Οι ημέρες που συγκλόνισαν τη Γουόλ Στριτ
* Η «ανορθόδοξη» διάσωση της Bear Stearns και τα μηνύματα που έστειλε εντός και εκτός της αμερικανικής επικρατείας
Η κατάρρευση ενός εκ των μεγαλυτέρων επενδυτικών ομίλων της Wall Street αποκάλυψε ότι η έκταση της κρίσης ρευστότητας στην αμερικανική αγορά είναι πολύ πιο βαθιά και εκτεταμένη από όσο υποψιάζονταν - ή έστω παραδέχονταν δημοσίως - οι αναλυτές. Η πώληση της Bear Stearns στην ανταγωνίστριά της JP Morgan Chase έτσι όπως έγινε, δηλαδή αντί πινακίου φακής, με χρήματα των αμερικανών φορολογουμένων και καθ' υπέρβαση των κανόνων και πρακτικών που διέπουν το αμερικανικό χρηματοοικονομικό σύστημα, αποκάλυψε επίσης τον πανικό της κυβέρνησης και της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ για το μέλλον του χρηματοπιστωτικού οικοδομήματος της μεγαλύτερης - φευ, όχι πλέον και ισχυρότερης... - οικονομίας του πλανήτη.
Με αφορμή τη δοκιμασία της Bear Stearns το τελευταίο δεκαήμερο δοκιμάστηκε σκληρά η αξιοπιστία των (εν ευρυτάτη εννοία) αγορών. Σύμπασα η υφήλιος παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα τις δραματικές εξελίξεις στη «μητρόπολη του καπιταλισμού», τη Wall Street. Και το στοίχημα όλων των αγωνιώντων είναι ότι το «σύστημα» διαθέτει σε υψηλό βαθμό το αίσθημα της επιβίωσης. Για λόγους αυτοσυντήρησης, άλλωστε, ουδείς τολμά να αμφισβητήσει τη λειτουργικότητα και τη στατική ισχύ του χρηματοοικονομικού οικοδομήματος της Δύσης, έτσι όπως αυτό διαμορφώθηκε με τη Συνθήκη του Μπρέτον Γουντς το 1944, τροποποιήθηκε με την κατάργηση του Κανόνα Χρυσού το 1971, εκσυγχρονίστηκε παγκοσμιοποιούμενο μετά την κατάρρευση του Τείχους του Βερολίνου το 1989 και εκφυλίστηκε αγοραιοποιούμενο από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 και εντεύθεν. Αν και η ίδια η «Wall Street Journal» παραδέχτηκε την περασμένη Τετάρτη ότι τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν τις τελευταίες ημέρες «συγκλόνισαν τον αμερικανικό καπιταλισμό».
Ηταν μεγάλο το σοκ που έπληξε τις «όπου γης» αγορές την περασμένη Δευτέρα, όταν έγινε γνωστό ότι η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) προικοδοτεί με 30 δισ. δολάρια την Bear Stearns για να γλιτώσει η τράπεζα το λουκέτο και να περάσει όσο το δυνατόν πιο «αναίμακτα» στα χέρια της ανταγωνίστριάς της JP Morgan Chase. Επρόκειτο για κίνηση που φανέρωνε τον πανικό της αμερικανικής πολιτικοοικονομικής ελίτ για το μέλλον της Wall Street και κατ' επέκταση για την τύχη της αμερικανικής οικονομίας. Γιατί όλοι αντιλαμβάνονταν ότι η Bear Stearns δεν είναι Northern Rock. Δεν είναι μια μικρή, για τα διεθνή δεδομένα, τράπεζα που κατέρρεε επειδή «τζογάρισε» λίγο περισσότερα απ' όσα σήκωνε η τσέπη της στη διαβόητη αμερικανική αγορά ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων υψηλού κινδύνου και χαμηλής εξασφάλισης (subprime market) και στα τιτλοποιημένα χρηματοοικονομικά προϊόντα που στηρίζονταν σε αυτήν - υποτίθεται ότι τη στήριζαν κιόλας... Ηταν μια κολοσσιαία επενδυτική τράπεζα, ένας «θεσμός» της Wall Street. Ενας χρηματοπιστωτικός όμιλος που είχε επιβιώσει στο χρηματιστηριακό «κραχ» του 1929 και στη Μεγάλη Υφεση που ακολούθησε τη δεκαετία του 1930, αλλά δεν κατάφερνε να ξεπεράσει την κρίση της σύγχρονης, «λαϊκής» εκδοχής των θαλασσοδανείων (δανεικά κι αγύριστα) και του «σύνθετου» τζόγου που οι πεφωτισμένοι νόες των τεχνικών της χρηματοοικονομικής εξουσίας «δόμησαν» γύρω απ' αυτά.
