Τη σουηδική συνταγή κατά των απειλών της παγκοσμιοποίησης και του λαϊκισμού που αυτές εξάπτουν ανέλυσε προ ημερών σε συνέντευξη που έδωσε στη Στοκχόλμη η υπουργός Οικονομικών της χώρας Μαγκνταλένα Αντερσον. Πρόκειται για μια συνταγή αντίθετη από αυτήν που θέλει να εφαρμόσει στις ΗΠΑ ο Ντόναλντ Τραμπ, με άλλα λόγια αντίθετη προς την κρατούσα οικονομική ορθοδοξία. Δηλαδή περισσότεροι φόροι, αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου, κοινωνική προστασία, ισχυρά εργατικά συνδικάτα αλλά και ευελιξία για τις επιχειρήσεις.
Πρόκειται για την περίφημη σκανδιναβική οικονομική και κοινωνική συνταγή, η οποία κατά παράδοξο και πάντως ακατανόητο για τους οπαδούς του οικονομικού φιλελευθερισμού τρόπο έχει φέρει τις χώρες που την εφαρμόζουν στις κορυφαίες θέσεις της παγκόσμιας κατάταξης των οικονομιών σε ό,τι αφορά την ανταγωνιστικότητα, τις άμεσες ξένες επενδύσεις και τις εξαγωγές. «Οι υψηλοί φόροι αποτελούν την απάντηση στις απειλές της παγκοσμιοποίησης. Και η αναδιανομή του εισοδήματος αποτελεί το κλειδί της οικονομικής επιτυχίας» υποστηρίζει η Μαγκνταλένα Αντερσον.
Η ηλικίας 50 ετών σοσιαλδημοκράτισσα οικονομολόγος από το 2014 που ανέλαβε το υπουργείο Οικονομικών της Σουηδίας κατάφερε με την ανορθόδοξη αυτή συνταγή να πετύχει την εκτίναξη των ρυθμών ανάπτυξης της χώρας της πάνω από το 4%, να μετατρέψει τα δημοσιονομικά ελλείμματα σε πλεονάσματα και να περιορίσει την ανεργία στο 6,8% (τον περασμένο Μάρτιο) από 7,7% που ήταν τον Μάρτιο του 2016. «Τρία είναι τα κλειδιά της επιτυχίας: η εξασφάλιση θέσεων εργασίας, η ενδυνάμωση του κράτους πρόνοιας και η προσπάθεια αναδιανομής του εισοδήματος» σημειώνει η Αντερσον.
Στα τρία κλειδιά της επιτυχίας η σπουδαγμένη στο Χάρβαρντ υπουργός προσθέτει δύο κοινωνικές αξίες που είναι αδιαπραγμάτευτες στη χώρα της και συμβάλλουν στην ευρωστία της οικονομίας και στην ευημερία των πολιτών, ενώ ταυτόχρονα λειτουργούν ως ασπίδα και ακυρώνουν εν τη γενέσει της κάθε λαϊκίστικη ρητορική: «Η παροχή υψηλής ποιότητας υγειονομικής προστασίας και εκπαίδευσης σε όλους τους πολίτες, ανεξάρτητα από τα εισοδήματά τους, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη λειτουργία του σουηδικού οικονομικού και κοινωνικού μοντέλου».
Πού πάνε τα λεφτά
Οι συγκρίσεις είναι καταλυτικές. Τα φορολογικά έσοδα στη Σουηδία αντιστοιχούν στο 43% του ΑΕΠ, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά παγκοσμίως σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ –αρκεί να σημειωθεί ότι το αντίστοιχο ποσοστό στις ΗΠΑ είναι 26%. Παρά ταύτα ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης στη σκανδιναβική χώρα είναι υπερδιπλάσιος από τον αμερικανικό (1,6%). Επιπλέον, η Σουηδία, ενώ δεν έχει τη χαμηλότερη ανεργία στην ΕΕ (η Γερμανία έχει ρίξει το ποσοστό της κάτω από το 4%), έχει το μεγαλύτερο ποσοστό ενεργού πληθυσμού (το αναλογικά πολυπληθέστερο εργατικό δυναμικό δηλαδή). Και αυτό χάρη στη χρηματοδοτούμενη από τα φορολογικά έσοδα οικονομική και κοινωνική στήριξη των γονέων (επιδόματα, φθηνοί παιδικοί σταθμοί, ολοήμερα σχολεία), ώστε να έχουν αμφότεροι τη δυνατότητα να εργαστούν.

