Παραχάραξη

Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ | Κυριακή 15 Ιουνίου 2008
Εκτύπωση Αποστολή με Email
Μικρό μέγεθος γραμματοσειράς Μεσαίο μέγεθος γραμματοσειράς Μεγάλο μέγεθος γραμματοσειράς
Προσθήκη στο Delicious Προσθήκη στο Digg Προσθήκη στο Facebook Προσθήκη στο Newsvine Bookmark


Περίμενα να ξεφουσκώσει κάπως η κατά κανόνα γραφική διαμάχη για το αν καλώς ή κακώς ερμηνεύτηκαν επτά λέξεις στο δοκίμιο των πανελλαδικών εξετάσεων για το μάθημα «Νεοελληνική γλώσσα - Γενική παιδεία», προκειμένου να σχολιάσω την ανήκουστη λαθροχειρία που έγινε στη συγκεκριμένη περίπτωση εις βάρος ενός σημαντικού κειμένου του Γιώργου Σεφέρη. Το οποίο, αποσπασμένο βάναυσα από τα συμφραζόμενά του και λαθραία κουτσουρεμένο, παραχαράχτηκε τόσο καθ' εαυτό όσο και με τις συναρτημένες εξεταστικές «Παρατηρήσεις». Πρόκειται για ανεπίτρεπτη πράξη, που θα έπρεπε να εξεγείρει τουλάχιστον τα φιλολογικά τμήματα των φιλοσοφικών μας σχολών.

Από αλλού ωστόσο, τα Χανιά, έφτασε η, γενναία και ουσιαστική, εξαίρεση: αποτυπωμένη στο διαδίκτυο (alfavita.gr), συνταγμένη και υπογεγραμμένη από τον φιλόλογο Γιάννη Μαργιούλα. Η επάρκεια, το θάρρος και το ήθος της επιστολικής αυτής γραφής μαρτυρούν παρήγορη εγρήγορση κάποιων μάχιμων δασκάλων, που τους οφείλεται δημόσιος έπαινος, έμπρακτο μερίδιο του οποίου αποτελούν τα επόμενα παραθέματα από το διεξοδικό κείμενο του Γιάννη Μαργιούλα - μακάρι να μπορούσε να αναδημοσιευτεί εδώ ολόκληρο.

Εντοπίζονται πρώτα τα παραλειπόμενα συμφραζόμενα του σεφερικού παραθέματος, ερήμην των οποίων επιχειρήθηκε η πολλαπλή διαστροφή του στις προκείμενες πανελλαδικές εξετάσεις. Περί αυτού ο Γιάννης Μαργιούλας, έχοντας με προσοχή ελέγξει την προέλευση του κειμένου στον οικείο τόμο των «Δοκιμών», ενημερώνει επακριβώς και ευθαρσώς αποκαλύπτει:

«Πρόκειται για μια ομιλία του ποιητή κατά την αναγόρευσή του σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τον Απρίλιο του 1964, λίγους μήνες μετά τη βράβευσή του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Ο τίτλος της είναι: Η γλώσσα στην ποίησή μας. Στα μισά περίπου της ομιλίας του και αφού ο Σεφέρης αναφέρει τον αγώνα του ποιητή να διαμορφώσει το προσωπικό γλωσσικό του ύφος, υπερβαίνοντας τις γλωσσικές αμηχανίες του κοινωνικού του περίγυρου (επιμένει σε τρία παραδείγματα: Σολωμός, Κάλβος, Καβάφης), περνά στο ζήτημα που κατέχει η ελληνική λογοτεχνία και γλώσσα στο ευρύτερο ευρωπαϊκό πνευματικό περιβάλλον, σημειώνοντας: «Αν αφήσουμε κατά μέρος παλαιότερα έργα, που πολλοί από μας -εννοώ τους λογοτέχνες- μοιάζει να τα θεωρούν ξεπερασμένα και χωρίς οργανική επιρροή στη ζωή τους, η σημερινή ελληνική λογοτεχνία είναι καρπός κράτους εκατόν πενήντα χρόνων. Μετρώντας με τα μέτρα της ζωής των λαών, όχι των ανθρώπων, δεν ξέρω αν τα λίγα αυτά χρόνια είναι αρκετά για την ενηλικίωσή της. Ομως το πράγμα που θα 'πρεπε να μας ενδιαφέρει όλους είναι πόσο η λογοτεχνία αυτή μπορεί να αντισταθεί στην απορρόφησή της από ισχυρότερες γλώσσες και λογοτεχνίες. Κι αν μας ενδιαφέρει αυτό, θα πρέπει αναγκαστικά να πούμε πως δεν της μένουν διόλου περιθώρια να σπαταλά δυνάμεις, όπως όταν απαρνιέται την παλαιά της παράδοση. Παράδοση δε σημαίνει απαρίθμηση και μνείες παλαιών τίτλων, αλλά έργα που ζουν και γονιμοποιούν τη δημιουργική φαντασία των σημερινών ζωντανών ανθρώπων».

