Αρχαιολογία, έθνος και ταυτότητα
Πώς το σήμερα καθορίζεται από το χθες; Είναι η αρχαιολογική επιστήμη υποχείρια της πολιτικής; Πώς το φάντασμα της αρχαιολατρικής ελληνικότητας καθορίζει τη νεοελληνική καθημερινότητα;
Kατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα ο αρχαιολόγος Χρήστος Τσούντας, βασισμένος τόσο στις δικές του έρευνες όσο και στις πρόσφατες τότε ανακαλύψεις του Σλήμαν, ήταν από τους πρώτους που αναφέρθηκε στον μυκηναϊκό πολιτισμό ως πολιτισμό ελληνικό. Είχε προηγηθεί βεβαίως η συστηματοποίηση του ελληνικού ιστορικού χρόνου από τον Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο και κυρίως από τον Κωνσταντίνο Παπαρηγόπουλο. Η Ιστορία του Ελληνικού Εθνους του τελευταίου γνώρισε εκείνη την εποχή αλλεπάλληλες εκδόσεις και μεταβλήθηκε ταχύτατα στο έργο αναφοράς που σημάδεψε ποικιλοτρόπως την ελληνική ιστοριογραφία για σχεδόν έναν αιώνα.
Ο ακρογωνιαίος λίθος στο ιδεολογικό αφήγημα των Παπαρηγόπουλου και Τσούντα ήταν η αρραγής και διαχρονική συνέχεια της γλώσσας και του πολιτισμού των Ελλήνων επί τρεις χιλιάδες χρόνια ως απόδειξη αλλά και βάση της ταυτότητας του έθνους. Ο μυκηναϊκός κόσμος, η κλασική αρχαιότητα και το Βυζάντιο αντιμετωπίζονταν σε μια ρομαντική οπτική ως ο ενιαίος κορμός επί του οποίου έθαλλε πλέον- ύστερα από τη σκοτεινή παρένθεση της οθωμανοκρατίαςτο ελεύθερο ελληνικό κράτος. Οι αντιλήψεις αυτές αντλούσαν επιστημολογική νομιμότητα τόσο από τον γερμανικό ρομαντισμό και από θεωρίες όπως αυτές των Droysen και Ηerder όσο και από τις μάλλον απλουστευτικές προσεγγίσεις της νεοσύστατης ακόμη λαογραφίας, κυρίως υπό τον Νικόλαο Πολίτη.
Με αντάλλαγμα ένα κιάλι
Και οι αφορμές για να αναγνωρίσει κανείς τη συνέχεια στα ήθη και στα έθιμα του λαού (και άρα στην ιστορία του έθνους) δεν έλειπαν, όπως φανερώνει η αφήγηση του Εdward Clarke, υφηγητή στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ. Ηταν στα 1801, όταν ο Clarke επισκέφθηκε την Ελευσίνα και θέλησε να αποσπάσει ένα άγαλμα που θεωρούσε ότι παρίστανε τη θεά Δήμητρα. Το άγαλμα βρισκόταν μισοθαμμένο σε ένα χωράφι και οι ντόπιοι το φοβούνταν και το φρόντιζαν ανάβοντάς του καντήλια στις χριστιανικές γιορτές με την πίστη ότι προστάτευε τις σοδειές τους. Παρά το γεγονός ότι ο άγγλος ταξιδιώτης είχε άδεια να πάρει το άγαλμα από τον τοπικό οθωμανό αξιωματούχο (άδεια που κέρδισε με αντάλλαγμα ένα κιάλι!), κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να τον βοηθήσει. Χρειάστηκε η παρέμβαση του παπά της κοινότητας για να τα καταφέρει και για πολλά χρόνια μετά οι κάτοικοι της Ελευσίνας θρηνούσαν την απώλεια του αγάλματος και τις μίζερες σοδειές, όπως μαρτυρούν άλλοι περιηγητές. Το άγαλμα, που δεν παριστάνει τη Δήμητρα αλλά μια καρυάτιδα, βρίσκεται σήμερα στο Κέιμπριτζ.
