«Μόνο η συνεπής εφαρμογή όσων αλλαγών θεσμοθετήθηκαν με το τρίτο μνημόνιο, παράλληλα με μέτρα που επισπεύδουν την ανάκαμψη και ένα ευρύτερο πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων θα μας οδηγήσει στην έξοδο από την κρίση» σημειώνει ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιώργος Προβόπουλος στην ενδιάμεση έκθεση για τη νομισματική πολιτική.

Ο ίδιος τονίζει «αν όμως υπάρξουν καθυστερήσεις, η ανάκαμψη απομακρύνεται και οι επιπτώσεις αυτή τη φορά θα είναι πολύ βαρύτερες». Η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει συρρίκνωση του ΑΕΠ με ρυθμό ελαφρά ανώτερο του 6% το 2012 και της τάξεως του 4%-4,5% το 2013 ενώ εκτιμά ότι η ανάκαμψη θα αρχίσει το 2014. Πάνω από το 26% αναμένεται η ανεργία το 2013 και το 2014.

Η έκθεση υποβλήθηκε σήμερα στον Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων και το Υπουργικό Συμβούλιο και αναφέρει τα εξής:


1. Ενα νέο ξεκίνημα είναι τώρα δυνατό
Μετά από σοβαρές καθυστερήσεις και αβεβαιότητες, η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα μπροστά σε νέες συνθήκες που υπό προϋποθέσεις δίνουν νέα προοπτική στην οικονομία. Τους προηγούμενους μήνες μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδος καθυστέρησε τις αναγκαίες ενέργειες που είχαν ήδη δρομολογηθεί, αύξησε την αβεβαιότητα και αναζωπύρωσε τις εικασίες για έξοδο της Ελλάδας από τη ζώνη του ευρώ. Η κυβέρνηση συνεργασίας που προέκυψε από τις εκλογές επωμίστηκε το καθήκον να ανατρέψει αυτό το δυσμενές κλίμα και να επαναφέρει το πρόγραμμα προσαρμογής σε κανονική τροχιά.
Πρώτο ουσιαστικό βήμα ήταν ο Νόμος 4093 που ψηφίστηκε από τη Βουλή στις 7 Νοεμβρίου, με τον οποίο υλοποιούνται δεσμεύσεις που προκύπτουν από το Μνημόνιο του Φεβρουαρίου 2012 (Ν. 4046/2012), οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις έπρεπε να έχουν ήδη εφαρμοστεί, καθώς και νέα μέτρα που περιλαμβάνονται στο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής (ΜΠΔΣ) 2013-2016. Παράλληλα, ο Προϋπολογισμός του 2013, που ψηφίστηκε στις 11 Νοεμβρίου, ενσωματώνει ένα μεγάλο μέρος των δημοσιονομικών ρυθμίσεων που αφορούν το σύνολο της περιόδου 2013-2016.
Έτσι υλοποιήθηκαν τα προαπαιτούμενα της δανειακής σύμβασης και δόθηκε σαφές μήνυμα ότι η ελληνική πλευρά τηρεί τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτήν. Αυτό αναγνωρίστηκε ρητά από το Eurogroup στις 20 Νοεμβρίου και στη συνέχεια στις 26-27 Νοεμβρίου, όταν τέθηκαν σε κίνηση οι διαδικασίες για την εκταμίευση 34,4 δισεκ. ευρώ έως τα μέσα Δεκεμβρίου εφέτος και άλλων 9,3 δισεκ. ευρώ το α΄ τρίμηνο του 2013 και αποφασίστηκε η ελάφρυνση του χρέους, με σειρά μέτρων και παρεμβάσεων, ώστε αυτό να μειωθεί στο 175% το 2016, στο 124% το 2020 και αισθητά κάτω του 110% το 2022.
Οι εξελίξεις αυτές είναι θετικές και δημιουργούν βάσιμες προσδοκίες ότι η ελληνική οικονομία θα μπορούσε να ανακάμψει ίσως και συντομότερα απ’ ό,τι προβλέπεται σήμερα. Για να συμβεί αυτό, απαιτείται συνεπής εφαρμογή όσων θεσμοθετήθηκαν, παράλληλα με μέτρα που επισπεύδουν την ανάκαμψη και ένα ευρύτερο πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Αν όμως υπάρξουν καθυστερήσεις, η ανάκαμψη απομακρύνεται και οι επιπτώσεις αυτή τη φορά θα είναι πολύ βαρύτερες.


2. Το διεθνές περιβάλλον
Το διεθνές οικονομικό περιβάλλον είναι σήμερα δυσμενές. Ο ρυθμός ανόδου του παγκόσμιου ΑΕΠ εμφανίζει επιβράδυνση το 2012. Το ΑΕΠ της ζώνης του ευρώ εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά 0,4% εφέτος, ενώ για το 2013 προβλέπεται πολύ περιορισμένη επιτάχυνση του ρυθμού του παγκόσμιου ΑΕΠ και οριακή ανάκαμψη στη ζώνη του ευρώ.

Η αυξημένη αβεβαιότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η προοπτική μιας απότομης δημοσιονομικής προσαρμογής στις ΗΠΑ και ο υποχωρών δυναμισμός των αναδυόμενων οικονομιών δεν συνιστούν βεβαίως τις ιδανικότερες συνθήκες για την αύξηση της εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας –η προσπάθεια πρέπει όμως να συνεχιστεί με ένταση που, ακριβώς λόγω των δυσχερειών, πρέπει να είναι αυξημένη.