«Οι φόροι είναι υψηλοί, αλλά σημασία έχει πού πάνε τα λεφτά»
σημειώνει η σουηδή υπουργός. Ταυτόχρονα η σουηδική Σοσιαλδημοκρατία προσεγγίζει με «πραγματιστικό» τρόπο τον καπιταλισμό. Η κυβέρνηση, για παράδειγμα, δεν σπεύδει να διασώζει επιχειρήσεις. Τις αφήνει να χρεοκοπήσουν, φροντίζοντας όμως να εξασφαλίζει το επίπεδο ζωής των ανέργων και να βελτιώνει τις δεξιότητές τους μέσω επιμορφωτικών προγραμμάτων.

«Στη Σουηδία δεχόμαστε τις κοινωνικές αλλαγές. Ευνοούμε τη δημιουργία υγιών επιχειρήσεων και δεν εμποδίζουμε το κλείσιμο των προβληματικών. Αλλά φροντίζουμε να δημιουργήσουμε ασφαλείς γέφυρες για τη μετάβαση των εργαζομένων από τον έναν εργοδότη στον άλλο. Πρόκειται για μια διαδικασία-ανάχωμα στον λαϊκισμό»
εξηγεί η Μαγκνταλένα Αντερσον.

Αμφισβητίες του μοντέλου
Ασφαλώς υπάρχουν και οι αμφισβητίες του σοσιαλδημοκρατικού σουηδικού μοντέλου. Πρώτος αμφισβητίας είναι ο σουηδικός επιχειρηματικός κόσμος –παρά το ότι η ελκυστικότητα των σουηδικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές είναι ακλόνητη, οι επιχειρηματίες λογικό είναι να ζητούν υψηλότερα μπόνους και οι μέτοχοι υψηλότερα μερίσματα.
Δεύτερος αμφισβητίας είναι η κεντροδεξιά αντιπολίτευση, η οποία μάλιστα έχει προειδοποιήσει την Αντερσον ότι θα καταθέσει εναντίον της πρόταση δυσπιστίας στο Κοινοβούλιο αν βάλει έστω και τον παραμικρό φόρο.
Η κεντροδεξιά αντιπολίτευση προειδοποιεί για επανάληψη της κρίσης των αρχών του 1990, όταν οι φόροι στη Σουηδία είχαν ξεπεράσει το 50% του ΑΕΠ. Το 1992 ο συντηρητικός πολιτικός Καρλ Μπιλντ κέρδισε τις εκλογές διακόπτοντας τη μακρόχρονη πολιτική κυριαρχία των Σοσιαλδημοκρατών για να μειώσει τους φόρους και τις δημόσιες δαπάνες κατά το νεοφιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο που κατακτούσε τότε τον κόσμο.
Τα χρόνια εκείνα ωστόσο η ανεργία στη Σουηδία εκτινάχθηκε από το μεταπολεμικά χαμηλότερο ποσοστό (1,30% το 1989) στο υψηλότερο (10,5% το 1997).
«Τρελές» φοροαπαλλαγές για data centers και βαριά βιομηχανία

Η υψηλή φορολόγηση φυσικών και νομικών προσώπων είναι απαραίτητη για τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση της Στοκχόλμης προκειμένου να ασκεί την αναδιανεμητική της πολιτική. Δεν συνιστά όμως και εμμονή για τη Μαγκνταλένα Αντερσον, η οποία προσφάτως δεν δίστασε να θεσπίσει έναν συμβολικό φόρο κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας από τα κέντρα δεδομένων (data centers) που λειτουργούν ή πρόκειται να δημιουργηθούν στη Σουηδία.