Το σοκ ήταν μεγάλο και από το τίμημα της εξαγοράς: δύο (2) δολάρια ανά μετοχή! Πρόκειται για τιμή κατά... 90% χαμηλότερη από την τιμή στην οποία είχε κλείσει η μετοχή της τράπεζας την Παρασκευή, 14 Μαρτίου, την τελευταία ημέρα, δηλαδή, προτού ανακοινωθούν τα ανήκουστα. Σημειωτέον ότι λίγο πριν από τα περασμένα Χριστούγεννα η Bear Stearns είχε ανακοινώσει για το τρίμηνο Σεπτεμβρίου-Νοεμβρίου 2007 (το τέταρτο του οικονομικού της έτους) ζημιές 854 εκατ. δολαρίων. Εγινε έτσι η πρώτη τράπεζα της Wall Street που «έπεσε στο κόκκινο» εξαιτίας της έκθεσής της στη subprime market. Είναι χαρακτηριστικό ότι και ο τότε διευθύνων σύμβουλος της Bear Stearns Τζέιμς Κέιν είχε χαρακτηρίσει «απαράδεκτα» τα οικονομικά αποτελέσματα και είχε διαμηνύσει στους υψηλόβαθμους μάνατζερ της τράπεζας να ξεχάσουν τα μπόνους. Ποια μπόνους... Στις 8 Ιανουαρίου 2008 ο Κέιν παρέδωσε την σκυτάλη της τράπεζας στον Αλαν Σβαρτς, κατ' απαίτηση των μετόχων - σημειωτέον ότι ο Κέιν ήταν το 2007, σύμφωνα με το περιοδικό «Forbes», ο πλουσιότερος μάνατζερ της Wall Street, με προσωπική περιουσία 1,3 δισ. δολαρίων. Ο Σβαρτς, με ιστορία 30 χρόνων στην Bear Stearns, παρέλαβε τη μετοχή της τράπεζας στα 75 δολάρια για να την κατεβάσει στα 3,99 δολάρια και τελικώς να αναγκαστεί να την πουλήσει για 2 δολάρια, πέντε μόλις ημέρες αφότου είχε διαβεβαιώσει τους μετόχους ότι η επιχείρηση είχε την «απαραίτητη ρευστότητα» για να ξεπεράσει τα προβλήματα που αντιμετώπιζε στην αγορά...
Από τα τέλη της περασμένης χρονιάς, ωστόσο, ο αναλυτής της National City Bank Τομ Τζάλικς είχε δηλώσει στο πρακτορείο Bloomberg: «Τα προβλήματα για την Bear Stearns είναι μυριάδες, καθώς οι επενδύσεις της συγκεκριμένης τράπεζας δεν είναι αρκούντως διαφοροποιημένες, ενώ δεν είναι μεγάλη η παρουσία της ούτε στις ξένες αγορές ούτε στις αγορές κεφαλαίων». Πράγματι, οι διαγραφές αξιών που έκανε η Bear Stearns εξαιτίας της έκθεσής της στην αμερικανική αγορά ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων υψηλού κινδύνου είναι μικρότερες («μόνο» 3,2 δισ. δολάρια) σε σύγκριση με τις διαγραφές που έκαναν άλλες τράπεζες. Οι διαγραφές της Citigroup, για παράδειγμα, έχουν φθάσει σήμερα στα 18 δισ. δολάρια, οι διαγραφές της Merrill Lynch έφθασαν στα 14,1 δισ. δολάρια, ενώ η UBS και η Morgan Stanley έχουν «ξεχάσει» 13,5 δισ. και 9,4 δισ. δολάρια αντιστοίχως. Σημειωτέον ότι η εξαγοράζουσα την Bear Stearns, JP Morgan Chase, έχει προσώρας διαγράψει ανάλογες επενδύσεις (3,2 δισ. δολαρίων) στη subprime market.
