H έκρηξη του δημόσιου χρέους

* H διαχείριση του δημόσιου χρήματος παρέμεινε σπάταλη με προκλητική τη συμπεριφορά των ΔΕΚΟ που φορτώνουν τον λαό ελλείμματα προσφέροντας χείριστες υπηρεσίες

ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ | Κυριακή 25 Μαΐου 2003
Εκτύπωση Αποστολή με Email
Μικρό μέγεθος γραμματοσειράς Μεσαίο μέγεθος γραμματοσειράς Μεγάλο μέγεθος γραμματοσειράς
Προσθήκη στο Delicious Προσθήκη στο Facebook Προσθήκη στο Newsvine Bookmark

H έκρηξη στο δημόσιο χρέος που εμφάνισαν τα προχθεσινά στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου δεν ήταν μεν απρόσμενη, αφού η δημοσιονομική πολιτική για προεκλογικούς λόγους έχει πλέον χαλαρώσει, αλλά δεν παύει να είναι μια πολύ δυσμενής εξέλιξη αφού τα βάρη που επωμίζεται η οικονομία εξελίσσονται πλέον σε μια σιδηρά μπάλα που δεν θα επιτρέπει καν τον βηματισμό της στο μέλλον. Διότι μπορεί για το ευρύ κοινό η ιδέα του δημόσιου χρέους να μοιάζει με μια απόμακρη απειλή αλλά στην πραγματικότητα είναι μια μαύρη τρύπα που κυριολεκτικά καταπίνει όλες τις οικονομίες του κράτους απομακρύνοντας έτσι τις ελπίδες να ασκηθεί στον τόπο μας μια συνεπής κοινωνική πολιτική που θα περιορίσει τη φτώχεια.

Πράγματι για να αναχρηματοδοτήσει (δηλαδή να πληρώσει τα λήγοντα τοκοχρεολύσια) το μεγάλο δημόσιο χρέος της χώρας (που έφθανε πέρυσι το 105,3% του ΑΕΠ) το υπουργείο Οικονομικών αναγκάζεται να δανείζεται τεράστια ποσά που φθάνουν τα 25 δισ. ευρώ, ενώ πληρώνει υπέρογκα κονδύλια για τόκους. Π.χ., στον εφετινό τακτικό προϋπολογισμό, επί συνόλου 39.385 εκατ. ευρώ, οι δαπάνες για τόκους θα φθάσουν τα 9.400 εκατ. ευρώ. Το τι σημαίνει για την οικονομία και τους πολίτες το ποσό αυτό γίνεται αντιληπτό αν το συγκρίνουμε με το ύψος του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων που είναι χαμηλότερο αφού φθάνει τα 7.898 εκατ. ευρώ ή με το μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων που απορροφά 9.006 εκατ. ευρώ. Συνεπώς η ανάγκη να περιορισθεί δραστικά το δημόσιο χρέος πηγάζει όχι μόνο από το ένστικτο επιβίωσης της οικονομίας (ας θυμηθούμε την περίφημη φράση του Ανδρέα Παπανδρέου ότι ή θα αφανίσουμε το δημόσιο χρέος ή το χρέος θα αφανίσει τη χώρα) ή σαν υποχρέωση εφαρμογής της Συνθήκης του Μάαστριχτ, που επιτάσσει μείωσή του στο 60% του ΑΕΠ, αλλά επιβάλλεται επίσης για να δημιουργηθούν προϋποθέσεις άσκησης κοινωνικής πολιτικής.

Πράγματι αν δεν μειωθεί δραστικά το χρέος και δεν εξοικονομηθεί τουλάχιστον το 50% της σημερινής δαπάνης για τόκους, ποτέ δεν θα έχει ο προϋπολογισμός επαρκή εφόδια για να ασκήσει μια αποτελεσματική κοινωνική πολιτική. Προχθές δημοσιεύθηκαν στοιχεία της Eurostat από τα οποία προέκυψε ότι στην Ευρωπαϊκή Ενωση χάρη στα μέτρα κοινωνικής πολιτικής των κρατών-μελών το ποσοστό της φτώχειας από 24% του πληθυσμού κατεβαίνει στο 15%. Στην Ελλάδα όμως, παρά το διαφημιζόμενο κοινωνικό κράτος, οι κρατικές επιδοτήσεις μειώνουν το ποσοστό της φτώχειας μόνο κατά μία μονάδα, από 22% σε 21%.

