από metereologos.gr
Πέμπτη 30 Μαρτίου 2017
 
 

Πόσο κοστίζει η αφαίρεση του φύλλου συκής;

Η φωτογραφία μιας γυμνής γυναίκας ή ενός άνδρα είναι το πιο εύκολα εμπορεύσιμο είδος στην εποχή μας
Πόσο κοστίζει η αφαίρεση του φύλλου συκής;
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 


Το γυμνό δεν είναι αθώο. Ως καταναλωτικό αγαθό έχει την τιμή του, η οποία μάλιστα κυμαίνεται σε υψηλά επίπεδα αφού η υπερπροσφορά δεν έχει ακόμη κορέσει τη ζήτηση

Το γυμνό πλέον δεν εκπλήσσει. Είναι με το... τσουβάλι παντού. Το γυμνό προκαλεί. Εκ φύσεως. Το γυμνό προκαλεί και ερωτήσεις. Εκ θέσεως. Ζητεί ο κόσμος το γυμνό στα εξώφυλλα των lifestyle περιοδικών ή το επιβάλλει η βιομηχανία του θεάματος; Τα γυμνά σώματα που φιγουράρουν πάνω τους έχουν στο πίσω μέρος του μυαλού τους ότι είναι ευκαιρία για δόξα ή και σκαλί ανόδου στην καριέρα τους; Οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στο ωραίο και στο φθηνό γυμνό πώς υψώνονται; Πού η τέχνη συναντά το γυμνό; Πόσο ασαφή είναι τα όρια ανάμεσα στην τέχνη και στην πορνογραφία;

Το σώμα ως αντικείμενο του έρωτα ζει έξω από την ηδυπάθεια που επιβάλλουν οι εικόνες αναπαράστασής του. Τι άλλο από αναπαράσταση της φύσης τεχνηέντως είναι ο πολιτισμός; Που, μη καταφέρνοντας να την πλησιάσει, έφθασε να τη θυσιάσει στα κατά καιρούς κοινωνικά στερεότυπα. Ετσι έντυσε τις ενοχές μας με ρούχα για να γδύσει την απλότητα των γυμνών σωμάτων (το στριπτίζ στην υπηρεσία της ηθικής). Ισως γι' αυτό «κολλάει» το μάτι του θεατή πάνω στον εικονογραφικό ερωτισμό. Ισως γι' αυτό μας αρέσει το γυμνό. Οταν η τεχνολογία δεν είχε σαρώσει τα πάντα, το γυμνό ήταν η έκφραση του «ωραίου» στην απόλυτη μορφή του ­ η τέχνη τόλμησε να το απενοχοποιήσει. Σήμερα, που η απόσταση από ό,τι φυσικό είναι μεγάλη, το γυμνό γίνεται όχημα να δούμε τον εαυτό μας χωρίς τα επίκτητα ψιμύθια της ένδυσης. Ισως επειδή μας αρέσει το γυμνό γέμισε το μάτι μας με κρεμασμένα από το μανταλάκι γυμνά σώματα. Το θέμα είναι ότι πολύ συχνά πια μπερδεύουμε το περίπτερο με μπουτίκ και το σώμα με πατρόν αυτοϊκανοποιούμενου Εγώ. Οι περιοδικατζήδες επενδύουν στο δαιμόνιο του «κοίτα, κάποιος γδύνεται», οι γαργαλιστικές εκδοχές του πιν απ (ακόμη και όταν δεν είναι) εκτίθενται για να περπατήσουν στο σόου μπιζ, οι καταναλωτές της βιομηχανίας του γυμνού γίνονται θεατές τού «τα πέταξε όλα», χωρίς καν το αισθησιακό και αισθητικό περίβλημα.

