Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010
Έντυπη Έκδοση

Πώς είναι να σε απολύει ο Τζορτζ Κλούνεϊ

Λάιτ ταινία με βαρύ θέμα, το «Ραντεβού στον αέρα» των έξι υποψηφιοτήτων για Οσκαρ ξεχωρίζει σε μια μάλλον φτωχική εβδομάδα

ΤΟΥ I. ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ | Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010
Εκτύπωση Αποστολή με Email
Μικρό μέγεθος γραμματοσειράς Μεσαίο μέγεθος γραμματοσειράς Μεγάλο μέγεθος γραμματοσειράς
Προσθήκη στο Delicious Προσθήκη στο Facebook Προσθήκη στο Newsvine Bookmark

Δεν είναι δύσκολο να καταλάβεις τους λόγους για τους οποίους το «Ραντεβού στον αέρα» («Up in the air», ΗΠΑ, 2009) του Τζέισον Ράιτμαν (ο σκηνοθέτης του «Juno») έχει πάρει τόσο μεγάλη φόρα ώστε να φθάσει ως τις υποψηφιότητες των Οσκαρ- διεκδικεί τα βραβεία καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, σεναρίου, α΄ ανδρικού ρόλου ( Τζορτζ Κλούνεϊ )και δύο β΄ γυναικείου ( Βέρα Φαρμίγκα, Αννα Κέντρικ ). Το μεγαλύτερο ατού αυτής της ταινίας είναι ότι αντιμετωπίζει με χάρη αλλά και εντιμότητα ένα πολύ σοβαρό ζήτημα των καιρών μας, το οποίο το αμερικανικό κινηματογραφικό προϊόν ευρείας κατανάλωσης συνήθως αποφεύγει: τις απολύσεις.

Ο Τζορτζ Κλούνεϊ υποδύεται το αστέρι μιας «εταιρείας απολύσεων» (ναι, σωστά διαβάζετε), δουλειά του οποίου είναι να ξελασπώνει τα διευθυντικά στελέχη εταιρειών ανά την Αμερική που θέλουν να μειώσουν το προσωπικό τους χωρίς οι ίδιοι να λερώνουν τα χέρια τους. Φανατικός εργένης (απορρίπτει τον γάμο με κυνική επιχειρηματολογία), περνά τη ζωή του «οργώνοντας» αεροπορικώς τις ΗΠΑ για να ανακοινώνει δυσάρεστα νέα. Και η ειρωνεία είναι ότι η δουλειά του τού επιτρέπει να ασχολείται καλύτερα με το χόμπι του, τη χρήση πλαστικών καρτών. Ονειρό του, να καταστεί ο πρώτος άνθρωπος που θα έχει στο ενεργητικό του 1 εκατομμύριο αεροπορικά μίλια!

Ο Τζέισον Ράιτμαν δουλεύει προσεκτικά τις αλλοπρόσαλλες καταστάσεις που συνεπάγονται, στις οποίες τον πρώτο λόγο έχουν οι σκηνές με τις αντιδράσεις των απολυμένων. Αλλοι γίνονται επιθετικοί, άλλοι μιλούν για αυτοκτονία, κάποιοι ξεσπούν σε λυγμούς.

Τ ο φιλμ καταγράφει με ωμή ειλικρίνεια όλα αυτά τα περιστατικά και το γεγονός ότι οι σκηνές γυρίστηκαν με ανθρώπους που έχουν απολυθεί στην πραγματικότητα προσθέτει γνήσιο ρεαλισμό. Από την άλλη πλευρά, βεβαίως, δεν έχουμε να κάνουμε με έργο του Κεν Λόουτς, αλλά με μια ταινία που πρέπει να πατήσει πάνω στις συμβάσεις χολιγουντιανού προϊόντος. Αυτό σημαίνει ότι από κάποια στιγμή και έπειτα η ταινία, χωρίς να χάνει τη σοβαρότητά της, μετατοπίζει το ενδιαφέρον του θεατή στη σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στον Κλούνεϊ και σε δύο γυναίκες. Η μία (Βέρα Φαρμίγκα) είναι ένα εξίσου κυνικό θηλυκό που αναζητεί το εφήμερο σεξ, η άλλη (Αννα Κέντρικ) είναι η νεαρή συνάδελφός του που έχει τη φαεινή ιδέα της ανακοίνωσης των απολύσεων μέσω... Διαδικτύου, έτσι ώστε να μειώνεται το κόστος (κάτι που σημαίνει ότι μελλοντικώς ίσως κινδυνεύει η δουλειά του ιδίου του Κλούνεϊ). Αποτέλεσμα: μια λάιτ ταινία με βαρύ θέμα. Χωρίς να είναι σπουδαία, δύσκολα ξεχνιέται.