Σ' αυτό το ιστορικό, γραμματολογικό και λογοτεχνικό πλαίσιο (που επιδεικτικώς αγνοήθηκε και αποσιωπήθηκε στην προκειμένη περίπτωση) επιτάσσονται τρεις παράγραφοι της σεφερικής ομιλίας για την παράδοση, οι οποίες διαστρέφονται εις τριπλούν στο περί ου ο λόγος εξεταστικό δοκίμιο: α) στην πρώτη παράγραφο καταποντίζεται η κρίσιμη φράση Είμαστε τώρα μέρος της λογοτεχνίας της Ευρώπης (εννοώ με την πιο πλατιά έννοια)· β) παραλείπεται μετά ολόκληρη η δεύτερη παράγραφος, όπου ο λόγος για τη Σελεύκεια ως τρίτη μεγάλη πολιτεία του αρχαίου κόσμου, έπειτα από τη Ρώμη και την Αλεξάνδρεια, (που υπήρξε) ένας μεγάλος αγωγός των ιδεών της Δύσης προς την Ανατολή και της Ανατολής προς τη Δύση· γ) εξαφανίζονται, τέλος, όλοι οι δείχτες περί λογοτεχνικής παράδοσης, με αποτέλεσμα να προβάλλεται απροσδιόριστη και γενικευμένη η έννοιά της ως απόλυτη αξία.

Γιατί, πώς και προς τι ασκήθηκε η τριπλή αυτή λαθροχειρία; Γράφει σχετικώς ο Γιάννης Μαργιούλας με δίκαιη αγανάκτηση: «Οταν αναφερόμαστε στην παράδοση γενικώς και αορίστως, πού πάει το μυαλό του καθενός; παντού και πουθενά. Ενας τόσο ρευστός και αμφιλεγόμενος όρος, που μπορεί να περιλάβει τα πιο αντιφατικά πράγματα (από το δημοτικό τραγούδι, το κοκορέτσι και το ψαλτήρι, μέχρι την προίκα και την οπλοκατοχή στη συνείδηση αυτού που καλείται να τον επεξεργαστεί, καταλήγει να μη σημαίνει τίποτα. Μη μπορώντας ο μαθητής (αλλά και ο καθένας) να στρέψει τη σκέψη του σε συγκεκριμένες καταστάσεις από τη ζωή και την κοινωνία, μπλοκαρισμένος από το χαώδες του θέματος, αδυνατεί να προχωρήσει σε συλλογισμούς με ουσιαστικό περιεχόμενο. Μόνη διέξοδος - για όσους έχουν γερό μνημονικό και είναι αρκούντως εξασκημένοι - η καταφυγή σε ετοιματζίδικα φληναφήματα.».

Φυσικά και θα συνεχίσω.

Επιστολές προς «Το Βήμα»

ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ: ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ 80,
ΑΘΗΝΑ 115 28
ΤΗΛΕΦΩΝΟ: 211-365.7000 FAX: 211-365.8004
E-MAIL:

ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ ΠΑΡΑΝΟΜΙΑΣ ΣΤΑΥΡΟΣ ΨΥΧΑΡΗΣ

Την εποχή της πρώιμης δημοκρατίας, δηλαδή τα χρόνια μετά την πτώση της απριλιανής χούντας, υπήρχαν θέσεις υπουργών που εξασφάλιζαν την επανεκλογή του βουλευτή ο οποίος κατείχε το ...

Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ: παλαιότερα άρθρα

Περιεχόμενο ενότητας

Επιστροφή στην κορυφήΤο Βήμα σας προτείνει