Στρατηγικός κακοπληρωτής είναι μία στις έξι επιχειρήσεις με μη εξυπηρετούμενες οφειλές προς το τραπεζικό σύστημα, σύμφωνα με μελέτη που διενεργήθηκε για λογαριασμό της Τράπεζας της Ελλάδος. Σε αυτήν αναλύεται η συμπεριφορά 13.070 εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, με συνολικό τραπεζικό δανεισμό 56,8 δισ. ευρώ στο τέλος του 2015. Από το παραπάνω «άνοιγμα» τα εταιρικά δάνεια με καθυστέρηση άνω των τριών μηνών ανέρχονται σε 18,7 δισ. ευρώ (στοιχεία Δεκέμβριος 2015) αντιπροσωπεύοντας το 32,88% του συνόλου των χορηγήσεων του δείγματος, όσο περίπου δηλαδή είναι κι ο δείκτης NPL στην επιχειρηματική πίστη.
Οι ερευνητές, χρησιμοποιώντας την εσωτερική πιστοληπτική αξιολόγηση των τραπεζών που χορήγησαν τα δάνεια, κατατάσσουν τους πελάτες που δεν πληρώνουν τις υποχρεώσεις τους σε αυτούς που όντως έχουν πρόβλημα επιβίωσης και σε όσους έχουν επιλέξει να μην το κάνουν, παρά την οικονομική τους ευρωστία. Παράλληλα εξετάζεται η συμπεριφορά των οφειλετών σε σχέση με το μέγεθος, τα χρόνια λειτουργίας, τη ρευστότητα, την κερδοφορία και την αξία των ενεχύρων που έχουν δοθεί.


Οι «ύποπτοι»

Στη μελέτη αποδεικνύεται ότι οι περιπτώσεις στρατηγικής χρεοκοπίας από τον επιχειρηματικό κόσμο αυξάνονται όσο:
1) Πιο μεγάλο είναι το χρέος της επιχείρησης.
2) Πιο έντονη είναι η οικονομική αβεβαιότητα.
3) Πιο μικρή είναι η αξία των εγγυήσεων.
Για τον διαχωρισμό στρατηγικών κακοπληρωτών και μη τα πιο σημαντικά κριτήρια, σύμφωνα με την ίδια μελέτη, είναι οι δείκτες κερδοφορίας της και η αξία των ενεχύρων που έχουν εκχωρηθεί στην τράπεζα. Στην ίδια έρευνα αποδεικνύεται ότι η σχέση του ρίσκου μιας επιχείρησης να επιλέξει να σταματήσει τις αποπληρωμές των δανείων της, παρότι έχει τη δυνατότητα αυτή, με το μέγεθος και την ηλικία της αποτυπώνεται σχηματικά σε ένα ανάποδο «U».
Συγκεκριμένα οι πιθανότητες για στρατηγικό «κανόνι» αυξάνονται:
–Στις μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις έναντι των μικρών και των μεγάλων.
–Σε εταιρείες που λειτουργούν 55-75 χρόνια παρά σε αυτές που ξεκίνησαν πιο πρόσφατα τη λειτουργία τους ή στις παλαιότερες.


Οι στόχοι των τραπεζών

Τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (ΜΕΑ) τους ως το 2019 στα 67 δισ. ευρώ από 108 δισ. ευρώ σήμερα προβλέπουν τα σχέδια που κατέθεσαν στα τέλη Ιουνίου στην Τράπεζα της Ελλάδος οι τέσσερις συστημικοί όμιλοι. Μέσα στα επόμενα δυόμισι χρόνια το εγχώριο τραπεζικό σύστημα θα πρέπει, βάσει των στόχων που τέθηκαν, να έχει απαλλαγεί από προβληματικά στοιχεία ενεργητικού της τάξεως των 41 δισ. ευρώ.
Σύμφωνα με τον νέο στρατηγικό σχεδιασμό που έχουν εγκρίνει οι εποπτικές αρχές για κάθε τράπεζα χωριστά, οι περισσότερες «κόκκινες» χορηγήσεις θα αναδιαρθρωθούν / ρυθμιστούν με στόχο να καταστούν ξανά ενήμερες. Ενα μεγάλο ποσό, ωστόσο, που μπορεί να φτάσει και τα 13 δισ. ευρώ, θα προσπαθήσουν να ανακτήσουν οι τράπεζες με επιθετικές κινήσεις, που περιλαμβάνουν πώληση δανείων σε τρίτους αλλά και ρευστοποίηση των εξασφαλίσεων που διακρατούν.

HeliosPlus