Ωστόσο όλοι οι χρηματοπιστωτικοί κολοσσοί της Wall Street και της Ευρώπης είχαν καταφέρει να εμφανίσουν κέρδη τετάρτου τριμήνου. Το πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους η «υπόθεση κερδοφορία» γίνεται όλο και πιο... μαχητή για όλο και πιο πολλούς τραπεζικούς ομίλους. Μόλις την περασμένη Πέμπτη η Credit Suisse, η δεύτερη μετά τη UBS σε ενεργητικό ελβετική τράπεζα, ανακοίνωσε ότι «δεν είναι δυνατόν να εμφανίσει κέρδη το πρώτο τρίμηνο του 2008 εξαιτίας της διαγραφής επενδύσεων 2,85 δισ. δολαρίων». Εξ αυτών οι διαγραφές 1,9 δισ. δολαρίων οφείλονται σε επενδύσεις σε μετοχές και άλλα «σύνθετα» χρηματοοικονομικά προϊόντα που στηρίζονταν στην αμερικανική subprime market.
* Δραματικά 24ωρα
Ο τρόπος κατά τον οποίο εκτυλίχθηκε το δράμα της Bear Stearns, για την ακρίβεια ο τρόπος με τον οποίο τόσο η κυβέρνηση Μπους όσο και η διοίκηση της Fed χειρίστηκαν την υπόθεση διάσωσης της τράπεζας, ήταν εξόχως ανησυχητικός για τους παροικούντες - είτε διά της φυσικής παρουσίας τους είτε ηλεκτρονικώς - την Wall Street, καθώς γέννησε υποψίες ότι η κατάσταση που προέκυψε από την κρίση ρευστότητας κινδυνεύει να τεθεί εκτός ελέγχου. Η ανησυχία αυτή αποτυπώθηκε στις ιλιγγιώδεις διακυμάνσεις των τιμών των μετοχών και των γενικών δεικτών στη Wall Street και βεβαίως στις αγορές κεφαλαίων, συναλλάγματος και εμπορευμάτων σε κάθε γωνιά της γης. Κατ' αρχάς την ψυχραιμία της φάνηκε να χάνει η αμερικανική κυβέρνηση. Την Παρασκευή 14 Μαρτίου ο υπουργός Οικονομικών Χένρι Πόλσον είχε εκφράσει την πεποίθηση ότι η πρωτοβουλία της Fed να στηρίξει με 30 δισ. δολάρια την παραπαίουσα επενδυτική τράπεζα θα καθησύχαζε τις αγορές. Ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους έσπευσε να υπερθεματίσει, υπογραμμίζοντας τα «γερά θεμέλια στα οποία στηρίζεται η αμερικανική οικονομία».
Την επομένη, ωστόσο, ο Πόλσον είχε ήδη πειστεί ότι καλό θα ήταν να ανοίξει εντός του Σαββατοκύριακου, προτού δηλαδή ανοίξει τη Δευτέρα το Χρηματιστήριο, ο δρόμος για την «ομαλή μεταβίβαση» της Bear Stearns υπό τον έλεγχο της JP Morgan. Ασκήθηκαν ασφυκτικές πιέσεις στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Bear Stearns, προκειμένου να εγκρίνουν τάχιστα και με συνοπτικές διαδικασίες την πώληση της τράπεζας αντί πινακίου φακής. «Είχαμε την εντύπωση ότι μας έδωσαν διορία 28 ημερών για να πάρουμε τις αποφάσεις μας κι αυτοί μας έδωσαν τελικά ένα 24ωρο» φέρεται να δήλωσε μέλος του διοικητικού συμβουλίου.