Και όλα αυτά όχι μόνο στα καθαρών προθέσεων έντυπα αλλά και σε εκείνα που επενδύουν στις ιμιτασιόν εκδοχές κεκαλυμμένων προθέσεων. Ερωτική ωμότητα, λοιπόν, γιατί... πουλάει. Και ξύσαμε το αιδοίο της Χάιδως για να δούμε το μυστήριο που υπήρχε κάτω από το «φύλλο συκής». Πλάκα είχε, δεν λέω. Την ημέρα που βγήκε το περιοδικό με τη γυμνή μοντέλα στο εξώφυλλο, άκουσα κάμποσες φορές ερωτήσεις... κουρείου: «Το έχει ξυρισμένο ή όχι;». Ηθελα να μάθω κι εγώ. Η περιέργεια γαρ. Και το μυστήριο της αποκαθήλωσης. Το ξεβράκωμα είναι μια ιεροτελεστία, πόσο μάλλον όταν γίνεται με... κέρμα.

Ο καπιταλισμός των σωμάτων

«Υποστηρίχθηκε πριν από μερικά χρόνια ότι ο Ελληνας είναι πεινασμένος σεξουαλικά και άρχισαν να εκτίθενται στα περιοδικά γυμνές φωτογραφίες για να τον έλξουν. Το περιοδικό "Κλικ" πρωτοστάτησε και δημιούργησε "σχολή". Δεν είναι όμως θέμα πείνας» υποστηρίζει ο κ. Γιάννης Σκαρπέλος, λέκτωρ στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, στον τομέα «Θεωρία έντυπης και ηλεκτρονικής εικόνας». «Το γυμνό σχετίζεται με την επιθυμία και τη διέγερση του σώματος. Είτε πουλάς απορρυπαντικό είτε περιοδικό, κινητοποιείς την επιθυμία διά του γυμνού. Στην περίπτωση όμως του απορρυπαντικού, το αγοράζεις επειδή γοητεύεσαι από τη διαφήμιση και τελειώνει το θέμα. Δεν φέρει στο κουτί κάτι που να περιέχει το γυμνό. Το περιοδικό γίνεται φορέας επιθυμητικής επένδυσης. Επιθυμώ την κοπέλα στο εξώφυλλό του και επιθυμώ το περιοδικό εξίσου».

Η απλή περιέργεια του βλέμματος δεν θα ήταν επαρκής για να δικαιολογήσει τον κατακλυσμό του γυμνού και τη διατήρηση του στάτους αυτού σε μια εμφανώς κορεσμένη αγορά. Η επανάληψη δεν αρκεί για να φέρει την άμπωτη στην εκδοτική τακτική του γδυσίματος. Φαίνεται ότι το γυμνό δεν αποτελεί απλώς μια καταναλωτική αρχή. «Παίζει έντονα σε ψυχολογικό επίπεδο. Στηρίζεται στην αρχή της συσσώρευσης όμοιων σημείων γιατί το ένα δεν μας αρκεί. Στην επανάληψη, λοιπόν, ο καθένας βρίσκει τι του αρέσει αποσπασματικά. Επικρατεί ένας ιδιότυπος καπιταλισμός σημείων, ένας καπιταλισμός σωμάτων όπου χρησιμοποιείται η πρωταρχική συσσώρευση για να κινηθεί η επιθυμία σε ατομικό επίπεδο».

Τα περιοδικά lifestyle έχουν κάνει μπούσουλα επιτυχίας το γυμνό. Διατυμπανίζουν ότι η χρήση του ταιριάζει με τα γούστα του κοινού που το ζητεί. Η αλήθεια είναι ότι ένα γυμνό σώμα γοητεύει γιατί έχει «τυπικά» την απλότητα του νερού, δηλαδή μιας εκ της φύσεως «πηγής» (η χρήση του αλλάζει τα δεδομένα). Πρόσφατη έρευνα του Ινστιτούτου V-Project Research Consulting, για λογαριασμό του περιοδικού «Μετρό», κλόνισε κάποιες βεβαιότητες περί γυμνού και φάνηκε ότι... δεν είναι έτσι αν έτσι νομίζετε. Η χρησιμοποίηση γυμνού από τη διαφήμιση και τα περιοδικά βαθμολογήθηκε αρνητικά από το 64,5% και το 52,5% του δείγματος αντιστοίχως. Εκεί που σε ποσοστό 80% εδηλώθη ότι το γυμνό αρέσει ήταν στην τέχνη. Και κάτι ακόμη σημαντικό: το 70% δεν βρίσκει κανέναν αισθησιασμό στα γυμνά περιοδικά lifestyle.