Υπάρχουν όμως και θετικά στοιχεία: Τα τελευταία δυόμισι χρόνια συμπληρώνεται σταδιακά το θεσμικό οικοδόμημα της ΕΕ και της ζώνης του ευρώ, ενώ η ενιαία νομισματική πολιτική και οι παρεμβάσεις του Ευρωσυστήματος αμβλύνουν τις δυσμενείς επιπτώσεις της κρίσης στις οικονομίες της ζώνης του ευρώ.
Από τις αλλαγές που συντελούνται στην ΕΕ επισημαίνεται ιδιαίτερα αυτή που αφορά τη δημιουργία τραπεζικής ένωσης, που θα περιλαμβάνει ενιαία ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία και ενιαίο πλαίσιο αφενός εγγύησης καταθέσεων και αφετέρου εξυγίανσης τραπεζών.

Οι εν εξελίξει αλλαγές στην Ευρωπαϊκή Ένωση επιτάσσουν την ενεργό συμμετοχή της Ελλάδος. Στο νέο πλαίσιο λειτουργίας που θα δημιουργηθεί στην ΕΕ θα ενταχθούν και αποφάσεις που θα αφορούν την Ελλάδα και την οριστική αντιμετώπιση των προβλημάτων που ανέδειξε η κρίση. Πρέπει επομένως η Ελλάδα να είναι ενεργά παρούσα στις ευρωπαϊκές διαδικασίες ως ισότιμος εταίρος, συμμετέχοντας στη διαμόρφωση αποφάσεων που θα καθορίσουν και το δικό μας μέλλον.

3. Οι μακροοικονομικές εξελίξεις

Στην Ελλάδα, οι μακροοικονομικές εξελίξεις των τελευταίων ετών ήταν ιδιαίτερα δυσμενείς και συνέβαλαν, σε μεγάλο βαθμό, στις αποκλίσεις από τους στόχους του προγράμματος προσαρμογής και στις απαισιόδοξες προβλέψεις για την πορεία του χρέους. Το 2011 κορυφώθηκε η ύφεση με το ρυθμό μείωσης του ΑΕΠ να φθάνει το 7,1%, αφού είχαν προηγηθεί μειώσεις 4,9% το 2010, 3,1% το 2009 και 0,2% το 2008. Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά, με βάση εύλογες υποθέσεις για την πορεία εφαρμογής του προγράμματος, ότι το ΑΕΠ θα μειωθεί με ρυθμό ελαφρά ανώτερο του 6% το 2012 και της τάξεως του 4%-4,5% το 2013, ενώ η ανάκαμψη θα αρχίσει στη διάρκεια του 2014.

Επομένως, η σωρευτική μείωση του ΑΕΠ φθάνει το 20% στην πενταετία 2008-2012 και μπορεί να προσεγγίσει το 24% στην εξαετία 2008-2013. Παράλληλα, η σωρευτική μείωση της συνολικής και της μισθωτής απασχόλησης στην τετραετία 2009-2012 υπερβαίνει το 16% και το 17,5% αντίστοιχα, ενώ το ποσοστό ανεργίας παρουσιάζει εκρηκτική άνοδο: από 7,6% το 2008 στο 17,7% το 2011 και ελαφρά άνω του 23,5% το 2012 (κατά μέσο όρο έτους), ενώ εκτιμάται ότι μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω και να υπερβεί το 26% το 2013 και το 2014.

Ύφεση αυτής της έντασης και διάρκειας είναι ιστορικά πρωτοφανής για την ελληνική οικονομία σε καιρό ειρήνης και έχει σημαντικές επιπτώσεις όχι μόνο στα εισοδήματα αλλά και στο παραγωγικό δυναμικό και την κοινωνική συνοχή, καθώς η έλλειψη επενδύσεων και η παρατεταμένη ανεργία συντελούν στην απαξίωση του υλικού και του ανθρώπινου κεφαλαίου.

Η ύφεση επηρεάζει αρνητικά τη δημοσιονομική προσαρμογή, μειώνοντας τα δημόσια έσοδα και αυξάνοντας τις κοινωνικές δαπάνες, οδηγεί σε συρρίκνωση της καταθετικής βάσης των τραπεζών και άρα των δυνατοτήτων τους να παρέχουν χρηματοδότηση, ενώ δημιουργεί αρνητικό κλίμα για την αποδοχή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων από την κοινωνία και τελικά επιβαρύνει το λόγο χρέους/ΑΕΠ.

4. Οι αιτίες της ύφεσης
Κύριες αιτίες αυτής της οξείας και παρατεταμένης ύφεσης είναι η συσταλτική δημοσιονομική πολιτική, η μεταρρυθμιστική διστακτικότητα, η αυξημένη αβεβαιότητα και η ανεπάρκεια ρευστότητας. Ειδικότερα, η μεγάλη αυτή ύφεση αντανακλά προ πάντων τη συρρίκνωση της εγχώριας ζήτησης, η οποία μέχρι το 2008 ήταν ο βασικός μοχλός της ανάπτυξης.

Ο κύριος λόγος όμως που εξηγεί το εύρος και τη μεγάλη διάρκεια της ύφεσης, που ξεπέρασαν τις προβλέψεις, είναι ότι η απολύτως αναγκαία συσταλτική δημοσιονομική πολιτική συνδυάστηκε – λόγω της έντονης αβεβαιότητας που συντηρεί η κρίση χρέους- με σοβαρή επιδείνωση των συνθηκών χρηματοδότησης και συρρίκνωση της πιστωτικής επέκτασης προς τον ιδιωτικό τομέα. Από την άλλη πλευρά, τη βαθύτερη ύφεση εξηγούν και οι καθυστερήσεις στην προώθηση και κυρίως υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες αναμενόταν –μέσω της βελτίωσης της λειτουργίας των αγορών — να ενθαρρύνουν τις επιχειρηματικές επενδύσεις και έτσι να αντισταθμίσουν εν μέρει τη συσταλτική επίδραση της δημοσιονομικής προσαρμογής.

