Ο αλβανός ασθενής
Πόσο μας κοστίζει η νοσηλεία των γειτόνων από τα Βαλκάνια
Η νοσηλεία των αλλοδαπών, κυρίως από τα Βαλκάνια, στη χώρα μας εξελίχθηκε πρόσφατα σε μείζον θέμα, όταν ο υπουργός Υγείας και Πρόνοιας κ. Α. Παπαδόπουλος ανακοίνωσε ότι τα χρήματα που δαπανώνται από το Δημόσιο για την υγειονομική περίθαλψη των ασθενών αυτών φθάνουν ετησίως το ποσόν των 30-50 δισ. δρχ. Ο υπουργός είχε τότε επισημάνει ότι με τις ευλογίες διοικητικών υπαλλήλων, νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων και ιδιωτών γιατρών παράνομα κυκλώματα διοχετεύουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς και τους εισάγουν στα δημόσια νοσοκομεία βαπτίζοντάς τους «επείγοντα περιστατικά». Πολλές είναι, σύμφωνα με τον κ. Παπαδόπουλο, οι περιπτώσεις αλλοδαπών οι οποίοι έρχονται στη χώρα ως τουρίστες και μέσα σε ελάχιστες ημέρες εισάγονται σε δημόσια νοσηλευτικά ιδρύματα και υποβάλλονται σε υψηλού κόστους επεμβάσεις εις βάρος των ελλήνων φορολογουμένων. Ως σήμερα το ύψος των δαπανών του ελληνικού Δημοσίου για την περίθαλψη και τη νοσηλεία αλλοδαπών μόνο σε πρόχειρες εκτιμήσεις μπορούσε να βασιστεί. Ως εκ τούτου ουδείς μπορούσε με ακρίβεια να υπολογίσει, έστω και ενδεικτικά, τον αριθμό των αλλοδαπών ασθενών που εισάγονται στα ελληνικά νοσοκομεία ή περιθάλπονται στα εξωτερικά ιατρεία, τις ημέρες νοσηλείας και την αξία των φαρμάκων, του υγειονομικού υλικού και των εργαστηριακών εξετάσεων.
Τη μεγαλύτερη εισροή ασθενών σε σχέση με όλες τις βαλκανικές χώρες έχει δεχθεί η χώρα μας από την Αλβανία. Στις 18 Νοεμβρίου 1987 υπεγράφη στα Τίρανα συμφωνία συνεργασίας στον τομέα της δημόσιας υγείας μεταξύ των κυβερνήσεων της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Λαϊκής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Αλβανίας. Η εν λόγω συμφωνία ετέθη εν ισχύι τον Δεκέμβριο του '88 και μεταξύ άλλων επέτρεπε τη δωρεάν παροχή ιατρικής περίθαλψης στους πολίτες κατά τη διάρκεια προσωρινής παραμονής τους στη μία ή στην άλλη χώρα. Στη δεκαετία του '90 ακολούθησαν μια σειρά καινούργιες υπουργικές αποφάσεις ή τροποποιήσεις των ήδη υπαρχουσών. Ως το 1995 ολοκληρώθηκε η συμπλήρωση και κωδικοποίηση των αποφάσεων για τη χορήγηση δωρεάν ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης στα δημόσια νοσοκομεία σε Αλβανούς ελληνικής καταγωγής οι οποίοι διέθεταν βιβλιάριο απορίας.
Στην πραγματικότητα ωστόσο κατά το χρονικό αυτό διάστημα οποιοσδήποτε Αλβανός έχρηζε υγειονομικής περίθαλψης εξυπηρετήθηκε στα ελληνικά νοσοκομεία, χωρίς, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, να διευκρινίζεται η καταγωγή του. Να σημειωθεί ότι εξαιτίας της μικρής απόστασης οι περισσότεροι αλβανοί ασθενείς έχουν ως σήμερα απορροφηθεί από τα δημόσια νοσοκομεία της περιφέρειας Ηπείρου, ιδιαίτερα του Νομού Ιωαννίνων, αλλά και της Δυτικής Μακεδονίας, ιδιαίτερα του Νομού Φλώρινας.