Ο κ. Βασίλης Μπόνιος, πάντως, διευθυντής του περιοδικού «Down Town», αντιτείνει ότι η καλύτερη έρευνα αγοράς είναι «το περίπτερο ή το γήπεδο». Το lifestyle αλλάζει καθημερινά, διευκρινίζει, επηρεαζόμενο από την παγκοσμιοποίηση της αγοράς που φέρνει και στην Ελλάδα, αν και με άλλες ταχύτητες, τα νέα δεδομένα.

Το γυμνό χρησιμοποιείται από τα περιοδικά σαν μαγνήτης για το κοινό γιατί, όπως εξηγεί, το γυμνό έχει να κάνει με το ίδιο μας το φύλο, που είναι τόσο γνώριμο και τόσο ξένο, τόσο οικείο και απόμακρο μαζί όσο απόμακρος είναι και ο εαυτός μας. «Το γυμνό είναι εύκολα εμπορεύσιμο είδος, μπορεί να πουληθεί στις μάζες και συγχρόνως παραμένει άγνωστο. Μοιάζει με ξένο πλανήτη, όπως η Κλόντια Σίφερ για έναν υπάλληλο τράπεζας. Εμείς φροντίζουμε να τους δίνουμε μια πιο χλιδάτη, ιλουστρασιόν έκδοσή του...».

Γραμμή του περιοδικού του είναι να βάζει ημίγυμνες ή γυμνές γυναίκες στο εξώφυλλο. Η προϋπηρεσία του και στο «Colt» τού έχει δείξει ότι «συνήθως πουλάνε καλά οι γκόμενες από την τηλεόραση. Η Πετρουλάκη, η Κουλιανού, η Μενεγάκη πούλησαν. Οι τηλεοπτικές δίνουν μια εξασφαλισμένη κυκλοφορία».

Τα χρήματα που πληρώνουν τα περιοδικά στις φωτογραφιζόμενες ποικίλλουν: από τίποτα ως 8 εκατ. δρχ., ανάλογα με το ποια είναι και σε ποιο στάδιο της καριέρας της. «Αν τα βγάζει για πρώτη φορά ή δεύτερη, μετράει. Ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης κανονίζει το θέμα. Αν ξεκινά την καριέρα της, δεν πληρώνεται για τη φωτογράφιση αφού ουσιαστικά της γίνεται τσάμπα διαφήμιση και της ανοίγονται πόρτες». Ο κ. Μπόνιος επισημαίνει ότι το «σωστό» γυμνό είναι μια πολυέξοδη παραγωγή που θέλει καλό στυλίστα, φωτογράφο και κόνσεπτ. «Αν φωτογραφίσει μια σταρ στη Σαντορίνη ο Χερμπ Ριτζ ή η Λίποβιτς ή ο Ντε Μαρσελιέ, τα νούμερα απογειώνονται». Πάντως, νιώθει την ανάγκη να πει ότι η επικαιρότητα κάποιες φορές ανέτρεψε την τακτική των εξωφύλλων με προκλητικές γυναίκες (βλέπε εισαγγελέας Σακελλαρόπουλος, πριγκίπισσα Νταϊάνα) χωρίς επιπτώσεις. «Εμείς χρησιμοποιούμε το σεξ σαν το κερασάκι στην τούρτα. Και η τούρτα είναι φτιαγμένη με καλά υλικά».