5. Το ζήτημα της ρευστότητας
Ο περιορισμός — λόγω της κρίσης — των δυνατοτήτων του τραπεζικού συστήματος να χρηματοδοτεί τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά επέτεινε την ύφεση. Ο περιορισμός της ρευστότητας έχει όμως και πιο μακροχρόνιες επιπτώσεις, καθώς εμποδίζει τη μεταφορά πόρων προς εξωστρεφείς δραστηριότητες, η οποία είναι αναγκαία για να επιτευχθεί διατηρήσιμη ανάπτυξη.
Οι πιέσεις στη ρευστότητα του πραγματικού τομέα της οικονομίας και οι δυσχέρειες πρόσβασης σε τραπεζικό δανεισμό θα ήταν κατά πολύ εντονότερες χωρίς την προσφυγή των τραπεζών στις πράξεις νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος και τη στήριξη της Τράπεζας της Ελλάδος.

Η ευρεία στήριξη της ρευστότητας που παρασχέθηκε από την κεντρική τράπεζα συνέβαλε σε συγκράτηση του περιορισμού της τραπεζικής χρηματοδότησης προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά σε ρυθμό χαμηλότερο από εκείνον της συρρίκνωσης του ονομαστικού ΑΕΠ και βεβαίως χαμηλότερο από εκείνον της συρρίκνωσης της καταθετικής βάσης των τραπεζών. Στο μέτρο τούτο, η Τράπεζα της Ελλάδος, ως μέλος του Ευρωσυστήματος, συνέβαλε σε μετριασμό των δυσμενών επιπτώσεων της κρίσης χρέους και της δημοσιονομικής προσαρμογής στην οικονομική δραστηριότητα.

Επιπλέον, με την άσκηση ενισχυμένης εποπτείας επί των εμπορικών τραπεζών η Τράπεζα της Ελλάδος επέτυχε να διαφυλάξει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, τυχόν κλονισμός της οποίας θα οδηγούσε σε μαζικές αναλήψεις καταθέσεων και κατάρρευση της οικονομίας.
6. Η πρόοδος που έχει επιτευχθεί
Παρά τις σημαντικές αδυναμίες και τα προβλήματα που επισημαίνονται στην Έκθεση, υπήρξε τα τελευταία χρόνια πρόοδος και μάλιστα ουσιαστική. Η πρόοδος ήταν όμως ασύμμετρη, καθώς η δημοσιονομική προσαρμογή υπήρξε σχετικά ταχύτερη, ενώ οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις έχουν καθυστερήσει. Ειδικότερα:

– Η δημοσιονομική προσαρμογή των τελευταίων ετών είχε ως αποτέλεσμα τη μεγάλη μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων.
Πράγματι, το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης σε εθνικολογιστική βάση μειώθηκε από 15,6% του ΑΕΠ το 2009 σε 9,4% το 2011, ενώ περαιτέρω σημαντική μείωση (στο 6,6% του ΑΕΠ) προβλέπεται για το τρέχον έτος σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η μείωση του πρωτογενούς ελλείμματος, το οποίο από 10,5% του ΑΕΠ το 2009 περιορίστηκε σε 2,3% του ΑΕΠ το 2011 και αναμένεται εφέτος να μειωθεί περαιτέρω στο 1,2% του ΑΕΠ σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του προϋπολογισμού.
Η πρόοδος της δημοσιονομικής προσαρμογής θα ήταν ακόμη ταχύτερη εάν η οικονομία δεν βρισκόταν σε βαθιά και παρατεταμένη ύφεση. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι, εάν το ονομαστικό ΑΕΠ είχε παραμείνει στα επίπεδα του 2008, ο εκτιμώμενος λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ το 2012 θα ήταν χαμηλότερος κατά 30 εκατοστιαίες μονάδες περίπου.
– Την τριετία 2010-2012 εκτιμάται ότι έχει ανακτηθεί ένα μεγάλο μέρος (το 72%) της απώλειας της διεθνούς ανταγωνιστικότητας κόστους της εννεαετίας 2001-2009. Αυτό αποτελεί ήδη μια σημαντική θετική εξέλιξη.

Επιπλέον, εντός του 2013 εκτιμάται ότι θα έχει ανακτηθεί το 100% της απώλειας της περιόδου 2001-2009. Βεβαίως, η διατηρήσιμη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας δεν μπορεί — μετά από μια αναγκαία αρχική περίοδο «διόρθωσης»― να στηρίζεται στη μείωση των ονομαστικών αποδοχών σε συνδυασμό με μείωση ή στασιμότητα της παραγωγικότητας, καθώς οι αρνητικές επιδράσεις μιας διαρκούς μείωσης μισθών στην εγχώρια ζήτηση θα υπεραντιστάθμιζαν τις θετικές επιδράσεις στην εξωτερική ζήτηση. Επομένως, είναι απαραίτητο η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας κόστους να στηριχθεί και στην ενίσχυση της παραγωγικότητας. Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που αποσκοπούν στην αποτελεσματικότερη λειτουργία των αγορών προϊόντων και εργασίας επιδιώκεται να έχουν ακριβώς αυτό το αποτέλεσμα και θα επιτρέψουν τόσο τη διαμόρφωση του δυνητικού ρυθμού ανάπτυξης σε υψηλότερο επίπεδο (ενθαρρύνοντας, μεταξύ άλλων, τις επενδύσεις) όσο και τη βελτίωση της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας.