Η πρώτη μελέτη, η οποία καταγράφει τη χρήση των υπηρεσιών υγείας του Νομού Ιωαννίνων από αλβανούς ασθενείς κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '90, διεξήχθη πρόσφατα από το Εργαστήριο Ιατρικής Φυσικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Σύμφωνα με αυτήν, το κόστος της νοσηλείας ασθενών από την Αλβανία από το 1991 ως και το 1999 στα δύο νοσοκομεία των Ιωαννίνων (Πανεπιστημιακό και «Χατζηκώστα») ανήλθε περίπου σε 12 δισ. δρχ.
Ειδικότερα η έρευνα δείχνει ότι κατά το χρονικό διάστημα από το 1991 ως και το πρώτο εξάμηνο του 1999 στο Περιφερειακό Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων (ΠΠΓΝΙ), το οποίο δέχεται και τους περισσότερους αλλοδαπούς ασθενείς, νοσηλεύθηκαν συνολικά 16.046 αλβανοί υπήκοοι. Ο αριθμός τους παρουσίαζε κάθε χρόνο σταδιακή αύξηση φθάνοντας το 1998 τις 2.613. Η μέση διάρκεια νοσηλείας αυτών ήταν περίπου οκτώ ημέρες ανά ασθενή, ενώ η αξία του υγειονομικού υλικού έφθασε τα 560 εκατ. δρχ. κατά το ίδιο χρονικό διάστημα. Επίσης η αξία των φαρμάκων για τους νοσηλευόμενους αλβανούς ασθενείς στο ΠΠΓΝΙ από το '93 ως το '99 έφθασε περίπου τα 500 εκατ. δρχ., ενώ το κόστος των εργαστηριακών εξετάσεων για το ίδιο χρονικό διάστημα ήταν περίπου 100 εκατ. δρχ. Οι αλβανοί ασθενείς οι οποίοι επισκέφθηκαν από το '91 ως το '98 τα εξωτερικά ιατρεία του ΠΠΓΝΙ ήταν 11.742. Το κόστος περίθαλψής τους (κλινική εξέταση και εργαστηριακές εξετάσεις) ανήλθε περίπου στο ποσόν των 90 εκατ. δρχ.
Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της μελέτης, το συνολικό κόστος των Αλβανών οι οποίοι νοσηλεύθηκαν στο ΠΠΓΝΙ κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '90 έφθασε περίπου τα 10 δισ. δρχ. Το μέσο ημερήσιο κόστος νοσηλείας το 1991 ήταν περίπου 38.000 δρχ., το 1994 ήταν περισσότερο από 50.000 δρχ., ενώ το 1998 ξεπέρασε τις 100.000 δρχ. Οπως επισημαίνει η ιατρός κυρία Μαρία Σενιόρου, μέλος του Εργαστηρίου Ιατρικής Φυσικής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, «το 1997 σημειώθηκε σημαντική αύξηση των νοσηλευομένων αλλά και του κόστους νοσηλείας ανά ασθενή, γεγονός που οφείλεται στις αναταραχές της περιόδου εκείνης στη γειτονική χώρα». Αξίζει να σημειωθεί ότι, ενώ η αύξηση των ασθενών το 1997 ήταν σε σχέση με τα προηγούμενα έτη 24,5%, η αντίστοιχη αύξηση των ημερών νοσηλείας ήταν 63,5%, γεγονός που οφείλεται στη βαρύτητα των περιστατικών: πολυτραυματίες, κακώσεις από πυροβόλα όπλα και χειροβομβίδες, ακρωτηριασμοί κτλ.
