρυθμό αύξησης 15% και 10% αντίστοιχα, τρεις φορές μεγαλύτερη
αύξηση σε σχέση με την Ελβετία (3%).
Την τελευταία πενταετία εξάλλου Χονγκ Κονγκ και Σιγκαπούρη προσέλκυσαν το μεγαλύτερο μέρος από 800 δισ. νέων κεφαλαίων που εισέρευσαν στον κόσμο των «φορολογικών παραδείσων».
Καθώς το ρυθμιστικό πλαίσιο για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής έχει καταστεί αυστηρότερο τα τελευταία χρόνια πιέζοντας κυρίως τους επενδυτές του αποκαλούμενου «παλαιού» κόσμου, ώστε να επαναπατριστούν ορισμένα από τα κεφάλαιά τους, παρατηρήθηκαν σημαντικές ροές κεφαλαίων σε πιο «διαφανείς επενδυτικούς οδούς», οι οποίες όμως αντισταθμίστηκαν από νέα κεφάλαια που έψαχναν ευκαιρίες σε «offshore κέντρα» της Ασίας.
Σε γενικές γραμμές παρατηρείται μετατόπιση του υπεράκτιου πλούτου από τις ανεπτυγμένες οικονομίες – τον αποκαλούμενο «παλαιό» κόσμο – προς τις αναπτυσσόμενες / αναδυόμενες οικονομίες, δηλαδή προς τον αποκαλούμενο «νέο» κόσμο, από τον οποίο εξάλλου προέρχεται σήμερα το 65% του υπεράκτιου πλούτου έναντι 55% που ήταν πριν από μόλις μία πενταετία.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