– Παρά τις καθυστερήσεις, η πρόοδος των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων των τελευταίων 2,5 ετών δεν είναι αμελητέα.

Στο πεδίο των δημοσιονομικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων ξεχωρίζει η αναμόρφωση του ασφαλιστικού συστήματος. Επίσης, ιδιαίτερη σημασία έχουν η εισαγωγή (από το 2010) του μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού σχεδιασμού, η δραστική βελτίωση των δημοσιονομικών στατιστικών, καθώς και η πρόσφατη θέσπιση μηχανισμού παρακολούθησης και εκτέλεσης των προϋπολογισμών όλων των υπουργείων και των φορέων της γενικής κυβέρνησης και μηχανισμού αυτόματων διορθωτικών παρεμβάσεων.

Στο πεδίο των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας έχουν γίνει ριζικές παρεμβάσεις που κυρίως αφορούν την αποκέντρωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και την εισαγωγή περισσότερο ευέλικτων ρυθμίσεων για την απασχόληση και το χρόνο εργασίας. Τέλος, στο πεδίο των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στην αγορά προϊόντων απλοποιήθηκαν αισθητά οι διαδικασίες αδειοδότησης όσον αφορά την ίδρυση και τη λειτουργία επιχειρήσεων, προχώρησε η απελευθέρωση των χερσαίων εμπορευματικών μεταφορών, έγιναν σημαντικά βήματα για το άνοιγμα «κλειστών» επαγγελμάτων και καταργήθηκε το καμποτάζ στον τομέα της κρουαζιέρας.


– Υπάρχουν ενδείξεις διορθωτικής προσαρμογής βασικών μεγεθών, η οποία αποτελεί την απαρχή της εξισορρόπησης και αναδιάρθρωσης της οικονομίας.

Συγκεκριμένα:

Πρώτον, μειώνεται το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Το έλλειμμα αυτό, αφού είχε ανέλθει στο 14,9% του ΑΕΠ το 2008, στη συνέχεια μειώθηκε σταδιακά και διαμορφώθηκε στο 9,9% του ΑΕΠ το 2011. Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι θα περιοριστεί ακόμη περισσότερο στο 4,5-4,7% περίπου το 2012 και 2013 και κάτω από 3,5% το 2014.
Το μεγαλύτερο μέρος της βελτίωσης προήλθε από τη σημαντική μείωση των εισαγωγών που προκάλεσε η πτώση των επενδύσεων και της κατανάλωσης. Ωστόσο, συνέβαλαν και οι εξαγωγές αγαθών εκτός καυσίμων, οι οποίες ήδη από τα μέσα του 2010 άρχισαν να ανακάμπτουν, αντανακλώντας την ενίσχυση της εξωτερικής ζήτησης αλλά και την προαναφερθείσα βελτίωση της ανταγωνιστικότητας κόστους.
Παράλληλα πάντως, εκτιμάται ότι η βελτίωση του εξωτερικού ισοζυγίου ενέχει και διαρθρωτικά στοιχεία, τα οποία συνδέονται αφενός με τον αναπροσανατολισμό επιχειρήσεων σε αγορές του εξωτερικού και αφετέρου με αλλαγές στα καταναλωτικά πρότυπα οι οποίες θα μπορούσαν να περιορίσουν μονιμότερα τις εισαγωγές καταναλωτικών αγαθών.
Μειώνεται έτσι η εξάρτηση από την εγχώρια ζήτηση.

Οι αλλαγές στο εξωτερικό ισοζύγιο τείνουν να ανατρέψουν μια πορεία πολλών ετών, όταν η μεταβολή της εγχώριας ζήτησης αποτελούσε τον κύριο αυξητικό παράγοντα του ΑΕΠ, ενώ η μεταβολή της εξωτερικής ζήτησης είχε αρνητική συμβολή. Από το 2008 έως και σήμερα η μεταβολή των καθαρών εξαγωγών συμβάλλει θετικά στη μεταβολή του ΑΕΠ.

Η ενίσχυση αυτής της τάσης και η διεύρυνση των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών ως ποσοστού του ΑΕΠ θα αποτελέσουν κομβικό σημείο για την μόνιμη αλλαγή του προτύπου ανάπτυξης, το οποίο στο παρελθόν στηρίχθηκε αποκλειστικά στην εγχώρια ζήτηση.


Δεύτερον,
το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος μειώνεται από το 2010, συμβάλλοντας στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας. Προηγουμένως, επί μακρά σειρά ετών το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος αυξανόταν στην Ελλάδα ταχύτερα από ό,τι στη ζώνη του ευρώ, συντελώντας ώστε ο πληθωρισμός στη χώρα μας να υπερβαίνει το μέσο πληθωρισμό στη ζώνη του ευρώ και η ανταγωνιστικότητα κόστους και τιμών να διαβρώνεται σταθερά.
Τρίτον, υπάρχουν ενδείξεις προσαρμογής και όσον αφορά τις τιμές καταναλωτή και την υποχώρηση του πληθωρισμού. Κατ’ αρχάς, το 2012 είναι το πρώτο έτος από την υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος από την Ελλάδα που ο ελληνικός πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα είναι χαμηλότερος από το μέσο πληθωρισμό στη ζώνη του ευρώ (1,2% έναντι 2,4-2,6%), ενώ το 2013 προβλέπεται να υποχωρήσει περαιτέρω στο 0,3%.