Ανάλογη εικόνα παρουσιάζεται και στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων «Γ. Χατζηκώστα», όπου από τις αρχές ως τα τέλη της δεκαετίας του '90 το κόστος της νοσηλείας αλβανών υπηκόων ξεπέρασε τα 2,5 δισ. δρχ. Η μέση διάρκεια νοσηλείας ήταν περισσότερες από οκτώ ημέρες ανά ασθενή. Η κυρία Σενιόρου σημειώνει πάντως ότι «στοιχεία για τον αριθμό και το κόστος των χειρουργικών επεμβάσεων των αλβανών νοσηλευθέντων δεν βρέθηκαν, αν και η επιβάρυνση του νοσοκομειακού προϋπολογισμού από ανάλογες υπηρεσίες είναι δεδομένη».
Ανθρωπισμός και περίθαλψη
Με την αλβανική κυβέρνηση έχουν στο παρελθόν συναφθεί συμφωνίες για τη νοσηλεία συγκεκριμένου αριθμού ασθενών. Τα αντισταθμιστικά οφέλη που απορρέουν από ανάλογες διακρατικές συμφωνίες αφορούν κυρίως θέματα εξωτερικής πολιτικής, άμυνας, εθνικής ασφάλειας, οικονομίας ή συνεργασίας των δύο χωρών σε διάφορα άλλα θέματα.
Πολιτικό «αντάλλαγμα» για τη νοσηλεία αλβανών ασθενών στα ελληνικά δημόσια νοσοκομεία θα μπορούσε αίφνης να αποτελέσει η ανέγερση ελληνικών σχολείων στην Αλβανία ή η παροχή διαφόρων κινήτρων προς την ελληνική μειονότητα προκειμένου να παραμείνει στην Αλβανία.
Οπως επισημαίνει ο κ. Δημήτρης Γλάρος, αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και καθηγητής Ιατρικής Φυσικής, «στον τομέα της υγείας η Ελλάδα με τα νοσοκομεία της έχει προσφέρει την πιο σοβαρή και σταθερή ανθρωπιστική βοήθεια που έλαβε η γειτονική χώρα μέσα στην τελευταία δεκαετία.
Αυτό χωρίς αμφισβήτηση αναγνωρίζεται από όλον τον αλβανικό λαό και γι' αυτό άλλωστε ο πρόεδρος της Αλβανικής Δημοκρατίας κ. Ρεζέπ Μεϊντάνι τίμησε τα δύο νοσοκομεία των Ιωαννίνων με το ανώτατο βραβείο της Μητέρας Τερέζας».
«Η περίθαλψη και νοσηλεία απελπισμένων, η ανακούφιση του ανθρώπινου πόνου» υπογραμμίζει ο καθηγητής «δεν γίνεται εύκολα αντικείμενο διαπραγμάτευσης για διεκδίκηση "ανταλλαγμάτων"». Ωστόσο ο κ. Γλάρος θεωρεί ότι η ελληνική πολιτεία δεν αντιμετώπισε την όλη κατάσταση με την απαιτούμενη στρατηγική καθώς δεν προέβαλε ποτέ την προσφορά της αυτή στον διεθνή χώρο. «Η Ελλάδα» αναφέρει «δεν επεδίωξε ποτέ, με υποβολή τεκμηριωμένων προτάσεων, τη συγχρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Ενωση μέσω διασυνοριακών προγραμμάτων και προγραμμάτων προς τρίτες χώρες προκειμένου να καλυφθεί ένα μέρος της δαπάνης που επιβάρυνε τους προϋπολογισμούς μας από την περίθαλψη αλβανών ασθενών. Επίσης δεν ανέλαβε κάποιες σοβαρές δράσεις μέσα στην Αλβανία, όπως η δημιουργία τριών-τεσσάρων πολυϊατρείων σε επιλεγμένες πόλεις της γείτονος χώρας που θα κάλυπταν ένα μεγάλο μέρος του φορτίου της διάγνωσης και της πρωτοβάθμιας περίθαλψης από τα ελληνικά νοσοκομεία και θα συντόνιζαν τη μεταφορά προς τη χώρα μας μόνο των επιλεγμένων σοβαρών περιστατικών».