Συγκεκριμένα, με απόφαση της υπουργού Οικονομικών ο φόρος στην ηλεκτρική ενέργεια μειώθηκε από τον Ιανουάριο του 2017 κατά… 97% για τα κέντρα δεδομένων των ιντερνετικών εταιρειών. Και αυτό για να διατηρήσει η χώρα την ανταγωνιστικότητά της στον κλάδο αυτόν έναντι των γειτόνων της, κυρίως των Νορβηγών. Ετσι, το Facebook, το Twitter ή η Amazon είδαν τη δαπάνη που καταβάλλουν για την ψύξη των data centers τους που είναι μεγαλύτερα από 0,5 MW στη Σουηδία να μειώνεται κατά περίπου 40%. Πρόκειται για μια πρόταση της Αντερσον που χρονολογείται από το 2015 και άργησε να εφαρμοστεί όχι μόνο επειδή αντίκειται στη σοσιαλδημοκρατική λογική της υψηλής φορολόγησης αλλά και λόγω της υψηλής περιβαλλοντικής ευθύνης που έχουν ανεξαιρέτως οι Σουηδοί και η οποία υπαγορεύει τη φορολόγηση όσων επιβαρύνουν με ρύπους το περιβάλλον. Περισσότερο από το 65% της ενέργειας στη Σουηδία παράγεται από ανανεώσιμες πηγές. Αλλά η φροντίδα για εξοικονόμηση ενέργειας είναι διαρκής και γενικευμένη.

Ο κλάδος των κέντρων δεδομένων έχει αποκτήσει μεγάλο οικονομικό ενδιαφέρον τα τελευταία χρόνια για τη Σουηδία. Γι’ αυτό ο φόρος στην κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος που χρησιμοποιούν τα κέντρα αυτά για να ψύχονται οι τεράστιες κεντρικές μονάδες (servers) τους μειώθηκε από τα 0,02 ως 0,03 δολάρια στα… 0,0006 δολάρια ανά κιλοβατώρα. Τα data centers εντάσσονται πλέον στο ίδιο ευνοϊκό τιμολόγιο που απολαμβάνουν και άλλοι εξαγωγικοί κλάδοι στη Σουηδία, όπως η βιομηχανία χάλυβα και η αυτοκινητοβιομηχανία, προκειμένου να διατηρήσουν την ανταγωνιστικότητά τους. Το ψυχρό κλίμα της Σουηδίας και τα πυκνά της δάση επέτρεψαν στη χώρα να βασίσει για αιώνες ολόκληρους την οικονομία της στην εκμετάλλευση των πρώτων υλών, στη μεταλλουργία, στην παραγωγή χάρτου και χαρτοπολτού. Κατά τη σύγχρονη, ψηφιακή εποχή, οι κλιματικές αυτές ιδιαιτερότητες έχουν καταστήσει τη χώρα μια από τις ιδανικότερες για τη φιλοξενία κέντρων στέγασης γιγαντιαίων ηλεκτρονικών υπολογιστών που συνδέονται με υψηλές ταχύτητες με το Διαδίκτυο. Σύμφωνα με την Boston Consulting Group, το 2015 τα data centers συνεισέφεραν 6,2 δισ. κορόνες (642 εκατ. ευρώ) στη σουηδική οικονομία. Με τη μείωση της φορολόγησης η κυβέρνηση της Στοκχόλμης προσδοκά να ανεβάσει τη συνεισφορά τους στα 25 δισ. κορόνες (2,9 δισ. ευρώ) ως το 2025. Και να δημιουργήσει 14.000 νέες θέσεις εργασίας.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