Οταν εισήλθαμε στην ΟΝΕ (με βάση τα επιτεύγματα της οικονομίας το 1999) δεν εκπληρώναμε φυσικά το κριτήριο του Μάαστριχτ που προέβλεπε ότι το ύψος του δημόσιου χρέους δεν πρέπει να υπερβαίνει το 100% του ΑΕΠ. Αντίθετα το χρέος μας ήταν 105,1%. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο όμως, όπως ακριβώς είχε κάνει και το 1997 με τις περιπτώσεις Βελγίου και Ιταλίας (που επίσης το δημόσιο χρέος τους ήταν μεγαλύτερο του ΑΕΠ), με διασταλτική ερμηνεία απεφάνθη ότι μπορούμε να γίνουμε μέλη της ΟΝΕ εφόσον το χρέος μας θα βρίσκεται σε πτωτική πορεία τα επόμενα χρόνια. Ο όρος αυτός όμως δεν εκπληρώθηκε παρά μόνο στα χαρτιά, αφού με τη βοήθεια της λεγόμενης δημιουργικής λογιστικής εμφανίσαμε για το 2002 χρέος 98,7% του ΑΕΠ και ο έλεγχος της Eurostat απέδειξε ότι στην πραγματικότητα το χρέος ήταν 105,3% του ΑΕΠ, δηλαδή ουδεμία μείωση τα τρία τελευταία χρόνια.

Αλλά και σε σχέση με παλαιότερες περιόδους η πρόοδος είναι ανεπαρκής. Οπως αναφέρεται στην τελευταία έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος: «H μείωση του λόγου του χρέους προς το ΑΕΠ σε 60% δεν είναι εύκολη. H μείωση που σημειώθηκε την πενταετία 1997-2001 ήταν εξαιρετικά βραδεία, μόνο 4,3 εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Επιπλέον δεν ήταν σε αντιστοιχία με τα μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα, τη σημαντική επιτάχυνση του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης και τη δραστική μείωση των επιτοκίων και των δαπανών για τόκους, καθώς και με το γεγονός ότι την ίδια ακριβώς περίοδο τα έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις (τα οποία διατέθηκαν εξ ολοκλήρου για τη μείωση του χρέους) έφθασαν το 10% του ΑΕΠ. Παρά τις ευνοϊκές αυτές εξελίξεις σε όλους τους παράγοντες που προσδιορίζουν τον λόγο του χρέους προς το ΑΕΠ δεν επιτεύχθηκε ουσιαστική μείωση του χρέους, για τους εξής λόγους: α) το Δημόσιο ανέλαβε πολλές υποχρεώσεις δημόσιων φορέων εκτός γενικής κυβέρνησης (π.χ. ανάληψη χρεών και αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου δημόσιων επιχειρήσεων), β) έγιναν δαπάνες (π.χ. καταβολή αναδρομικών αποδοχών με τη μορφή ομολόγων) οι οποίες, ενώ δεν εμφανίζονταν στο ετήσιο έλλειμμα του προϋπολογισμού της γενικής κυβέρνησης, αύξαναν το χρέος ("προσαρμογή ελλείμματος χρέους"). Εκτιμάται ότι την πενταετία 1997-2001 οι πρόσθετες αυτές επιβαρύνσεις και η ανάληψη υποχρεώσεων έφθαναν, κατά μέσον όρο, το 5,7% του ΑΕΠ ετησίως».

Ολα αυτά επιβεβαιώνουν ότι η οικονομία έχει οξύ δημοσιονομικό πρόβλημα, το οποίο τα προσεχή χρόνια θα γίνει δραματικό καθώς, με δεδομένη τη γήρανση του πληθυσμού, ο προϋπολογισμός θα επωμίζεται χρόνο με τον χρόνο όλο και μεγαλύτερα ποσά για τη στήριξη του υπό κατάρρευση ασφαλιστικού συστήματος. Και το πρόβλημα δημιουργήθηκε σταδιακά τα τελευταία χρόνια διότι, παρά τη διατήρηση σε υψηλά επίπεδα της φορολογικής επιβάρυνσης στα εισοδήματα, παρά τα μεγάλα έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις και κυρίως μετοχοποιήσεις, η διαχείριση του δημόσιου χρήματος παρέμεινε σπάταλη με προκλητική τη συμπεριφορά των ΔΕΚΟ που φορτώνουν τον λαό ελλείμματα προσφέροντας χείριστες υπηρεσίες.

Περιεχόμενα Ενότητας


Περισσότερες Ειδήσεις

Περισσότερες Ειδήσεις…

Επιστροφή στην κορυφήΤο Βήμα σας προτείνει

Κοινωνία Ολοι στο ΣτΕ κατά μνημονίου Στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, το Συμβούλιο της Επικρατείας, προσέφυγαν ...
Αθλητισμός Σήμερα συγκροτείται το νέο ΔΣ της ΕΟΠΕ Τα ηνία της Ομοσπονδίας Βόλεϊ αναλαμβάνει από σήμερα ο κ. Αχιλλέας Μαυρομμάτης ...