Επειτα έχουμε και τις πολιτικώς εγκεκριμένες - αν όχι υπαγορευθείσες - πρωτοβουλίες της Fed. Η «ανεξάρτητη» κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ αποφάσισε να αποσύρει από την αγορά «δύσκολα διαπραγματεύσιμες» μετοχές και επίσης να χορηγήσει άμεση δανειακή βοήθεια σε επενδυτική τράπεζα της Wall Street. Πρόκειται για αποφάσεις και πρωτοβουλίες που δεν έχουν προηγούμενο. Οπως έγραψε χαρακτηριστικά η «Wall Street Journal»: «Ούτε λίγο ούτε πολύ η Ουάσιγκτον πέταξε από το παράθυρο το βιβλίο με τους κανόνες λειτουργίας του χρηματοοικονομικού συστήματος, ενώ η Fed υπήρξε η εμπροσθοφυλακή των κυβερνητικών αποφάσεων». Ως γνωστόν, η «WSJ» δεν είναι κάποια «φυλλάδα» που ελέγχουν ακτιβιστές, αλλά η μεγαλύτερη σε κυκλοφορία οικονομική εφημερίδα στον κόσμο, την οποία προ μηνών εξαγόρασε ο μεγιστάνας των ΜΜΕ Ρούπερτ Μέρντοκ. Η εφημερίδα θέτει το εύλογο ερώτημα αν η κυβέρνηση της Ουάσιγκτον με τη σπουδή της να σώσει την Bear Stearns δημιουργεί προηγούμενο και θα ακολουθήσουν και άλλες παρεμβάσεις υπέρ καταρρεόντων χρηματοπιστωτικών οργανισμών σε περίπτωση που δεν αποδίδουν πιο «παραδοσιακές» μέθοδοι και πρακτικές διάσωσης, όπως είναι οι ενέσεις ρευστότητας - δηλαδή οι μειώσεις επιτοκίων - από τη Fed. Ειρήσθω εν παρόδω, και η τελευταία μείωση των αμερικανικών επιτοκίων κατά 75 μονάδες βάσης δεν έπεισε τους επενδυτές ότι μπορεί να προσφέρει στον αγώνα υπέρβασης της κρίσης ρευστότητος που αίφνης προέκυψε - γιατί η μέχρι προ ολίγων μηνών επωδός των «ειδικών» σε κάθε ανάλυσή τους για την αμερικανική οικονομία και τις αγορές ήταν η «απίστευτη ρευστότητα» και το «πολύ χρήμα» που (υποτίθεται ότι) υπήρχε.
* Ζήτημα «ψυχολογίας»
Μια εξαιρετική απάντηση στο ερώτημα της «WSJ» έδωσε ο Δημοκρατικός γερουσιαστής της Νέας Υόρκης Τσαρλς Σάμερ: «Οταν αντικρίζεις την άβυσσο, δεν κολλάς στις λεπτομέρειες»! Μα αποτελεί «λεπτομέρεια» η πεμπτουσία της ηγεμονεύουσας οικονομικής κοσμοθεωρίας της «ελεύθερης αγοράς», του «λιγότερου κράτους», του «laissez faire» και εν τέλει της «αοράτου χειρός» που διορθώνει τις πρόσκαιρες ανισορροπίες και καλύπτει τα «κενά» της αγοράς με τον πλέον φυσικό τρόπο γιατί ως γνωστόν «η φύση απεχθάνεται το κενό»; Μα όλα αυτά είναι θεωρίες και οι θεωρίες βεβαίως και αποτελούν «λεπτομέρεια». Η αγορά είναι ζήτημα ηθικού, δηλαδή ζήτημα «ψυχολογίας», όπως λέγεται στην αγοραία διάλεκτο. Και η κατάρρευση ενός «μεγάλου μαγαζιού της Wall Street» ήταν βέβαιο ότι θα καταρράκωνε το ηθικό το επενδυτών. Αυτό ήταν το συμπέρασμα του αποφασιστικού δίωρου conference call που ξεκίνησαν στις 5 το απόγευμα της Παρασκευής 14 Μαρτίου ο υπουργός Οικονομικών Πόλσον, ο πρόεδρος της Fed Μπεν Μπερνάνκι και ο πρόεδρος της ομόσπονδης τράπεζας της Νέας Υόρκης και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Fed Τίμοθι Τζέιθνερ.