Επιπλέον, το μέσο ετήσιο επίπεδο του πυρήνα του πληθωρισμού, που δεν περιλαμβάνει τις τιμές της ενέργειας και των μη επεξεργασμένων τροφίμων, αναμένεται να μηδενιστεί εφέτος (0%) και να γίνει αρνητικό (-0,5%) το 2013. Τέλος, χωρίς την επίπτωση των αυξήσεων της έμμεσης φορολογίας το μέσο επίπεδο του πυρήνα του πληθωρισμού προβλέπεται να είναι σαφώς αρνητικό (-0,6%) ήδη από εφέτος. Στην Έκθεση εξετάζεται και το ερώτημα γιατί η πτώση των τιμών καταναλωτή δεν είναι ακόμη μεγαλύτερη.


7. Η χρηματοπιστωτική σταθερότητα και το τραπεζικό σύστημα
Το τραπεζικό σύστημα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει πρωτοφανείς προκλήσεις στη ρευστότητα και την κεφαλαιακή του επάρκεια, λόγω της κρίσης χρέους που πλήττει τη χώρα. Οι ελληνικές τράπεζες είναι εδώ και καιρό αποκομμένες από τις διεθνείς αγορές, αντιμετώπισαν μεγάλη εκροή καταθέσεων και σημαντικές απώλειες από την περικοπή του δημόσιου χρέους στο πλαίσιο του PSI. Υπό το πρίσμα αυτής της συγκυρίας, έπρεπε να προστατευθεί η σταθερότητα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος καθώς γινόταν αντιληπτό ότι οποιοδήποτε λάθος βήμα θα πυροδοτούσε μια τραπεζική κρίση, με επιπτώσεις και πέραν της Ελλάδος.
Σ’ αυτό το περιβάλλον η συνδρομή της Τράπεζας της Ελλάδος στη διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας υπήρξε καθοριστική. Παρά την εξαιρετικά αρνητική συγκυρία, η Τράπεζα της Ελλάδος μερίμνησε ώστε οι οποιεσδήποτε αρνητικές εξελίξεις να μη διαταράξουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και να μην καταλήξουν εις βάρος των καταθετών. Ουδείς καταθέτης υπέστη ζημία.
Παράλληλα, η Τράπεζα της Ελλάδος εκπλήρωσε στο ακέραιο την πρωταρχική υποχρέωση της κάλυψης της ζήτησης μετρητών εκ μέρους του κοινού, σε μια περίοδο μάλιστα όπου ο ρυθμός αύξησης της ζήτησης δεν ήταν ομαλός λόγω έξαρσης της ανησυχίας του κοινού.
Η κεντρική τράπεζα με την έναρξη της κρίσης όχι μόνο επέβαλε ενισχυμένη και ιδιαιτέρως αυστηρή εποπτεία, αλλά θέσπισε και εφάρμοσε κανόνες που διασφαλίζουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την απόλυτη προστασία των καταθετών.
Συγκεκριμένα με τις ενέργειες της Τράπεζας της Ελλάδος:
– Καλύφθηκαν οι έκτακτες βραχυχρόνιες ανάγκες των τραπεζών για ρευστότητα, προκειμένου να είναι σε θέση να ικανοποιούν τους καταθέτες.
– Διαμορφώθηκε, σε συνεργασία με την κυβέρνηση, το θεσμικό πλαίσιο εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων. Ήδη, οι διαδικασίες που προβλέπει αυτό το πλαίσιο εφαρμόστηκαν με επιτυχία σε έξι τράπεζες, χωρίς να διαταραχθεί η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος και διασφαλίζοντας την απόλυτη προστασία των καταθετών.
– Εξασφαλίστηκαν μέσω του Προγράμματος Στήριξης οι απαιτούμενοι πόροι για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, η οποία αποτελεί κρίσιμο βήμα για τη βελτίωση της εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα, τη διασφάλιση των καταθέσεων και την ενίσχυση της ρευστότητας της αγοράς. Μέρος των σχετικών κονδυλίων θα χρηματοδοτήσει την αναδιάρθρωση-εξυγίανση του πιστωτικού συστήματος.
– Αξιολογήθηκε η αυτόνομη βιωσιμότητα των τραπεζών και προσδιορίστηκαν οι κεφαλαιακές ανάγκες των ελληνικών εμπορικών τραπεζών για την περίοδο 2012-2014.

Από την αρχή της κρίσης η Τράπεζα της Ελλάδος θεωρούσε επιβεβλημένη και αναπόφευκτη την εσωτερική αναδιοργάνωση των τραπεζών μέσω της αναπροσαρμογής του επιχειρησιακού τους μοντέλου και τη συνολική ανασύνταξη του τραπεζικού συστήματος μέσω της συνένωσης δυνάμεων.
Είναι ιδιαίτερα θετικό ότι, έστω και με καθυστέρηση, ξεκίνησε η αναγκαία συγκέντρωση του τραπεζικού συστήματος. Σε σύντομο χρονικό διάστημα έγιναν (α) η εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης στην Αγροτική Τράπεζα και η μεταβίβαση περιουσιακών της στοιχείων στην Τράπεζα Πειραιώς, (β) οι συμφωνίες εξαγοράς της Γενικής Τράπεζας από την Τράπεζα Πειραιώς και της Εμπορικής Τράπεζας από την Alpha Bank, καθώς και (γ) η πρόταση εξαγοράς της Eurobank από την Εθνική Τράπεζα, η ολοκλήρωση της οποίας θα δημιουργήσει το μεγαλύτερο χρηματοπιστωτικό όμιλο στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Εξάλλου, είναι σχεδόν βέβαιο ότι οι συνεργασίες θα έχουν συνέχεια.

