από metereologos.gr
Δευτέρα 23 Ιουλίου 2018
 
 

Τα πέντε αυτονόητα της οικονομίας

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

ΕΠΕΙΔΗ έχουν ακουσθεί απόψεις, διαψευδόμενες και μη, που σχετίζονται με «φορολογικές ελαφρύνσεις», «τιμαριθμική προσαρμογή της φορολογικής κλίμακας» ή ακόμη με την ανάγκη της παρουσίας ενός κράτους με «κοινωνικό πρόσωπο» κ.ο.κ. είναι ανάγκη να επαναλάβουμε ορισμένα αυτονόητα πράγματα.

Πρώτον, είναι αδιανόητο ­ και ασυγχώρητο όταν διατυπώνονται από ανθρώπους της οικονομικής ακαδημίας ­ και να σκεπτόμεθα ακόμη ότι η Ελλάδα μπορεί να επιβιώσει οικονομικώς, και άλλως, έξω από τα ευρωπαϊκά δρώμενα. Το οικονομικό μέγεθος, ο μεγάλος βαθμός εξαρτήσεώς της από το εξωτερικό εμπόριο, και μάλιστα από το δυτικοευρωπαϊκό, είναι αποτρεπτικά μιας τέτοιας σκέψεως.

Δεύτερον, με δεδομένη την ανωτέρω αναγκαστική επιλογή οφείλουμε να προσαρμόσουμε τα οικονομικά μας δεδομένα προς τις «αποφασισθείσες» προϋποθέσεις που θεωρήθηκαν αναγκαίες για την ομαλή και αποτελεσματική λειτουργία της ενιαίας αγοράς με ενιαίο νόμισμα. Να υποτάξουμε με άλλα λόγια την οικονομική μας πολιτική στην οικονομική λογική των κριτηρίων της Συνθήκης του Μάαστριχτ.

Τρίτον, η οικονομική λογική των κριτηρίων του Μάαστριχτ δεν αποτελεί κάτι το καινοφανές στη θεωρία ή στην οικονομική πρακτική. Η οικονομική θεωρία διδάσκει και η οικονομική πρακτική πείθει ότι και ο πληθωρισμός και τα χρονίζοντα και μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα και βάρη και οι ατέλειες λειτουργίας των αγορών συνιστούν νοσηρές καταστάσεις. Διότι κατά ποικίλους τρόπους και διά ποικίλων διόδων παρεμποδίζουν την οικονομική πρόοδο και ευημερία της κοινωνίας. Επομένως αν πράγματι η ελληνική κοινωνία επιθυμεί, είναι στις προτεραιότητές της η άνοδος του βιοτικού επιπέδου, η δημιουργία προϋποθέσεων υπάρξεως ενός υγιούς και διατηρήσιμου κοινωνικού κράτους, θα όφειλε να είχε προ πολλού εφαρμόσει οικονομική πολιτική σύμφωνη με τη λογική των κριτηρίων του Μάαστριχτ. Αυτό θα είχε συσσωρεύσει πλούτο και ισχυρές οικονομικές βάσεις για περαιτέρω οικονομική πρόοδο, αντί της συντελεσθείσης καταναλώσεως «μελλοντικού πλούτου», και απεμπολήσεως οικονομικής ευημερίας (διαφεύγουσα ανάπτυξη).

Τέταρτον, η θαυματοποιία στο οικονομικό γίγνεσθαι δεν έχει εμπορικό αντίκρισμα. Η αναβλητικότητα την οποία παράγει η έλλειψη θάρρους και αποφασιστικότητας (και γνώσεως;) να αντιμετωπισθούν τα οικονομικά προβλήματα απλώς μεγεθύνει και διευρύνει τα αδιέξοδα. Η οικονομία είναι άκρως εκδικητική. Δεν συγχωρεί. Δεν διακρίνεται για την ευδιαλαξία της. Η ανορθόδοξη προσπάθεια καταπολεμήσεως του πληθωρισμού μέσω της συναλλαγματικής πολιτικής, η αναγωγή ενός επικουρικού και προσωρινής μόνον εμβέλειας μέσου σε κύριο μέσο αντιπληθωριστικής πολιτικής έχει εμφανέστατα πλέον αποκαλύψει τα αποτελέσματά της. Η πτώση του πληθωρισμού προσκόπτει πλέον στη γρανιτώδη αντίσταση του κόστους παραγωγής και των ατελειών λειτουργίας των αγορών. Η δραματική μείωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της εγχώριας παραγωγής έχει υποσκάψει την ανθεκτικότητα του εγχώριου παραγωγικού μηχανισμού. Το διογκωμένο και πιθανώς διευρυνόμενο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών εξελίσσεται ταχύτατα σε μεγάλη αποσταθεροποιητική απειλή. Ευρισκόμεθα πλέον «ενώπιοι ενωπίοις». Η οικονομία απαιτεί να της αποδοθούν ό,τι αχρεωστήτως υποχρεώθηκε να δώσει. Και έχει θέσει προθεσμίες πλέον. Ολοι εμείς οι οφειλέτες, κοινωνικοί εταίροι, αυτοπροσδιοριζόμενες προνομιούχες κατηγορίες μισθωτών του δημόσιου τομέα, απλοί πολίτες, και πρωτίστως η κυβέρνηση, οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν έχουμε ακόμη υποστεί καμία απολύτως θυσία εν ονόματι του Μάαστριχτ. Αντιθέτως, έχουμε θυσιάσει μακροπρόθεσμα πραγματικά συμφέροντα διά να αποφύγουμε προσωρινώς την ανάληψη των δήθεν θυσιών: που δεν είναι τίποτε άλλο από μέτρα που χωρίς να μειώνουν το τρέχον βιοτικό επίπεδο, θεμελιώνουν μελλοντική ευημερία.

Πέμπτον, ο μακρόχρονος εθισμός των οργανωμένων συμφερόντων να διεκδικούν και να επιτυγχάνουν εξασφάλιση προνομιακής μεταχειρίσεως, διαβιώσεως σε οάσεις, αποκομμένοι και αδιάφοροι για τα συμβαίνοντα στο ερημικό περιβάλλον, αποτελεί ακόμη σημαντικό εμπόδιο εκσυγχρονισμού των δομών της οικονομίας. Η κυβέρνηση εν ονόματι των μακροπρόθεσμων συμφερόντων της χώρας έχει χρέος ­ νομίζουμε δε, και πολιτικό συμφέρον, πλέον ­ να περιορίσει στον μέγιστο δυνατό βαθμό τα όρια δημοκρατικής ελαστικότητας, στην περίπτωση που οι διάφορες κοινωνικές δυνάμεις αδυνατούν να κατανοήσουν, ότι δεν υπάρχουν πλέον βαθμοί ελευθερίας στην αντιμετώπιση του οικονομικού προβλήματος και των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον μονόδρομο που χαράζει ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός της οικονομίας.

Ο κ. Παναγιώτης Γ. Παυλόπουλος είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.



Οικονομία περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (0)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.