από metereologos.gr
Δευτέρα 23 Ιουλίου 2018
 
 
Στη ζώνη υψηλού πιστωτικού κινδύνου κατατάσσεται πλέον, σύμφωνα με την ICAP, σχεδόν μία στις τέσσερις βιομηχανίες και βιοτεχνίες της χώρας

1.560 οι βιομηχανίες «υψηλού κινδύνου»

Υποβαθμίζεται η πιστοληπτική ικανότητα της ελληνικής βιομηχανίας
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

Τριακόσιες περισσότερες. Τόσες επιπλέον είναι εφέτος, σε σύγκριση με πέρυσι, οι ελληνικές βιομηχανίες και βιοτεχνίες υψηλού πιστωτικού κινδύνου, οι οποίες δυσκολεύονται να ανταποκριθούν επαρκώς στις οικονομικές υποχρεώσεις τους και, κατά τεκμήριο, όχι απλώς αδυνατούν να αναπτυχθούν αλλά πασχίζουν να αποφύγουν το μοιραίο και να επιβιώσουν είτε εμφανίζουν κάποια κέρδη είτε όχι. Μέσα σε έναν χρόνο αυξήθηκαν περίπου κατά 4% - από 19,3% σε 23,4% - ως ποσοστό του συνόλου και ανήλθαν αισίως σε 1.560.

Ηταν περίπου 1.260 και ανέρχονται πια σχεδόν στο ένα τέταρτο του συνολικού αριθμού των μικρών, φυσικά κατά κύριο λόγο, αλλά και μεσαίου και μεγάλου μεγέθους 6.647 ελληνικών βιομηχανικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων κάθε εταιρικής μορφής ανά την Ελλάδα.

Οι 1.560 αυτές επιχειρήσεις έχουν είτε εξαιρετικά χαμηλή (229) είτε πολύ χαμηλή (407) και σημαντικά χαμηλή (923) πιστοληπτική ικανότητα, ανεπαρκή να δικαιολογήσει την άντληση νέων κεφαλαίων χωρίς την υψηλή «ποινή» που επιβάλλουν συνήθως οι πιστωτές και εν γένει οι συναλλασσόμενοι μαζί τους χάριν του υψηλού ρίσκου.

Την ώρα μάλιστα που τόσο πολλές μεταποιητικές μονάδες της χώρας θεωρήθηκαν υψηλού πιστωτικού κινδύνου, οι επιχειρήσεις χαμηλού πιστωτικού κινδύνου, αυτές δηλαδή που μπορεί κανείς άφοβα σχεδόν να δανείζει και οπωσδήποτε να θεωρεί φερέγγυες, περιορίστηκαν από το 30% στο 25,3% του συνόλου.

Τα άσχημα αυτά μαντάτα για την ελληνική βιομηχανία, η οποία κατά τα άλλα σύμφωνα με το ΙΟΒΕ εξακολουθεί εφέτος όπως και πέρυσι να κινείται ανοδικά, φέρνει στην επικαιρότητα πρόσφατη σχετική μελέτη της μεγαλύτερης ελληνικής εταιρείας οικονομικής πληροφόρησης και συμβουλευτικών υπηρεσιών. Η νέα μελέτη της ICAP, η οποία τελεί υπό τον έλεγχο της Global Finance εδώ και λίγους μήνες και τροφοδοτεί αδιαλείπτως με πληθώρα στοιχείων το σύνολο σχεδόν των ελληνικών Τραπεζών, καθώς και χιλιάδες ξένες επιχειρήσεις που επιθυμούν να συμβληθούν εμπορικά με εγχώριες μονάδες, αφορά βεβαίως την εξέλιξη της πιστοληπτικής ικανότητας των ελληνικών επιχειρήσεων και δεν είναι καθόλου ενθαρρυντική για την πορεία του ελληνικού βιομηχανικού τομέα.

Αν αθροίσει κανείς τις βιομηχανίες οι οποίες έχουν πιστοληπτική ικανότητα από εξαιρετικά χαμηλή ως και απλώς χαμηλή, δηλαδή με βάση τη δεκάβαθμη κλίμακα διαβάθμισης (ΑΑ, Α, ΒΒ, Β, C, D, Ε, F, G και Η) όχι σχετικά χαμηλή, ο αριθμός τους φθάνει στις 2.837 και αντιστοιχεί στο 42,6% του συνόλου.

Ωστόσο όσες έχουν απλώς χαμηλή πιστοληπτική ικανότητα, μαζί με εκείνες των οποίων η ικανότητα αυτή κρίνεται σχετικά χαμηλή ή μέτρια, θεωρούνται μέσου πιστωτικού κινδύνου, τοποθετούμενες σε μία από τις βαθμολογίες C, D και Ε. Ολες αυτές αποτελούν την πλειονότητα των ελληνικών βιομηχανιών. Ανέρχονται σε 3.408 και αντιστοιχούν στο 51,3% του συνόλου, ενώ έναν χρόνο νωρίτερα αποτελούσαν το 48,9%.

Καθώς μειώθηκε λοιπόν δραματικά από το 30% στο 25,3% το ποσοστό αυτών που είναι χαμηλού πιστωτικού κινδύνου, προκύπτει σαφώς σημαντική «μετακίνηση» εκατοντάδων βιομηχανιών σε υποδεέστερη πιστοληπτική βαθμολογία, σε μια χρονιά κατά την οποία το ΑΕΠ συνέχισε να αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς και ο όγκος της βιομηχανικής παραγωγής επανήλθε, έστω με πολύ βραδύτερους ρυθμούς, σε ανοδική τροχιά. Το ποσοστό των βιομηχανικών επιχειρήσεων που υποβαθμίστηκαν πιστοληπτικά ξεπέρασε κατά πολύ το ποσοστό αυτών που κατάφεραν να βελτιώσουν την πιστοληπτική τους ικανότητα.