Τα άτομα που δέχονται να φωτογραφηθούν γυμνά είναι ένας βασικός κρίκος στην αλυσίδα του εικονογραφικού ερωτισμού. Δεν είναι ένα το κίνητρο που ωθεί στην έκθεση του σώματός τους γυμνού: από την αθωότητα ως την επιδειξιμανία, από πάτημα για δόξα και εφήμερη φήμη ως ψευδαίσθηση καλλιτεχνικότητας. Ακόμη και η αίσθηση της τελετουργίας υπάρχει. Ενα μοντέλο δήλωνε προ καιρού: «Δεν είμαι ακόμη έτοιμη να κάνω γυμνό». Κάποιες φορές βεβαίως γίνεται ένα έξυπνο παιχνίδι ανάμεσα στον φωτογράφο και στο άτομο που φωτογραφίζει με ωραίο αποτέλεσμα.

Για την ηθοποιό Νένα Χρονοπούλου η εμπειρία της γυμνής φωτογράφισης που έκανε πριν από λίγο καιρό σε περιοδικό ήταν ένα «μάθημα» που δεν θα ήθελε να επαναληφθεί. Δίστασε να μας μιλήσει. Θέλει να απεμπλακεί από συζητήσεις περί γυμνού. Θέλει να μη φιγουράρει το όνομά της με μόνιμη επωδό τη σέξι εικόνα της. «Καλώς ή κακώς, όταν κάνεις το λάθος και αφήσεις τους άλλους να προβάλλουν μόνον αυτό που τους ενδιαφέρει ­ και τους ενδιαφέρει η εξωτερική εμφάνιση γιατί πουλάει ­, αντιμετωπίζεις το πρόβλημα ύστερα από ένα χρονικό διάστημα, όταν η εικόνα που επικρατεί είναι μονοδιάστατη». Αποφάσισε να βγει γρήγορα από την ιστορία αυτή επιστρέφοντας σε αυτό που θεωρεί «φυσικό της χώρο». «Ευτυχώς δεν έπεσα πολύ μέσα σε αυτό το παιχνίδι γιατί είχα την ευκαιρία να κάνω θέατρο και τηλεόραση. Το γυμνό δεν είναι πάντα τέχνη. Είναι μικρό μέρος της δουλειάς μας και ευτυχώς για κάποιες από μας το γυμνό είναι με ημερομηνία λήξης».

Εκνευρίζεται όταν σκέφτεται την τυποποίηση που της «φόρεσαν» και περιγράφει περιπτώσεις όπου της δόθηκε σενάριο χωρίς γυμνές σκηνές και, όταν ήρθε η στιγμή να γίνουν γυρίσματα, της είπαν «κάνε και αυτό το γυμνό». Η ερώτηση που αιωρείται όσο μιλάμε είναι πώς αποφάσισε να φωτογραφηθεί γυμνή στο περιοδικό. Αρνείται πως έγινε για να «ξεπεταχθεί», για να τη δουν επαγγελματίες του χώρου και να της ζητήσουν συνεργασία σε δουλειές. Ούτε δέχεται ότι την ώθησε η επιθυμία να τη μάθει ο πολύς κόσμος. Η απάντησή της ήρθε κοφτή στο τέλος της συζήτησης: «Το έκανα για καθαρά οικονομικούς λόγους. Γυμνή φωτογράφιση δεν πρόκειται να ξανακάνω. Εχει λήξει αυτό για μένα».