Λέγεται ότι καθοριστικό ρόλο στη διάσωση της Bear Stearns και εν γένει στη μεθόδευση των εξελίξεων διαδραμάτισε ο Πόλσον. Παλαιό στέλεχος ενός άλλου «θεσμού» της Wall Street, της Goldman Sachs, ο υπουργός αντελήφθη ότι το πρόβλημα της Bear Stearns ήταν πολύ βαθύ και ότι η τράπεζα δύσκολα θα ορθοποδούσε στο μέλλον - σημειωτέον ότι πρόκειται για τη δεύτερη τράπεζα των ΗΠΑ σε ό,τι αφορά την έκδοση ομολόγων που συνδέονται με την αμερικανική αγορά στεγαστικών δανείων - όχι μόνο των subprime αλλά στο σύνολό της. Αν αληθεύουν οι πληροφορίες αυτές, τις οποίες δημοσίευσε η «WSJ», ο Πόλσον, με την επιμονή του να τελειώνει το ζήτημα της στήριξης της Bear Stearns εντός του Σαββατοκύριακου που πέρασε, αποκάλυψε ότι φοβόταν δύο πράγματα - και τα δύο άκρως ανησυχητικά: Πρώτον, ότι αν κατέρρεε η Bear Stearns θα συμπαρέσυρε και άλλες τράπεζες της Wall Street και δεύτερον ότι η Bear Stearns τελικώς θα... κατέρρεε επειδή το κακό δεν θα περιοριστεί στα στεγαστικά δάνεια που χορήγησαν αφειδώς οι τράπεζες σε εντελώς ανυπόληπτους δανειολήπτες, αλλά και στο σύνολο της πιστωτικής αγοράς - είτε πρόκειται για στεγαστική είτε για καταναλωτική πίστη. Γιατί είναι γνωστό ότι οι Αμερικανοί ζουν και καταναλώνουν με δανεικά...
Η πραγματικότητα αυτή, το γεγονός δηλαδή ότι οι αμερικανοί πολίτες είναι χρεωμένοι ως τον λαιμό, φαίνεται ότι τρομοκρατεί την αμερικανική κυβέρνηση και τη Fed. Γι' αυτό οι τενόροι της ελεύθερης αγοράς δεν δίστασαν να χρησιμοποιήσουν χρήματα των φορολογουμένων για να εγγυηθούν την επιβίωση ενός χρηματοπιστωτικού ομίλου. Δείγματα προστατευτισμού και οικονομικού πατριωτισμού η παρούσα νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση των ΗΠΑ έχει δώσει πάμπολλα: Από την άγρια δασμολόγηση των ιαπωνικών χαλυβουργιών ως την εκδίωξη κακήν κακώς από τη χώρα της κινεζικής πετρελαϊκής εταιρείας CNOOC, η οποία διεκδικούσε την εξαγορά της πέμπτης σε κεφαλαιοποίηση αμερικανικής πετρελαϊκής Unocal. Εν προκειμένω τα πράγματα είναι πολύ σοβαρότερα. «Αν άφηναν την Bear Stearns να χρεοκοπήσει, νομίζω πως θα είχαμε συστημικά προβλήματα που ενδεχομένως θα προσλάμβαναν μεγάλες διαστάσεις» δήλωσε ο Δημοκρατικός πρόεδρος της Τραπεζικής Επιτροπής της Γερουσίας Κρίστοφερ Ντοντ έπειτα από ενημερωτική συνάντηση που είχε την περασμένη Κυριακή το απόγευμα με τους Πόλσον και Μπερνάνκι.
