Με τα μάτια στραμμένα στη συνεδρίαση της Πέμπτης της ΕΚΤ στη Βιέννη βρίσκονται οι αγορές καθώς αναμένεται να συζητηθεί και το θέμα της επαναφοράς της «φθηνής» χρηματοδότησης (waiver) για τις ελληνικές τράπεζες, αν και, όπως εκτιμάται, ο πρόεδρός της Μάριο Ντράγκι δεν πρόκειται να αποφασίσει την άμεση επαναφορά του waiver αν προηγουμένως δεν έχουν φύγει από το τραπέζι οι εκκρεμότητες της πρώτης αξιολόγησης.
Αν κλείσουν τα «ανοιχτά μέτωπα», τότε, όπως εκτιμάται, στη Βιέννη θα αποφασιστεί η επαναφορά του waiver. Σε διαφορετική περίπτωση ίσως υπάρξει ένας οδικός χάρτης ανάλογα με την πορεία των διαπραγματεύσεων.
Από την άλλη πλευρά, τη θετική εισήγηση των θεσμών αναμένει και η Ομάδα Εργασίας του Εurogroup (EWG) προκειμένου να διαπιστώσει αν έχουν εκπληρωθεί τα προαπαιτούμενα ώστε να ολοκληρωθεί σε τεχνικό επίπεδο η αξιολόγηση και να ξεκινήσει η διαδικασία εκταμίευσης της δόσης των 7,5 δισ. ευρώ μέσα στο δεύτερο 15ήμερο του Ιουνίου.
Ανεξάρτητα πάντως από τη χρονική απόφαση της επαναφοράς του waiver, δηλαδή είτε την Πέμπτη είτε τις επόμενες ημέρες, τα οφέλη για τις ελληνικές τράπεζες θα είναι σημαντικά τόσο στο μέτωπο της ρευστότητας όσο και στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης όσον αφορά τη συμμετοχή τους στη διεθνή αγορά χρήματος και κεφαλαίου.
Η επανένταξη των ελληνικών κρατικών τίτλων στις αποδεκτές από το Ευρωσύστημα εξασφαλίσεις από τον Ιούνιο θα οδηγήσει σε μείωση του κόστους χρηματοδότησης των ελληνικών τραπεζών (ο συνολικός αντίκτυπος υπολογίζεται στα 5 δισ. ευρώ).
Αναλυτές εκτιμούν ότι η επαναφορά του waiver θα αποκαταστήσει τις φυσιολογικές λειτουργίες ρευστότητας για τις ελληνικές τράπεζες επιτρέποντάς τους να εγκαταλείψουν τον δανεισμό μέσω ELA.
Επιπλέον εκτιμάται ότι θα μπορούσαν να αποκτήσουν πρόσβαση στη μακροπρόθεσμη ρευστότητα της ΕΚΤ συμμετέχοντας στο πρώτο κύμα του TLTRO 2. Οι ελληνικές τράπεζες θα μπορούσαν να δανειστούν συνολικά 39 δισ. ευρώ μέσω του παλιού και του νέου προγράμματος, κάτι που αφήνει περιθώριο για νέα κεφάλαια ύψους 27 δισ. ευρώ.
Ο οικονομολόγος Gyorgy Kovacs και ο στρατηγικός αναλυτής Lefteris Farmakis της ελβετικής τράπεζα UBS σε σημείωμά τους σχετικά με τις εξελίξεις στην Ελλάδα εκτιμούν ότι το δεύτερο εξάμηνο δεν θα είναι αρκετό για να αναστρέψει την ύφεση της ελληνικής οικονομίας, η οποία αναμένεται να διαμορφωθεί στο -0,9% το 2016.
Αν πάντως το πρόγραμμα παραμείνει σε καλό δρόμο και μειωθούν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές, η μερική αποκατάσταση της εμπιστοσύνης θα μπορούσε να βελτιώσει τις προϋποθέσεις ουσιαστικής χαλάρωσης των capital controls.
Παράλληλα για να επιτευχθεί τελικά η ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) της Ευρωτράπεζας θα πρέπει να υπάρξει πρόοδος στις σχετικές συζητήσεις για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους καθώς η ΕΚΤ απαιτεί μια εικόνα σχετικά με τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Πάντως, σύμφωνα με τη UBS, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι το ΔΝΤ θα συμμετάσχει ουσιαστικά στο ελληνικό πρόγραμμα καθώς στην ανάλυση της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους έχει χρησιμοποιήσει χαλαρότερους στόχους σε σχέση με τους Ευρωπαίους (πρωτογενές πλεόνασμα 1,5% του ΑΕΠ και ανάπτυξη 1,3%). Ετσι θα πρέπει να δούμε αν τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους που προβλέπονται από το Eurogroup θα είναι αρκετά για να δεχθεί το Ταμείο να συμμετέχει και πάλι στο ελληνικό πρόγραμμα.
Πάντως, όπως εκτιμάται ευρέως από την αγορά, αν και αποτελεί θετική εξέλιξη ότι το χρέος μπήκε στην ατζέντα του Eurogroup, το χρονοδιάγραμμα και το ύψος της ελάφρυνσης παραμένουν ασαφή. Αυτό που επείγει όμως είναι η δέσμευση για συγκεκριμένα και ποσοτικοποιημένα μέτρα ελάφρυνσης ώστε να αρθεί η αβεβαιότητα ως προς τη βιωσιμότητα του χρέους.
Το ΔΝΤ για να συμμετάσχει στο πρόγραμμα με χρηματοδότηση φέρεται μάλιστα να επιθυμεί ουσιαστική δέσμευση καθώς τα ασαφή (και περιορισμένα) μέτρα των Ευρωπαίων δεν αρκούν για να καταστήσουν βιώσιμο το ελληνικό χρέος.

Αμετάβλητα διατήρησε η ΕΚΤ τα επιτόκια

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) αποφάσισε σήμερα να διατηρήσει, όπως αναμενόταν, τα κυριότερα επιτόκια αναφοράς του ευρώ αμετάβλητα στα ιστορικά χαμηλά επίπεδά τους.

Η απόφαση να παραμείνουν αμετάβλητα τα επιτόκια ήταν κάτι που ανέμεναν και οι 65 αναλυτές που συμμετείχαν σε έρευνα του Reuters.

Συγκεκριμένα το επιτόκιο για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης παρέμεινε αμετάβλητο στο 0,00%, το επιτόκιο διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης στο 0,25% και το επιτόκιο διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων στο -0,40%. Παράλληλα, η κεντρική τράπεζα ανακοίνωσε ότι θα ξεκινήσει την αγορά ομολόγων του επιχειρηματικού τομέα στις 8 Ιουνίου.

Το ενδιαφέρον πλέον στρέφεται στη συνέντευξη Τύπου που θα παραχωρήσει στις 15:30 ώρα Ελλάδος ο Πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι.

HeliosPlus