Η ισχυροποίηση των τραπεζών θα διευκολύνει την πρόσβασή τους στις αγορές του εξωτερικού και θα δώσει κίνητρα στους ιδιώτες επενδυτές να συμμετάσχουν στις επερχόμενες αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου των τραπεζών.

Στο τέλος της διαδικασίας αυτής, εκτιμάται ότι θα παραμείνουν τρεις μεγάλες και ισχυρές τράπεζες μαζί με ακόμη μερικές μικρότερες. Τα αναμενόμενα μερίδια αγοράς των υπόλοιπων τραπεζών θα εξασφαλίσουν ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον, ενώ γενικότερα οι τράπεζες θα επωφεληθούν από τις οικονομίες κλίμακας και τις συνέργειες που θα προκύψουν.

Η ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης και η ανασύνταξη του τραπεζικού συστήματος αποτελούν κομβικής σημασίας μεταρρυθμίσεις, καθώς η αύξηση των ιδίων κεφαλαίων των τραπεζών θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη προς αυτές εκ μέρους των εγχώριων αποταμιευτών και των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών.

Η εξέλιξη αυτή θα συμβάλει στη χαλάρωση των πιέσεων που αντιμετωπίζουν οι τράπεζες επί της ρευστότητάς τους, καθώς θα επηρεάσει θετικά τη ροή των καταθέσεων και τη δυνατότητα πρόσβασης των ελληνικών τραπεζών στις διεθνείς αγορές χρήματος και κεφαλαίων. Μέσω και αυτού του διαύλου, η αναπλήρωση της κεφαλαιακής βάσης των πιστωτικών ιδρυμάτων θα αυξήσει τις δυνατότητές τους να χρηματοδοτούν την ελληνική οικονομία και να αμβλύνουν τις συσταλτικές επιπτώσεις της δημοσιονομικής προσαρμογής.

H Τράπεζα της Ελλάδος έχει ήδη κοινοποιήσει σε κάθε τράπεζα το ύψος των κεφαλαιακών αναγκών της, καθώς και τις προθεσμίες για την υποβολή σχεδίων κεφαλαιακής ενίσχυσης και τη δρομολόγηση της εφαρμογής τους. Οι τράπεζες θα πρέπει να ολοκληρώσουν τις αναγκαίες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου μέχρι το τέλος Απριλίου 2013.

8. Για την επίσπευση της ανάκαμψης και την ανάπτυξη

Η ανάκαμψη και η επιστροφή στην ανάπτυξη αποτελούν εθνική προτεραιότητα. Με την ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου και του Προϋπολογισμού για το 2013 κλείνει ένας κύκλος καθυστερήσεων και το πρόγραμμα προσαρμογής επανέρχεται σε κανονική τροχιά. Παράλληλα, μετά τις αποφάσεις του Eurogroup στις 20 και στις 26-27 Νοεμβρίου, εξασφαλίζεται η χρηματοδότηση του προγράμματος στην παρούσα κρίσιμη φάση. Τώρα ο παράγων που θα καθορίσει αποφασιστικά τις εξελίξεις στο μέλλον είναι η ταχύτερη δυνατή έξοδος της οικονομίας από την ύφεση και η επίτευξη θετικών ρυθμών ανόδου του ΑΕΠ.

Οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη είναι
:

– Να αρθεί η αβεβαιότητα για τη θέση της Ελλάδος στη ζώνη του ευρώ
.
Όσο το ζήτημα αυτό παραμένει ανοικτό και αναπαράγεται, η απειλή θα συνεχίσει να επικρέμαται, υπονομεύοντας τις προσπάθειες για συντεταγμένη έξοδο από την κρίση. Η απόφαση του Eurogroup της 26ης-27ης Νοεμβρίου και οι ισχυρές διαβεβαιώσεις των εταίρων για την παραμονή της χώρας στη ζώνη του ευρώ είναι ένα ουσιαστικό βήμα. Για να ανακτηθεί όμως πλήρως η εμπιστοσύνη, απαιτείται συνεχής και εντονότερη προσπάθεια που θα καλύψει το χαμένο έδαφος και θα δημιουργήσει την πεποίθηση ότι η ύφεση έχει ορατό σημείο καμπής και δεν είναι ένας κύκλος αέναων επιβαρύνσεων χωρίς αποτέλεσμα.
– Να ολοκληρωθεί ένα εθνικό σχέδιο για τη μετάβαση σε ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο. Το Μνημόνιο του Φεβρουαρίου 2012 και τα πρόσθετα μέτρα του ΜΠΔΣ 2013-2016 και του Νόμου 4093 είναι απλώς πυξίδα των αλλαγών που πρέπει να πραγματοποιηθούν αμέσως, περιλαμβάνοντας επίσης τις ελάχιστες προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν τη συνέχιση της χρηματοδοτικής στήριξης. Σε καμία περίπτωση ωστόσο οι προβλέψεις του Μνημονίου δεν υποκαθιστούν την ευθύνη της Ελλάδος να ολοκληρώσει ένα συνεκτικό σχέδιο δράσης — μια εθνική στρατηγική για τη ριζική αλλαγή των δομών της οικονομίας και τον παραγωγικό μετασχηματισμό της.