Να υποθέσει κανείς ότι από την επόμενη χρονιά, αν εγκατασταθεί Δημοκρατικός πρόεδρος στο Λευκό Οίκο, θα... απενοχοποιηθούν οι παρεμβάσεις της Ουάσιγκτον στην οικονομία; Γιατί, όπως και να το κάνουμε, οι Ρεπουμπλικανοί πέρα από τις κρίσεις (πολιτικής) συνειδήσεως που τους δημιουργεί η διάσταση λόγων και έργων στο ζήτημα των οικονομικών παρεμβάσεων, αρχίζουν πλέον να παλινδρομούν μεταξύ ιδεολογικής αναξιοπιστίας και πολιτικής γελοιότητας. Δεν είναι, ας πούμε, βρετανοί Εργατικοί που ανερυθρίαστα (λίγους μήνες αφ' ότου ο νέος τους αρχηγός Γκόρντον Μπράουν υπέβαλε τα πολιτικά διαπιστευτήριά του στη Μάργκαρετ Θάτσερ) έσπευσαν να κρατικοποιήσουν - ναι, να κρατικοποιήσουν! -, έστω και προσωρινά όπως λένε, την πέμπτη σε ενεργητικό τράπεζα της χώρας, Northern Rock, για να τη σώσουν από την κατάρρευση εξαιτίας της έκθεσής της στην αμερικανική subprime market. Είναι βέβαιον ότι η είδηση αυτή απεκρύβη από τη βαρόνη. Δεν θα την άντεχε...
Ποια είναι η Bear Stearns
ΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ: Η Bear Stearns είναι μία από τις μεγαλύτερες επενδυτικές τράπεζες στον κόσμο. Ιδρύθηκε το 1923 στη Νέα Υόρκη, όπου εδρεύει.
ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ: Απασχολεί περισσότερους από 15.000 εργαζομένους σε ολόκληρο τον κόσμο διατηρεί γραφεία στη Νέα Υόρκη, στο Λονδίνο, στο Σαν Φρανσίσκο, στο Σάο Πάολο, στο Τόκιο και στη Σιγκαπούρη.
ΔΙΟΙΚΗΣΗ: Ο διευθύνων σύμβουλος της τράπεζας Αλαν Σβαρτς βρίσκεται μόλις δύο μήνες στο αξίωμά του. Ο επί σειρά ετών προκάτοχός του Τζέιμς Κέιν παραιτήθηκε τον Ιανουάριο υπό το βάρος της μεγάλης έκθεσης που αποκαλύφθηκε ότι είχε η τράπεζα στη subprime market.
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ: Για το τέταρτο τρίμηνο του 2007 η Bear Stearns ανακοίνωσε ζημιές 854 εκατ. δολαρίων. Το χρονικό αυτό διάστημα διέγραψε αξίες ύψους 1,9 δισ. δολαρίων πρόκειται για επενδύσεις σε χρηματοοικονομικά προϊόντα που στηρίζονταν στην αγορά ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων χαμηλής εξασφάλισης. Συνολικά οι διαγραφές αξιών της τράπεζας εκτιμώνται στα 2,85 δισ. ευρώ. Η Bear Stearns αναγκάστηκε επίσης να καταργήσει δύο hedge funds που διηύθυνε. Ως την Παρασκευή 14 Μαρτίου, που ανακοίνωσε ότι εξασφάλισε κεφάλαια από την κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) για να πωληθεί στην ανταγωνίστριά της JP Morgan Chase, η τράπεζα επανειλημμένως και συστηματικά διατυμπάνιζε ότι δεν αντιμετώπιζε προβλήματα ρευστότητας.
Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΟΧΗΣ: Τον Μάρτιο του 2007 η τιμή της μετοχής της Bear Stearns κυμαινόταν στην περιοχή των 160 δολαρίων. Καθ' όλη τη διάρκεια της περασμένης χρονιάς έχασε το 44% της αξίας της. Και την παραμονή της πώλησής της στην JP Morgan είχε πέσει στα 3,99 δολάρια. Τελικώς το τίμημα της πώλησης συμφωνήθηκε στα... 2 δολάρια ανά μετοχή.