Το ξυστό... γυμνό

Ο χώρος του μόντελινγκ τροφοδοτεί γυμνά εξώφυλλα. Οταν μάλιστα πρόκειται για τοπ μόντελ, τότε στήνεται η ιδέα με προσοχή και συχνά εφευρίσκονται τρυκ για να προσελκύσουν τον κόσμο. Ενα τρυκ χρησιμοποίησε το περιοδικό «Nitro» για να πουλήσει το γυμνό της χρονιάς. Η Νίνα Γεωργαλά φωτογραφήθηκε ολόγυμνη και έγινε εξώφυλλο με καλυμμένο το σημείο των γεννητικών οργάνων, έτοιμο να αποκαλυφθεί ξύνοντάς το. «Δεν είχα ξανακάνει γυμνό. Δέχθηκα να φωτογραφηθώ στο "Nitro" γιατί θεώρησα ότι θα γινόταν με πιο μαλακό τρόπο από ό,τι αν έβγαινα στο "Playboy" ή σε ανάλογα περιοδικά» εξηγεί η κυρία Γεωργαλά. «Εν τω μεταξύ σκέφτηκα ότι θα ήταν ένας τρόπος να πω "αντίο" στο μόντελινγκ και μάλιστα στο χριστουγεννιάτικο τεύχος ενός περιοδικού lifestyle. Δεν ήξερα ότι θα γινόταν με τόσο προκλητικό τρόπο και βάζοντας ξυστό. Τέλος πάντων, δεν βρίσκεις άκρη στην Ελλάδα». Πληρώθηκε πολύ καλά για τη φωτογράφιση αλλά νούμερα δεν λέει και συμπληρώνει ότι δεν την πείραξε σε τελική ανάλυση ο τρόπος που την πρόβαλαν στο εξώφυλλο «γιατί ήμουν στο Λονδίνο όταν κυκλοφόρησε το περιοδικό!». Η Νίνα Γεωργαλά σταμάτησε το μόντελινγκ. Ζει μόνιμα στην Αγγλία και κάνει δημόσιες σχέσεις σε μια μεγάλη εταιρεία. Πιστεύει ότι είναι πολύ βαρετό να βλέπεις παντού στην Ελλάδα γυμνά. «Το πολύ το Κύριε ελέησον το βαριέται κι ο Θεός».

Και ενώ η αγορά σφύζει από γυναικείο γυμνό, οι εικόνες γυμνών ανδρών είναι σπανιότατες. Τα στάτους της διαφήμισης έδωσαν τον ρυθμό και στα έντυπα. Οι επινοήσεις δίνουν λύσεις και στη φωτογραφική απόδοση αντρικών σωμάτων σε περιοδικά lifestyle.

Η αρρενωπότητα προβάλλεται επιτηδευμένα: ρετουσάρισμα, άλειμμα με λάδι για μπόντι μπίλντινγκ εκδοχή και η ελληνική αγορά βλέπει τον άντρα γυμνό, έτσι όπως βγήκε πρόσφατα σε εξώφυλλο ο Μπρους Γουίλις. Ελάχιστοι Ελληνες, εκτός του χώρου του μόντελινγκ, έχουν φωτογραφηθεί γυμνοί. Να που την περασμένη εβδομάδα ήρθε μια «ηχηρή» εικόνα ανδρικού γυμνού από το «Κλικ». Ο Μάρκος των «Ψιθύρων καρδιάς», κατά κόσμον Μιχάλης Ιατρόπουλος, φιγουράρει γυμνός στα περίπτερα και μάλιστα χωρίς τη συνηθισμένη «προστασία» της τεχνικής στην κάλυψη ενός υπερτριχώδους σώματος. Το περιοδικό, που υπό την νέα διεύθυνση έχει αλλάξει προφίλ και δεν προβάλλει με το κιλό, όπως παλιά, γυμνό ατάκτως ερριμμένο, μοιάζει να αντιφάσκει με τη χάραξη της νέας ρότας. Το κυνήγι του ανταγωνισμού άραγε; «Οχι» δηλώνει ο διευθυντής του κ. Φώτης Γεωργελές. «Το έβγαλα για πλάκα. Αυτό που σοκάρει δεν είναι ότι ο Ιατρόπουλος φωτογραφήθηκε γυμνός αλλά ότι είναι "ανθρώπινος" γυμνός. Ετσι όπως είναι πραγματικά, χωρίς να εξιδανικευθεί το σώμα του με παρεμβάσεις. Το έκανα σαν ειρωνεία στα χιλιάδες γυμνά που υπάρχουν γύρω μας». Διά της... ομοιοπαθητικής μεθόδου σχόλιο στο γυμνό «που είναι μπακάλικο» και συμπληρώνει: «Μακάρι να βλέπαμε ωραίες αισθησιακές φωτογραφίες. Το γυμνό είναι όμορφο. Ετσι όπως γίνεται, όμως, θυμίζει κρεοπωλείο».

