από metereologos.gr
Τετάρτη 18 Ιουλίου 2018
 
 

Πληθωρισμός και αντιπληθωριστική πολιτική: 30 χρόνια πριν

* Τα διοικητικά μέτρα ελέγχου της αγοράς και τα μέτρα άμεσης πολιτικής έχουν ημερομηνία λήξεως
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

Οι εξελίξεις στον πληθωρισμό και η αντιμετώπισή του με μέτρα άμεσης πολιτικής, όπως η πολιτική τιμών και οι έλεγχοι στην αγορά, αποτελούν ένα σχετικά νέο πεδίο άσκησης της αντιπληθωριστικής πολιτικής, μιας και επί δεκαετίες oι βασικοί πυλώνες ήταν η δημοσιονομική και νομισματική πολιτική. Τη δεκαετία του 1970 έγινε εκτεταμένη χρήση της πολιτικής τιμών και έτσι σήμερα ορισμένα συμπεράσματα θα μπορούσαν να συμβάλουν στον προβληματισμό για την αποτελεσματικότητα των αντίστοιχων μέτρων.

Ο δείκτης τιμών καταναλωτή τα έτη 1975 και 1976 έτρεχε με μέσους ρυθμούς 23%, ενώ ο δείκτης τιμών χονδρικής το αντίστοιχο διάστημα με 15%. Το γεγονός αυτό - σε συνδυασμό με την άνοδο των τιμών σε κλάδους οι οποίοι ήταν λιγότερο εξαρτημένοι από την ενέργεια - οδήγησε την Επιτροπή Τιμών και Εισοδημάτων στο συμπέρασμα ότι τα ενδιάμεσα στάδια που μεσολαβούν μεταξύ κατανάλωσης και παραγωγής εξασφάλιζαν σημαντικά κέρδη.

Στη διάρκεια της πρώτης πετρελαϊκής κρίσης, η κυβέρνηση, κυρίως μέσω του υπουργείου Εμπορίου, προσπάθησε να ελέγξει αυτές τις αυξήσεις χρησιμοποιώντας εντατικούς αγορανομικούς ελέγχους - ακόμα και νομοθετικές ρυθμίσεις. Με το ΝΔ 918/1972 επιβλήθηκε το πάγωμα των τιμών για τρεις μήνες και στη συνέχεια σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης από τις επιχειρήσεις. Αυτό το σύστημα διατηρήθηκε ως και το 1973, δημιουργώντας ένα συμπιεσμένο πληθωρισμό ο οποίος μετατράπηκε σε πραγματικό μετά το 1973, ιδιαίτερα στους κλάδους ειδών ευρείας κατανάλωσης. Και τότε τα αποτελέσματα ήταν πενιχρά.

Σήμερα, όπως και τότε, σύμφωνα με τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας, ο δείκτης τιμών καταναλωτή ακολουθεί διαφοροποιημένο τρόπο μεταβολής από τον δείκτη τιμών παραγωγού. Αυτό υποδηλώνει ότι η προσωρινή μείωση των τιμών στον τομέα της παραγωγής μετατρέπεται σε αύξηση των περιθωρίων κέρδους στον τομέα διακίνησης. Παρόμοια, οι κλάδοι της οικονομίας με τη μεγαλύτερη άνοδο στις τιμές ήταν των προϊόντων ευρείας κατανάλωσης, όπως τα είδη ένδυσης και υπόδησης που παρουσίασαν αύξηση 9,3% την περίοδο Ιανουαρίου - Μαΐου 2008, καθώς και οι εφημερίδες και τα περιοδικά, με αύξηση 10,20%.

Βλέπουμε ότι τριάντα χρόνια μετά ο πληθωρισμός παρουσιάζει παρόμοια χαρακτηριστικά, με τη διαφορά ότι σήμερα ο μηχανισμός εφαρμογής για την εποπτεία των τιμών των αγαθών μέσω του συστήματος αγορανομικού ελέγχου έχει ατονήσει και παράλληλα μειώθηκε η δυνατότητα παρέμβασης της πολιτείας στη διαδικασία διαμόρφωσης των τιμών.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι και στις δύο περιόδους πληθωριστικών εξάρσεων οι κλάδοι της εμπορίας, της διακίνησης, αλλά και των λιανικών πωλήσεων, δέχονται τη μεγαλύτερη κριτική για συσσώρευση κερδών που προέρχονται από εναρμονισμένες κινήσεις και κερδοσκοπικές πρακτικές. Οι παραπάνω κλάδοι είναι αυτοί με τη μεγαλύτερη ανάγκη χρηματοδότησης και τις μεγαλύτερες ανάγκες κεφαλαίου κίνησης και κατά συνέπεια οι πιο άμεσα θιγόμενοι από την πιστωτική κρίση. Τόσο η άνοδος των επιτοκίων όσο και τα προβλήματα χρηματοδότησης του κεφαλαίου κίνησης αυξάνουν το κόστος των απασχολούμενων κεφαλαίων. Επομένως, η άνοδος των περιθωρίων κέρδους είναι λογικό να αντικατοπτρίζει και την πιστωτική κρίση.

Επανερχόμενοι στη δεκαετία του 1970, ο πληθωρισμός συνέχιζε να αυξάνεται για αρκετά χρόνια μετά το πρώτο πετρελαϊκό σοκ. Ελέγχοντας κανείς τα στατιστικά στοιχεία μπορεί να καταλήξει αβίαστα στο συμπέρασμα ότι ο πληθωρισμός στην ελληνική οικονομία άρχισε να γίνεται ανεξέλεγκτος όταν οι αυξήσεις μετακυλίστηκαν στους μισθούς και στα ημερομίσθια, όπως και στον τομέα των υπηρεσιών.

Οι εβδομαδιαίες αποδοχές των εργατών στη βιομηχανία το 1975 αυξήθηκαν κατά 24,6%, όταν ο ΔΤΚ το ίδιο έτος μεταβλήθηκε κατά 20%. Ο υψηλός πληθωρισμός απέκτησε κατ' αυτόν τον τρόπο χαρακτήρα δομικού στοιχείου της οικονομίας. Το σημείο αυτό είναι το κρίσιμο στις σημερινές εξελίξεις.

Αποδεικνύεται από τα παραπάνω ότι τα διοικητικά μέτρα ελέγχου της αγοράς και τα μέτρα άμεσης πολιτικής έχουν ημερομηνία λήξεως. Τόσο η ελληνική όσο και η διεθνής εμπειρία δείχνουν ότι τα μέτρα πολιτικής των τιμών έχουν πολύ βραχυχρόνια αποτελέσματα χωρίς την εφαρμογή διαρθρωτικών πολιτικών.

Ο κ. Διον. Χιόνης είναι καθηγητής Οικονομικών στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο της Θράκης.



Οικονομία περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (0)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.