Μόλις 1.680 ή το 25,3% του συνόλου είναι πια οι κάθε μεγέθους βιομηχανικές μονάδες που έχουν με τραπεζικά κριτήρια από εξαιρετικά καλή ως ιδιαίτερα καλή, πολύ καλή και καλή πιστοληπτική βαθμολογία, ικανή να προσελκύσει σχεδόν άνευ όρων και ποινών τα απαραίτητα πολλές φορές για τις απαιτούμενες αναδιαρθρώσεις νέα επενδυτικά ή και δανειακά κεφάλαια.

Οπως εξηγείται, η πιθανότητα εμφάνισης ασυνέπειας εκ μέρους μιας επιχείρησης με διαβάθμιση ΑΑ κυμαίνεται σε επίπεδα κατώτερα του 0,05%. Αντιθέτως η πιθανότητα ασυνέπειας ή και πτώχευσης μιας από τις 229 βιομηχανικές και βιοτεχνικές μονάδες με τη διαβάθμιση Η κυμαίνεται σε επίπεδα ανώτερα του 50%.

«Οι βιομηχανίες υψηλού πιστωτικού κινδύνου απασχολούν αρκετές χιλιάδες εργαζομένους» επιβεβαιώνει αρμόδιο στέλεχος της ICAP, διευκρινίζοντας ότι τα κριτήρια για την εκτίμηση της πιστοληπτικής ικανότητας των επιχειρήσεων έχουν ενσωματώσει τις απαιτήσεις του Συμφώνου της Επιτροπής της Βασιλείας (Basell ΙΙ) και της σχετικής Οδηγίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι εκτιμήσεις φαίνεται να αξιολογούν λιγότερο εν τέλει τους ισολογισμούς και περισσότερο άλλα, καίρια εμπορικά στοιχεία καθώς και, πρωτίστως ίσως, στοιχεία της συναλλακτικής συμπεριφοράς που ακολούθησαν οι επιχειρήσεις, αθόρυβα τις περισσότερες φορές, τους τελευταίους μήνες. Για τον λόγο αυτόν έχει αναθεωρηθεί η πιστοληπτική διαβάθμιση πολλών επιχειρήσεων, όπως είχε εμφανιστεί το περασμένο έτος σε ανάλογη μελέτη.

Η ICAP συνεργάζεται άλλωστε με τον μεγαλύτερο όμιλο ασφάλισης εξαγωγικών πιστώσεων και επιχειρηματικής πληροφόρησης στην Ευρώπη, τη γαλλική πολυεθνική εταιρεία Coface, η οποία δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στον βαθμό της συνέπειας και της αξιοπιστίας μιας επιχείρησης στην αγορά. Ετσι, αρκετές επιχειρήσεις στη διάρκεια του 2006 είχαν μετακινηθεί από μία ζώνη πιστωτικού κινδύνου σε άλλη, αλλά το αποτέλεσμα της νέας μελέτης, η οποία καλύπτει με μεγαλύτερη πληρότητα τον ελληνικό βιομηχανικό χώρο, μοιάζει τελείως αποθαρρυντικό, αν όχι απογοητευτικό για όσους δεν αρκούνται στο αν η ελληνική βιομηχανία παρουσιάζει εν τέλει κέρδη και δεν την εξισώνουν με μερικά «άλογα» της Σοφοκλέους που πραγματικά επενδύουν, αναπτύσσονται και όντως καλπάζουν.

Σε κλαδικό επίπεδο ιδιαιτέρως ανησυχητική είναι η εικόνα που δίνουν οι εταιρείες ένδυσης, καθώς μόνο το 8,2% αυτών θεωρούνται χαμηλού κινδύνου. Στον αντίποδα, δεν ξεπερνούν το 18% του επί μέρους συνόλου οι υψηλού κινδύνου πολυάριθμες βιομηχανίες πλαστικών.

Εξάλλου στον κλάδο της παραγωγής και επεξεργασίας τροφίμων και αγροτικών ειδών, ο οποίος θεωρείται ότι χαίρει άκρας υγείας, λειτουργούν εκατοντάδες μονάδες υψηλού πιστωτικού κινδύνου. Εν μέσω των αυξανόμενων ανησυχιών για τη βιωσιμότητα ενός σημαντικού μέρους του ελληνικού μεταποιητικού ιστού, οι συνήθως μικρού και μεσαίου μεγέθους βιομηχανίες κατασκευής μηχανημάτων δείχνουν πιο αξιόπιστες.

Η απειλή μιας δραστικής συρρίκνωσης και κατάρρευσης φαίνεται ότι επικρέμαται, λοιπόν, πάνω από εκατοντάδες επιχειρήσεις τόσο σε φθίνοντες όσο και σε ανερχόμενους κλάδους της ελληνικής μεταποίησης. Οι μονάδες με διαβάθμιση G και Η, οι οποίες σημαίνουν πολύ υψηλό πιστωτικό κίνδυνο και υψηλότατο πιστωτικό κίνδυνο αντιστοίχως, πλησιάζουν τις 650. Στις βιομηχανίες υψηλού πιστωτικού κινδύνου δεν περιλαμβάνονται άλλωστε μόνο μικρού και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις, αλλά και εταιρείες μεγάλου μεγέθους, από όλους σχεδόν τους κλάδους.



Οικονομία περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (0)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.