Περιεχόμενα Ενότητας
- Να στηρίξει η ΕΕ
την Ελλάδα
ζητά ο Αλμούνια - Ανάκαμψη 4,96% στο Χρηματιστήριο την Τρίτη με οδηγό τις τράπεζες
- Εισοδηματική πολιτική
Πάγωμα μισθών και προσλήψεων-Αύξηση μόνο για συντάξεις μέχρι 2000 ευρώ-Περικοπές επιδομάτων - Πρόεδρος της ΕΚΟ ορίστηκε ο Τάσος Γιαννίτσης
- Κατατέθηκε το νομοσχέδιο
Φωτιά από σήμερα η αμόλυβδη - Η σύγκριση της Πορτογαλίας με την Ελλάδα είναι «υπερβολικά απλοϊκή», εκτιμά η Fitch
- Κατά 7,6% μειώθηκε η βιομηχανική παραγωγή το Δεκέμβριο του 2009
- Μειώθηκε κατά 28,1% η οικοδομική δραστηριότητα το διάστημα Ιανουαρίου - Νοεμβρίου 2009
- Αύξηση 2,4% σημείωσε ο πληθωρισμός τον Ιανουάριο
- Νέες τιμές στόχους για τις ελληνικές τράπεζες από την Goldman Sachs
- Μεικτές τάσεις στα ευρωπαϊκά Χρηματιστήρια
- Στα στοιχεία για την μεταποιητική δραστηριότητα στις ΗΠΑ το ενδιαφέρον των επενδυτών
- Με πτώση έκλεισε το Χρηματιστήριο του Τόκιο
- Συνάλλαγμα
- Χρυσή Λίρα
- αντιεξουσιαστικά
Περισσότερες Ειδήσεις
- Mε κέρδη έκλεισαν Γουόλ Στριτ και ευρωπαϊκά χρημστιστήρια την Τρίτη [ πριν 72 ' ]
- Στα 400.000 ευρώ το αφορολόγητο ατομικό όριο για ακίνητη περιουσία [ 22:32 ]
- Δεν χρήζει υποβάθμισης η πιστοληπτική ικανότητα της Ισπανίας, δηλώνει η Fitch [ 21:26 ]
- Ενισχύσεις ύψους 2,7 δισ. ευρώ ζητά η Opel από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις [ 20:27 ]
- Στο 30% του εισοδήματος οι αποδείξεις για το αφορολόγητο όριο [ 15:01 ]
- Πολιτική «φορολογικής ασπίδας» ζητά ο ΛΑΟΣ για τον επαναπατρισμό κεφαλαίων [ 13:44 ]
- Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων «δεν μπορεί να συμμετάσχει σε σχέδια διάσωσης» [ 13:28 ]
- Στο 2,4% το ύψος του πληθωρισμού τον Ιανουάριο [ 13:26 ]
- Αποφασίστηκαν σε σύσκεψη στο Μαξίμου τα φορολογικά μέτρα και η εισοδηματική πολιτική
- Εισοδηματική πολιτική
Πάγωμα μισθών και προσλήψεων-Αύξηση μόνο για συντάξεις μέχρι 2000 ευρώ-Περικοπές επιδομάτων - Κερδισμένοι και χαμένοι από τις αλλαγές στην παρακράτηση
- Κατατέθηκε το νομοσχέδιο
Φωτιά από σήμερα η αμόλυβδη - Ισχυρές πτωτικές τάσεις επικράτησαν στη σημερινή συνεδρίαση του Χρηματιστηρίου της Αθήνας
- Νέες τιμές στόχους για τις ελληνικές τράπεζες από την Goldman Sachs
- Φουντώνουν τα σενάρια για ευρω-στήριξη των αδύναμων του Νότου της ευρωζώνης
- Τo «πράσινο» Ρrius οδηγεί στο «κόκκινο» την Τοyota
- Εντείνεται η κερδοσκοπία στο ευρώ εν όψει της Συνόδου Κορυφής της ΕΕ
- Δεν υπάρχει κίνδυνος "μετάδοσης" της κρίσης της Ελλάδας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας σε άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ, λέει ο πρόεδρος της Fitch

RSS