Από την πλευρά του, ο 33χρονος ηθοποιός που φωτογραφήθηκε γυμνός μιλά με σιγουριά και απεριόριστο αυτοθαυμασμό. «Μου αρέσει να γυρνώ ανάποδα το κλειδί. Κάθε τολμηρό βήμα είναι ένα στοίχημα με τον εαυτό μου. Λίγοι έχουν τα προσόντα να κάνουν γυμνή φωτογράφιση και να μη γελοιοποιηθούν. Με θέλει ο φακός». Αρχίζει να περιγράφει πώς έγινε. Δεν είχε γίνει προσυνεννόηση. Επρόκειτο να φωτογραφηθεί πίνοντας μπίρα, ντυμένος με ένα πέτσινο παντελόνι και γυμνός από πάνω. «Κάναμε χαβαλέ με τον φωτογράφο όταν μου είπε ότι, αν γουστάρω, μπορεί να γίνει η φωτογράφιση ενώ είμαι τελείως γυμνός. "Θα πάρεις και λεφτά". Ωραία ιδέα, σκέφτηκα, και είπα το ναι». Μου εξηγεί ότι είναι παρορμητικός· ότι έχει ένστικτο. «Ξέρεις τι θα πει, χωρίς παιδεία, με δύο χρόνια στο εργαστήρι του Κώστα Καζάκου, να έχω φθάσει ως εδώ; Να συνεργάζομαι με τον Νίκο Κούνδουρο και να διεκδικώ βραβείο στο Φεστιβάλ Βενετίας για την ταινία του "Αντιγόνη"; Λειτουργώ με το ένστικτο».

Δεν το έχει μετανιώσει. Ακόμη και οι αρνητικές κρίσεις δεν τον πτοούν καθόλου. «Διαφήμιση είναι και αυτές». Αναρωτιέμαι γιατί, αφού το έκανε που το έκανε, έκρυψε την περιοχή των γεννητικών οργάνων με το χέρι. «Δεν το έκανα από πουριτανισμό. Μου αρέσει γενικά το ημίγυμνο. Μένει η φαντασία να φανερώσει τα άλλα. Αλλιώς χάνεται το μυστήριο». Με προλαβαίνει και απαντά μόνος στην ερώτηση που έσπευσε να κάνει μόνος του. «Αν το ξανάκανα; Και βέβαια. Αλλά για πολλά λεφτά τη φορά αυτή».

Το ερωτικό και το πρόστυχο


Οι πόζες είναι το παιχνίδι που παίζεται πρώτα με τον φωτογράφο και μετά χορταίνουν το μάτι του θεατή. Το γυμνό φοβάται τον φωτογράφο; Η αμηχανία του φωτογραφιζόμενου που γδύνεται περνά και στη φωτογραφική μηχανή; Εκπέμπεται εντέλει στο τυπωμένο χαρτί; «Και βέβαια» επισημαίνει ο φωτογράφος Ντίνος Διαμαντόπουλος, ο μάγος του ρετούς, όπως τον αποκαλούν, που αναζητεί εξιδανικευμένα πορτρέτα. Εχει στο ενεργητικό του πολλές φωτογραφίσεις γυμνού με επώνυμες (Μαίρη Χρονοπούλου, Ζωή Λάσκαρη, Δήμητρα Γαλάνη, Γιώργος Γερολυμάτος κ.ά.) και λιγότερο γνωστές. «Οταν κάποιος φθάνει να γδυθεί, έχει ήδη κάνει προεργασία με τον εαυτό του. Στην αρχή όμως είναι συγκρατημένος. Λίγο λίγο λύνεται. Βοηθώ κι εγώ σε αυτό. Ελάχιστοι έχουν το θάρρος και το θράσος». Θεωρεί «ειδική» κατηγορία τις κοπέλες που έρχονται μπροστά στον φακό για να γυμνωθούν ως ώθηση για την επιτυχία στην καριέρα τους. «Απειροελάχιστη απόσταση χωρίζει τον ερωτισμό από το πρόστυχο. Οταν λοιπόν έρχεται μια κοπέλα διατεθειμένη να τα "πετάξει έξω" για να φθάσει ψηλά, είναι δύσκολο για τον φωτογράφο να ελέγξει το αποτέλεσμα ώστε να είναι ερωτικό και όχι πρόστυχο. Εχω βρεθεί πολλές φορές σε τέτοια θέση, να προσπαθώ να ισορροπήσω λόγω της αντίληψης που βγαίνει από το πρόσωπο που φωτογραφίζω».

