από metereologos.gr
Παρασκευή 17 Αυγούστου 2018
 
 

Πνίγει τις βιομηχανίες το μονοπώλιο φυσικού αερίου

Οι καταναλωτές πληρώνουν ακριβά για να μην πειραχθούν τα κέρδη του ομίλου ΔΕΠΑ
Πνίγει τις βιομηχανίες το μονοπώλιο φυσικού αερίου
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

Τα τελευταία χρόνια, παρά την κρίση, οι εταιρείες του ομίλου ΔΕΠΑ που απαρτίζουν την αλυσίδα προμήθειας, μεταφοράς και διανομής του φυσικού αερίου εμφανίζουν υψηλή κερδοφορία έναντι υπέρογκων ζημιών των πελατών τους: περίπου 30-40 επιχειρήσεων εντάσεως ενέργειας, μεταξύ των οποίων είναι χαλυβουργίες, βιομηχανίες αλουμινίου, τσιμέντα, υαλουργίες κ.ά.

Η βαριά βιομηχανία της Ελλάδας πληρώνει ως και 30% παραπάνω το φυσικό αέριο σε σχέση με τους ευρωπαίους ανταγωνιστές της. Αυτό προκύπτει γιατί η Ελλάδα έχει υπογράψει ακριβότερα συμβόλαια προμήθειας απ' ό,τι άλλα κράτη της Ευρώπης, αλλά και γιατί τα τέλη μεταφοράς και διανομής μαζί με τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης αντιπροσωπεύουν το 40% του συνολικού κόστους!

Στην τελική τιμή των 33 ευρώ ανά ΜWh του φυσικού αερίου, τα 20 ευρώ αφορούν την προμήθεια (ΔΕΠΑ), τα 3 ευρώ τη μεταφορά (ΔΕΣΦΑ), τα 4 ευρώ τη διανομή (τρεις εταιρείες παροχής αερίου) και τα 6 ευρώ φόρους και τέλη, πλην ΦΠΑ. Ουσιαστικά 13 ευρώ στα 33 ευρώ (ποσοστό 39,4%) αφορά αμοιβές των θυγατρικών της ΔΕΠΑ και τον ΕΦΚ που είναι σχεδόν δεκαπλάσιος σε σχέση με την κοινοτική νομοθεσία.

Τα ακριβά αυτά τιμολόγια φυσικού αερίου - το ίδιο ισχύει και στα τιμολόγια του ηλεκτρικού ρεύματος - σε συνδυασμό με τη μεγάλη μείωση της ζήτησης σε όλους τους τομείς της οικονομίας οδήγησαν τις βιομηχανίες στην καταγραφή αλλεπάλληλων ζημιογόνων χρήσεων, σε απολύσεις, σε εκ περιτροπή λειτουργία και σε αρκετές περιπτώσεις σε «λουκέτα» (το χαλυβουργείο στον Ασπρόπυργο, η μονάδα χαρτιού της ΒΙΣ κ.ά.).

Πρόσφατα κατέφθασαν στα λογιστήρια των βιομηχανιών τα πρώτα τιμολόγια που έχουν ενσωματώσει την αύξηση του τέλους διανομής από 0,8 ευρώ σε 4 ευρώ τη MWh. Αυτό προβλεπόταν από το τρίτο Μνημόνιο που ψηφίστηκε τον περασμένο Αύγουστο ως αντιστάθμισμα στους μετόχους των τριών ΕΠΑ (51% ελέγχει η ΔΕΠΑ) για την απώλεια του μονοπωλιακού δικαιώματος που είχαν διασφαλίσει οι εταιρείες με νόμο για 30 χρόνια.

Εγγυημένο έσοδο
Τώρα ο ΔΕΣΦΑ, η θυγατρική της ΔΕΠΑ που έχει την ευθύνη της μεταφοράς του καυσίμου και συντηρεί τους αγωγούς, ετοιμάζει εισήγηση προς τη Ρυθμιστική Αγορά Ενέργειας (ΡΑΕ) με την οποία ζητεί αυξήσεις ως και 30% στα τέλη μεταφοράς.