Η ιδέα της συνέχειας του ελληνικού πολιτισμού και του ίδιου του έθνους έτρεφε και τρεφόταν ταυτοχρόνως από μιαν άλλη Ιδέα, τη Μεγάλη . Αυτή που προσέβλεπε στην ενσωμάτωση σε μια κρατική οντότητα όλων των τόπων όπου ακόμη κατοικούσαν Ελληνες. Με τα σκαμπανεβάσματά της η ιδέα αυτή ακολούθησε τις τύχες του ελληνικού κράτους. Απώθηση μετά την ήττα του 1897, έπαρση και ευφορία από τις νίκες στους Βαλκανικούς, για να καταλήξει σε οδύνη και ταπείνωση μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ετσι στη δεκαετία του 1930 η συζήτηση για το τι προσδιορίζει την ελληνική ταυτότητααποτέλεσε το επίκεντρο των αναζητήσεων μιας ολόκληρης γενιάς διανοουμένων, της Γενιάς του ΄30. Στον δημόσιο, συχνά διαπρύσιο, διάλογο ενεπλάκησαν μορφές που ήδη τότε, αλλά κυρίως αργότερα, είχαν μεγάλη επιρροή στα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά πράγματα του τόπου, όπως ο Φώτης Κόντογλου, ο Γιώργος Θεοτοκάς, ο Κώστας Βάρναλης, ο Χρήστος Καρούζος, ο Γιώργος Σεφέρης και ο Κωνσταντίνος Τσάτσος. Καθώς η συζήτηση για την ελληνικότητα εστιαζόταν προπαντός στα γράμματα και στις τέχνες, η αρχαιολογία βρέθηκε και πάλι στην καρδιά των διαξιφισμών και σε αγαστό εναγκαλισμό, ενίοτε ασφυκτικό, με τον εθνικιστικό λόγο και την εξουσία. Εν τω μεταξύ ο κριτικός τέχνης Κριστιάν Ζερβός είχε αποκαταστήσει την κυκλαδική τέχνη από τη σφαίρα της βαρβαρότητας στον κορμό του ελληνικού πολιτισμού προσδίδοντας στις αισθητικές αρχές της οικουμενικές διαστάσεις. Ο δρόμος βέβαια ήταν ήδη ανοιχτός από έργα μοντερνιστικής αφαίρεσης, όπως εκείνα των Giacometti και Βrancusi.
Η ελληνικότητα στο μικροσκόπιο
Οι θέσεις και τα ιδεολογικά προτάγματα της Γενιάς του ΄30 για την ελληνικότητα, καθώς και η σχέση της τελευταίας με την αρχαιολογία, βρίσκονται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των περισσότερων άρθρων του συλλογικού τόμου που επιμελήθηκαν οι Δημήτρης Δαμάσκος και Δημήτρης Πλάντζος, επίκουροι καθηγητές Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Πρόκειται κατά κάποιον τρόπο για επίλεκτα και επαυξημένα πρακτικά του συνεδρίου με τίτλο «Αρχαιότητα, αρχαιολογία και ελληνικότητα» που διοργανώθηκε από τους ίδιους τον Ιανουάριο του 2007 στο Μουσείο Μπενάκη. Ο τόμος με τίτλο «Μια μοναδική αρχαιότητα» και υπότιτλο «Αρχαιολογία και ελληνική ταυτότητα στην Ελλάδα του 20ού αιώνα» αποτελεί το τρίτο παράρτημα του περιοδικού του Μουσείου Μπενάκη. Ο πρωτότυπος αγγλικός τίτλος του παραπέμπει προφανώς στο κομβικό έργο του F. Jamson Α singular modernity:Εssays on the ontology of the present (Νέα Υόρκη, 2002). Η ίδια η επιλογή της αγγλικής γλώσσας για την έκδοση, παρά το γεγονός ότι 23 από τους 25 συγγραφείς είναι Ελληνες, δηλώνει απερίφραστα τη βούληση των επιμελητών να εγγραφούν επί ίσοις όροις στον διεθνή (αν και με έντονο αγγλοσαξονικό άρωμα) διάλογο που αναπτύσσεται δραστήρια την τελευταία δεκαετία για την αρχαιολογία, το έθνος και την ταυτότητα. Βλ. για παράδειγμα: DiazΑndreu Μ. & Champion Τ. (επιμ.), Νationalism and archaeology in Εurope (Λονδίνο, 1996). Μeskell L. (επιμ.), Αrchaeology under fire: Νationalism,politics and heritage in the Εastern Μediterranean and Μiddle Εast(Λονδίνο, 1998). Ηokwerda Η. (επιμ.), Constraction of Greek past:Ιdentity and historical consciousness from antiquity to the present (Γκρόνινγκεν, 2003). Gosden C.,