Την ομορφιά σε μια εικόνα την εννοεί σαν φόρμα και όχι ένα απλό γυμνό. Δείχνει να μη συμφωνεί με τη νοοτροπία του Helmut Newton ή του Robert Mapplethorpe με την ευθεία βολή στον ερωτικό στόχο. «Δεν με απασχολεί ως πρόκληση το γυμνό. Δεν εστιάζω στο σεξουαλικό στοιχείο. Οταν έχεις γυμνό και μπορέσεις να μην ερεθίσεις το σημείο του εγκεφάλου που πάει στο σεξουαλικό, τότε είναι επιτυχία». Πιστεύει ότι το γυμνό και ιδιαίτερα το γυναικείο πουλάει στα περιοδικά γιατί στους άντρες αρέσει να κοιτάνε και οι γυναίκες το παίρνουν για να προσπαθήσουν να γίνουν έτσι. «Να ξέρετε ότι, όταν ένας άντρας σάς κοιτά, στο δεύτερο δευτερόλεπτο σας σκέφτεται γυμνή».

Υπό τις συνθήκες της σύγχρονης πολιτισμικής βιομηχανίας το γυναικείο γυμνό αποτελεί μια πατριαρχική εικόνα για κατανάλωση από τους άντρες. «Ο γυναικείος ερωτισμός παρουσιάζεται από μια αντρική προοπτική» τονίζει η κυρία Πέρσα Ζέρη, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. «Οι εικόνες του γυμνού στα περιοδικά και στις εφημερίδες, στην τηλεόραση και στο βίντεο, δεν παύουν, παρά τις αλλαγές των σημασιών που επέρχονται με τον χρόνο, να αποτελούν πατριαρχικές αναπαραστάσεις της γυναικείας και της αντρικής σεξουαλικότητας. Συνήθως η κατασκευή του γυναικείου γυμνού στα μέσα όχι μόνο ενισχύει τα κοινωνικά στερεότυπα των αντρών για τη γυναίκα (σεξουαλικό αντικείμενο, υποτέλεια των γυναικών) αλλά παράγει συχνά και παραισθήσεις άμεσης σεξουαλικής ικανοποίησης από το σώμα της γυναίκας». Δεδομένου ότι η ατομική συνείδηση κατασκευάζεται ως ένα μεγάλο βαθμό από τα μέσα, η κατασκευή της σεξουαλικότητας από τα μέσα «προσφέρει μια φετιχοποιημένη γυναικεία εικόνα που συμβάλλει στο να βλέπουν οι άντρες τις γυναίκες με τον ίδιο τρόπο που βλέπουν την πορνογραφική εικόνα».