Εγκλωβισμένη η ΡΑΕ δύσκολα θα αρνηθεί την αύξηση, καθώς το ρυθμιζόμενο τιμολόγιο του ΔΕΣΦΑ καθορίζεται από συγκεκριμένη μεθοδολογία υπολογισμού: υπάρχει ετήσιο εγγυημένο έσοδο που προκύπτει από το πηλίκο του αριθμητή (απόσβεση επενδύσεων, λειτουργικά κόστη και απόδοση κεφαλαίων) και του παρονομαστή (κατανάλωση).

Επειδή η κατανάλωση του καυσίμου έχει μειωθεί 25% την τελευταία τριετία και 40% σωρρευτικά από το 2010 και παράλληλα ο φορέας της ΔΕΠΑ δεν θέλει να πειράξει τα μεγέθη του αριθμητή -ουσιαστικά, να μην πάρει κανένα ρίσκο -, το μόνο που κάνει είναι να αυξάνει τις τιμές, ώστε και μέσα από τη μειωμένη κατανάλωση να προκύψει πάλι το ίδιο εγγυημένο ετήσιο έσοδο.

Οταν δηλαδή έξω, στην πραγματική οικονομία τα «λουκέτα» διαδέχονται το ένα το άλλο, οι εναπομείνασες βιομηχανίες καλούνται να πληρώσουν περισσότερο ώστε να καλυφθεί το κενό και να μην πειραχθούν τα μεγέθη της ΔΕΠΑ, ώσπου βεβαίως να έρθει και η δική τους ώρα να κατεβάσουν διακόπτες.

Πρόκειται όμως για φαύλο κύκλο, αφού ακριβώς η πολιτική των ακριβών τιμολογίων έχει ωθήσει πολλές βιομηχανίες σε κατάρρευση. Τα «λουκέτα» και η συρρίκνωση των γραμμών παραγωγής αντικατοπτρίζονται στην αποτελεσματικότητα του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης. Ο στόχος από την είσπραξη ΕΦΚ το 2014 ήταν 240 εκατ. ευρώ (από βιομηχανία, ηλεκτροπαραγωγή και άλλες χρήσεις) και τελικά στα δημόσια ταμεία εισέρρευσαν 150 εκατ. ευρώ.

Οι αυξήσεις στα τιμολόγια του ΔΕΣΦΑ είναι δύσκολο να αποσοβηθούν, καθώς έχει μπει στην τελική ευθεία η ιδιωτικοποίηση του 66% της εταιρείας. Το 49% θα περάσει στη αζερική Socar και για το υπόλοιπο 17% ήδη έχουν κατατεθεί στο ΤΑΙΠΕΔ προτάσεις από ξένα και ελληνικά σχήματα.

Οι επενδυτές αυτοί προσέρχονται λόγω του χαμηλού ρίσκου της επένδυσης που εξασφαλίζει η παραπάνω πρακτική τιμολόγησης.

Η βιομηχανία όμως έχει φθάσει στα όριά της και όπως τονίζουν αρκετοί επιχειρηματίες πλέον είναι μονόδρομος η προσφυγή στη Δικαιοσύνη ώστε να αποτραπούν οι επικείμενες αυξήσεις.





ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
Οικονομία περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (1)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.
     
    Και εγω θαθελα μια τέτοια "επένδυση" | 08/11/2015 18:30
    Μόνο αρρωστημένα βουλευτικά ή δημοσιο-υπαλληλικά μυαλά μπορεί να είχαν εφεύρει συνταγή που για μερικά εκατομμύρια "ιδιωτικοποίησης" κρατικού μονοπωλίου θα παρέδιδαν στην καταστροφή εκατοντάδες πραγματικές ιδιωτικές εταιρείες με χιλιάδες εργαζόμενους. Αυτό δεν είναι επένδυση ή ιδιωτικοποίηση είναι αυτοκτονία της Ελληνικής οικονομίας. Όπως βλέπουμε η σοσιαλμανία δεν έχει λήξει ακόμα...
    Παναγιώτης Γεωργίου Δράκος
    απάντηση21
     
-