«Επικίνδυνες μαγειρικές»(Ελλάδα, 2010)

Η χρυσή κινηματογραφική συνταγή «κρεβάτι και κουζίνα» δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει πιο αποτελεσματικά από ό,τι στην ιστορία του Δημήτρη ( Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης ), του Δαμοκλή ( Γιώργος Χωραφάς ) και της Νανάς ( Κάτια Ζυγούλη - στη φωτογραφία με τον Μαρκουλάκη), στην κινηματογραφική διασκευή του μπεστ σέλερ του Αντρέα Στάικου σε σκηνοθεσία Βασίλη Τσελεμέγκου. Σεφ ο πρώτος, μάγειρας πλοίων ο δεύτερος, γυναικάρα η τρίτη. Το γκουρμέ ερωτικό παιχνίδι τους, glossy φωτογραφημένο από τον Γιάννη Δρακουλαράκο , σου ανοίγει την όρεξη για σεξ και για φαγητό. Δέχεσαι με χαμόγελο ακόμη και τα ψευδοφιλοσοφίζοντα γκουρμέ αποφθέγματα, όπως το ότι «ο μαϊντανός έχει γυναικείο ένστικτο και σε οδηγεί εκεί όπου θέλει» ή ότι «η πατάτα είναι πιο νόστιμη όταν έχει ψηθεί μέσα στη μήτρα της». Αν η ομιλία της Ζυγούλη ήταν λίγο πιο επεξεργασμένη, θα είχαμε μπροστά μας την πιο άρτια, εμπορικών προδιαγραφών, ταινία από την εποχή της «ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ κουζίνας».

Και ίσως να ήταν πολύ πιο ενδιαφέρον αν η Νανά μιλούσε ελάχιστα ή καθόλου, γιατί ούτως ή άλλως είναι μια ηρωίδα που λειτουργεί περισσότερο ως ερωτικό σύμβολο παρά ως φυσικό πρόσωπο- γεγονός που δηλώνει σαφώς και το μυθιστόρημα.

«Η εκδίκηση της Καταλίν Βάργκα»(«Κatalin Varga», Αγγλία/ Ρουμανία, 2009)
Οι εικαστικές καταβολές του ελληνικής καταγωγής βρετανού σκηνοθέτη Πίτερ Στρίκλαντ είναι εμφανείς στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, ένα πόνημα που χρειάστηκε τέσσερα χρόνια ώσπου να ολοκληρωθεί και πραγματεύεται με ιδιαίτερο τρόπο θέματα όπως η εκδίκηση και η λύτρωση. Ο τίτλος της ταινίας αναφέρεται στο κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας, μια αινιγματική γυναίκα (μικρή αποκάλυψη η πανέμορφη και σέξι Χίλντα Πέτερ - στη φωτογραφία), η οποία περιπλανάται στη ρουμανική ύπαιθρο αναζητώντας τον πατέρα του γιου της. Η επαφή της με έναν εξίσου αινιγματικό χωρικό ( Τίμπορ Πάλφι ) προκαλεί στον θεατή ακόμη περισσότερα ερωτηματικά. Αλλά αυτό που ενδιαφέρει στον Στρίκλαντ δεν είναι τόσο η λύση του «αστυνομικού μυστηρίου» όσο η αίσθηση που αφήνει το φιλμ. Με τη βοήθεια της εξαιρετικής φωτογραφίας του Μαρκ Γκιόρ ι- «συλλαμβάνει» έξοχα την άγρια φύση και συχνά τα κάδρα θυμίζουν πίνακες ζωγραφικής που σε προσκαλούν να βυθιστείς μέσα τους.

Διόλου τυχαία η ταινία απέσπασε την Αργυρή Αρκτο καλλιτεχνικής συμβολής στο περυσινό Φεστιβάλ Βερολίνου καθώς επίσης και το βραβείο ευρωπαϊκής ανακάλυψης της χρονιάς στα Ευρωπαϊκά Βραβεία Κινηματογράφου.

Περισσότερες Ειδήσεις

Περισσότερες Ειδήσεις…