Κεντρική επιδίωξη της νέας στρατηγικής είναι η προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα εξαλείψουν τα αίτια που δημιούργησαν τα δίδυμα ελλείμματα και θα εξασφαλίσουν τις θεσμικές και οικονομικές προϋποθέσεις για μια σύγχρονη ανταγωνιστική οικονομία.
Η ανταγωνιστική οικονομία δεν ταυτίζεται με μια οικονομία χαμηλού κόστους. Οι προϋποθέσεις για τη διαμόρφωσή της είναι πολύ πιο σύνθετες.

Αυτές αφορούν την ποιότητα και λειτουργία του κράτους και των θεσμών, την επάρκεια των υποδομών, την ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού, την ύπαρξη επαρκούς ανταγωνισμού και το κατάλληλο περιβάλλον για την επιχειρηματικότητα.

Η επίσπευση των διαρθρωτικών αλλαγών επιβάλλεται και για πρόσθετους λόγους που αφορούν τη σημερινή δυσμενή συγκυρία. Η ελληνική οικονομία θα βρεθεί σύντομα σε ακόμη δυσμενέστερη θέση, αν η αντιμετώπιση των αιτίων των ελλειμμάτων γίνει με πρόσκαιρης απόδοσης μέτρα. Η αποφυγή των μεταρρυθμίσεων συντηρεί την ύφεση ή επιτρέπει μόνο χαμηλό ρυθμό ανόδου του ΑΕΠ στο μέλλον και αντιστρατεύεται τη βιωσιμότητα του χρέους.
Όσον αφορά την επίσπευση της ανάκαμψης, κύριοι στόχοι της προσπάθειας πρέπει να είναι:

Πρώτον,
η άμεση εφαρμογή μέτρων που ευνοούν την επανεκκίνηση της οικονομίας, όπως είναι η επιτάχυνση της απορρόφησης των προγραμμάτων του ΕΣΠΑ, η δημιουργία του Ελληνικού Επενδυτικού Ταμείου, η αξιοποίηση όλων των χρηματοδοτικών εργαλείων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και η επανέναρξη της κατασκευής των οδικών αξόνων.

Δεύτερον, η αποκατάσταση ομαλών συνθηκών ρευστότητας.
Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι μεγάλες πιέσεις που αντιμετωπίζει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα ως προς την ρευστότητα και την κεφαλαιακή επάρκεια περιορίζουν τη δυνατότητά του να χρηματοδοτήσει νέες επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και να στηρίξει επιχειρήσεις που, αν και βιώσιμες, έχουν προβλήματα ρευστότητας. Η πρόοδος και η ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης και της αναδιάρθρωσης του τραπεζικού συστήματος θα συντελέσουν στην επιστροφή καταθέσεων και τη βελτίωση των συνθηκών ρευστότητας, ενισχύοντας μεταξύ άλλων και την εξαγωγική δραστηριότητα των επιχειρήσεων και διευκολύνοντας τον αναπροσανατολισμό τους σε νέες αγορές και νέα προϊόντα. Η εξάλειψη της αβεβαιότητας ιδίως όσον αφορά την παραμονή της χώρας στη ζώνη του ευρώ θα συμβάλει και αυτή στην επιστροφή των καταθέσεων που έχουν εκρεύσει από το τραπεζικό σύστημα.

Τρίτον, η άμεση βελτίωση της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης και απλοποίηση του νομοθετικού και κανονιστικού πλαισίου.
Αυτή αποτελεί την κρίσιμη προϋπόθεση για την αποτελεσματική εφαρμογή όλων των άλλων μεταρρυθμίσεων και πολιτικών, για την αναβάθμιση των σχέσεων κράτους-πολιτών και κράτους-επιχειρήσεων και για την εδραίωση ενός αισθήματος ισονομίας.
Τέταρτον, ένα σταθερό φορολογικό καθεστώς και η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης. Σήμερα που σχεδιάζεται η αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος, πρωταρχικό μέλημα θα πρέπει να είναι ότι οι ρυθμίσεις που θα αποφασιστούν θα παραμείνουν σταθερές για μεγάλο χρονικό διάστημα. Δεύτερη απαραίτητη προϋπόθεση είναι η απλούστευση του νέου φορολογικού συστήματος και τρίτη, η ευρύτατη χρήση της πληροφορικής. Το σύστημα που σχεδιάζεται πρέπει να στηρίζεται στη διεύρυνση της φορολογικής βάσης μέσω περιορισμού της φοροδιαφυγής, ούτως ώστε να μπορέσει να περιορίσει την φορολογική επιβάρυνση των ήδη φορολογουμένων, η οποία έχει αυξηθεί υπέρμετρα, και να συμπεριλάβει φορολογικές ρυθμίσεις για την ενθάρρυνση της επιχειρηματικότητας και την επίσπευση της ανάκαμψης.
Πέμπτον, η επιτάχυνση των αποκρατικοποιήσεων. Τα έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις συμβάλλουν απευθείας στη μείωση του χρέους, επιπλέον όμως οι αποκρατικοποιήσεις ενισχύουν την ανάπτυξη και δημιουργούν νέες, βιώσιμες θέσεις εργασίας.

Εκτον, η αποτελεσματική αξιοποίηση των κοινοτικών πόρων.
Η σημασία των κοινοτικών πόρων ως εργαλείου οικονομικής ανάπτυξης αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στην παρούσα περίοδο, καθότι, λόγω των σοβαρών δημοσιονομικών δυσχερειών, έχουν περιοριστεί οι διαθέσιμοι εθνικοί πόροι για την αναπτυξιακή πολιτική της χώρας. Γι’ αυτό θα πρέπει να αρθούν σύντομα τα εμπόδια στην ταχύτερη απορρόφηση και αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των πόρων του ΕΣΠΑ.