Αrchaeology and colonialism:Cultural contact from 5000 ΒC to the Ρresent (Κέιμπριτζ, 2004). Ηamilakis Υ., Τhe nation and its ruins:Αntiquity,archaeology and national imagination in Greece (Οξφόρδη, 2007). Ηamilakis Υ. & Duke Ρ. (επιμ.), Αrchaeology and capitalism:From ethics to politics (Γουόλνατ Κρικ, Καλιφόρνια, 2007). Οι συμβολές στον τόμο, παρ΄ ότι διαφορετικής εμβέλειας (ενίοτε και διαφορετικής στόχευσης), υπηρετούν με αξιοπρέπεια τον τίτλο του και παρέχουν πλούσιο υλικό για δημόσιο διάλογο που οφείλει από καιρό να ανοίξει και στα ελληνικά. Τα πράγματα είναι αρκετά σύνθετα και το θέτει ξεκάθαρα στο άρθρο του ο Μark Μazower: η αρχαιολογική επιστήμη δεν υπήρξε ποτέ απλό υποχείριο της πολιτικής στην Ελλάδα. Αλλες πλευρές αυτής της σύνθετης πραγματικότητας φωτίζουν τα άρθρα του Μichael Ηerzfeld για την ενσωμάτωση της αρχαιότητας σε μια πλουραλιστική νεωτερικότητα, της Ανδρομάχης Γκαζή για τις πολιτικές της προβολής μέσω των μουσειολογικών πρακτικών, του Κώστα Κοτσάκη για την «ελληνικότητα» της προϊστορίας, του Γιάννη Χαμηλάκη για την αποαποικιοποίηση της ελληνικής αρχαιολογίας, του Δημήτρη Τζιόβα ως πρόταση εργασίας για τις τέσσερις βασικές προσεγγίσεις του ελληνικού παρελθόντος, του Δημήτρη Φιλιππίδη για το φάντασμα του κλασικισμού στη μοντέρνα και μεταμοντέρνα αρχιτεκτονική, του Δημήτρη Πλάντζου για τη γραμμική αιτιότητα στο αφήγημα της ελληνικής τέχνης, αλλά και όλων των υπολοίπων συντελεστών.
Η ανάγνωση της αστικής μνήμης
Το φάντασμα μιας αρχαιολατρικής ελληνικότητας επιστρέφει από το ΄30 και έπειτα τακτικά στη νεοελληνική καθημερινότητα. Αλλοτε προστατευτικό για μια ορισμένη εκδοχή της αρχαιότητας και άλλοτε εκκαθαριστικό για ό,τι δεν υπάγεται σε αυτήν. Συχνά μάλιστα με τους ίδιους πρωταγωνιστές, όπως τον Αύγουστο του 1959, όταν ο Κάρολος Κουν ανέβασε στο Ηρώδειο τους Ορνιθες, προκαλώντας την μήνιν του τότε υπουργού Εσωτερικών Κωνσταντίνου Τσάτσου, ο οποίος διέταξε προσωπικά την απαγόρευση των υπολοίπων παραστάσεων. Η συγκεκριμένη παράσταση σήμερα θεωρείται κλασική και η αναβίωσή της περιλήφθηκε στο εφετινό πρόγραμμα του Ελληνικού Φεστιβάλ. Μια άλλη περίπτωση που η αρχαιότηταγίνεται αφορμή για μια επιλεκτική ανάγνωση της αστικής μνήμης βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη. Πρόκειται για τον αποχαρακτηρισμό από τις υπηρεσίες του ΥΠΠΟ ενός διατηρητέου art deco κτιρίου. Σχεδιασμένο το 1930 από τον Β. Κουρεμένο στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου 17, το κτίριο αυτό πρόκειται να κατεδαφιστεί για να παραχωρηθεί απρόσκοπτη θέα προς την Ακρόπολη από το νέο της μουσείο. Το κτίριο του Κουρεμένου κοσμείται από δύο εξαιρετικά ψηφιδωτά που παριστάνουν τον Οιδίποδα με τη Σφίγγα και την επιστροφή του Θησέα από την Κρήτη. Ποια σαρκαστική τύχη άραγε έφερε εκεί ακριβώς τους δύο μοναδικούς ακούσιους πατροκτόνους της ελληνικής μυθολογίας, να μας θλίβουν με συνειρμούς για τη συμπλεγματική μας σχέση με τα προγονικά μεγαλεία;
Ο κ.Αθανάσιος Σίδερης είναι προϊστάμενος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας στο Ιδρυμα Μείζονος Ελληνισμού.