Όσον αφορά την επόμενη προγραμματική περίοδο, οι πόροι που θα διατεθούν για την Ελλάδα θα είναι πιθανότατα μειωμένοι. Πέρα όμως από το ύψος των ενισχύσεων, πρέπει να διαμορφωθεί η βέλτιστη στρατηγική αξιοποίησης των πόρων που τελικά θα της διατεθούν, δηλαδή να αλλάξει ο τρόπος διαχείρισης των πόρων αυτών. Στις νέες συνθήκες, το ΕΣΠΑ και οι κοινοτικοί πόροι πρέπει να λειτουργήσουν ως ισχυρά αναπτυξιακά εργαλεία –και αυτό θα συμβεί αν ενταχθούν δημιουργικά στο εθνικό σχέδιο για τη μετάβαση σε ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο.


9. Αβεβαιότητες και κίνδυνοι εξακολουθούν να υπάρχουν
Δύο παράγοντες θα κρίνουν την ικανότητα της ελληνικής οικονομίας να υπερβεί την κρίση: Πρώτον, η εκπόνηση και η συνεπής και ταχεία εφαρμογή μιας εθνικής στρατηγικής, ευρύτερης του Μνημονίου, που θα περιλαμβάνει την ολοκλήρωση της δημοσιονομικής εξυγίανσης, τις αναγκαίες πολιτικές για να επισπευστεί η ανάκαμψη και τις επιβαλλόμενες μεταρρυθμίσεις για να εξασφαλιστούν διατηρήσιμη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και ικανοποιητικοί ρυθμοί ανάπτυξης. Δεύτερον, η απρόσκοπτη συνέχιση της χρηματοδότησης από τους εταίρους-δανειστές.
Και οι δύο παράγοντες υπόκεινται σε ισχυρές αβεβαιότητες, εγχώριες και διεθνείς. Όσον αφορά ειδικότερα τις εγχώριες αβεβαιότητες θα πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα ενδεχόμενα:
– Αδυναμία της Δημόσιας Διοίκησης να ανταποκριθεί στο πράγματι βαρύ καθήκον εφαρμογής των αλλαγών που αποφασίζονται πολιτικά. Γι’ αυτό αποκτά υψηλή προτεραιότητα η προαναφερθείσα ανάγκη να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα της Δημόσιας Διοίκησης, ώστε αυτή να είναι φιλική προς τους πολίτες και τις επιχειρήσεις.
– Ισχυρές κοινωνικές αντιδράσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να κλονίσουν την πολιτική σταθερότητα.
– Υστερήσεις στην επίτευξη των στόχων, οι οποίες θα είχαν αποτέλεσμα να απαιτηθούν πρόσθετα διορθωτικά μέτρα, που όμως δεν θα ήταν εύκολο να αποφασιστούν.
Στους διεθνείς παράγοντες η κύρια αβεβαιότητα αφορά την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας, η οποία αν είναι δυσμενής θα επιδεινώσει τις προοπτικές και της ελληνικής οικονομίας. Η δεύτερη αβεβαιότητα συνδέεται με τις θεσμικές αλλαγές που θα αποφασιστούν στη ζώνη του ευρώ. Γι’ αυτό η Ελλάδα πρέπει να είναι ενεργά παρούσα στις διαβουλεύσεις και στις ευρωπαϊκές αποφάσεις.

10. Το κλίμα μπορεί να βελτιωθεί γρήγορα
Οι τελευταίες εξελίξεις στην Ελλάδα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση εκπέμπουν θετικά μηνύματα.
Η Ελλάδα κινητοποιείται στο εσωτερικό και στο εξωτερικό για να καλύψει τις καθυστερήσεις και επιτυγχάνει μια θετική συμφωνία με την τρόικα που διασφαλίζει τη συνέχιση της χρηματοδότησης.
Η ΕΕ και το ΔΝΤ επιβεβαιώνουν με έμφαση τη βούλησή τους για την παραμονή της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ. Αναγνωρίζεται, σε διαδοχικές συνόδους του Eurogroup, η σημαντική πρόοδος που έχει επιτευχθεί. Εγκρίνεται η εκταμίευση των δόσεων που καθυστερούσαν και ελαφρύνεται το βάρος του δημόσιου χρέους, με σειρά μέτρων που αναφέρονται στην απόφαση του Eurogroup της 26ης-27ης Νοεμβρίου.
Η δική μας προσπάθεια τώρα πρέπει να επικεντρωθεί στον περιορισμό της ύφεσης, την επίσπευση της ανάκαμψης και την εδραίωση των προϋποθέσεων για διατηρήσιμη ανάπτυξη.
Παρά τις καθυστερήσεις, η πρόοδος που έχει συντελεστεί σε σημαντικούς τομείς είναι απτή και μετρήσιμη. Παρά τους κινδύνους και τη συνεχιζόμενη ύφεση, η οικονομία αλλάζει. Με τις πρώτες σαφείς ενδείξεις ότι απομακρυνόμαστε από πρακτικές του παρελθόντος και χαράζουμε μια νέα στρατηγική για το μέλλον, το κλίμα μπορεί να αντιστραφεί γρήγορα και να εμπεδωθεί η πεποίθηση ότι το τέλος της ύφεσης επίκειται. Αυτό θα είναι το πρώτο βήμα για μια νέα αναπτυξιακή πορεία.
Tο πλήρες κείμενο της Εκθεσης είναι διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο της Τράπεζας της Ελλάδος.