Η κουλτούρα του ηδονοβλεψία

Ο αισθησιασμός και η ανάδειξη του ωραίου γίνονται συχνά σημείο αναφοράς για την ποιότητα του γυμνού, για τη διαφορά του από την αγοραία μορφή του. Μπορείς όμως να μιλάς για κάτι το Ωραίο όταν επιχειρείς να στρέψεις την προσοχή διά του θέματος; Την προσοχή στα περιοδικά μέσω των εξωφύλλων, την προσοχή στον πίνακα μέσω του θέματος και όχι της τεχνικής βεβαίως. Ο Καντ στην «Κριτική της κριτικής ικανότητας» και πιο συγκεκριμένα στην Τρίτη Κριτική, που την έφεραν στο προσκήνιο οι μεταμοντέρνοι, σημείωνε ότι το Ωραίο δεν μπορεί να κρύβει ενδιαφέρον και συμφέρον. «Σε περιοδικά ή σε μια έκθεση φωτογραφιών που πραγματεύονται γυμνά το ζητούμενο είναι το θέμα των φωτογραφιών και όχι οι ίδιες οι φωτογραφίες. Επομένως, δεν μπορούμε να μιλάμε για Ωραίο αλλά για επιθυμία και διέγερση» επισημαίνει ο κοινωνιολόγος και πανεπιστημιακός κ. Σκαρπέλος.

Οι κατασκευαστές λαϊκών εικόνων έχουν κατά καιρούς «λεηλατήσει» τις καλές τέχνες για να βρουν στήριγμα στην προώθηση ηδονοβλεπτικής διάθεσης. Βεβαίως, ο κινηματογράφος κατάφερε να εξωτερικεύσει καλύτερα αυτό που «αποτελεί το πιο βαθιά προσωπικό κομμάτι του εαυτού μας». «Σήμερα που έχεις τη δυνατότητα να δεις σε χιλιάδες εκδοχές το γυμνό, η τόλμη είναι να μην κάνεις το γυμνό φάτσα κάρτα, να μην το αναπαράγεις σε φθηνή μορφή. Η αισθητική και η χρήση του κάνουν τη διαφορά» υποστηρίζει η σκηνοθέτις Λουκία Ρικάκη.

Μέσα από τις εφαρμογές στη δουλειά της το έχει επιβεβαιώσει και η ίδια. Στη θεατρική παράστασή της «Σουρεαλέρως» είχε βγάλει μια αφίσα με γυμνό του 1920 που έδειχνε τον Ελυάρ με μια ολόγυμνη γυναίκα δίπλα του. Στην παράσταση το γυμνό ήταν περιορισμένο και κυριαρχούσε περισσότερο το υπονοούμενο. «Θεατές, μετά το τέλος της παράστασης, μου είπαν ότι ήρθαμε και επηρεασμένοι από την αφίσα αλλά το ευχαριστηθήκαμε που δεν είχε τόσο γυμνό». Η επιλογή της αφίσας, όμως, ήταν ένας τρόπος προσέλκυσης του κόσμου με αναφορά στο γυμνό; Η κυρία Ρικάκη σκέφτεται για λίγο και μου απαντά: «Δεν ξέρω αν ήταν σωστή η επιλογή. Ακουσα αρνητικά σχόλια. Το είχα κάνει ως σχόλιο. Η φωτογραφία ήταν του '20 με γυμνό που τότε σόκαρε. Σαν να έλεγα: "Κράτει, τότε το γυμνό ήταν τόλμη"».

Νέοι ηθοποιοί και σκηνοθέτες, στο θέατρο και στον κινηματογράφο, «άγγιξαν» το γυμνό σε ρόλους που υποδύθηκαν ή σε έργα που ανέβασαν. Η πρόκληση που εμπεριέχει το γυμνό μπορεί να αποβεί παγίδα για όσους το χρησιμοποιούν σαν σκαλί ανάδειξης και μένουν εκεί. Ο κίνδυνος ενυπάρχει και επαφίεται στη διάθεση και στη φιλοσοφία του καθενός να μην καπελωθεί. Πρόσφατα στον εξώστη του «Αμόρε» ανέβηκε το έργο του Μάικλ Ρέιβενχιλ «Shopping and fucking» σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου. Αρκετοί θεώρησαν ότι ήταν πρόκληση για την πρόκληση. «Δεν είχαμε σκοπό να σοκάρουμε. Θέλαμε να προβληματίσουμε με την έννοια "γιατί σοκάρεσαι βλέποντας ένα γυμνό σώμα;". Σοκαριστική ήταν η απλότητα του γυμνού» παρατηρεί ο 33χρονος σκηνοθέτης. «Είναι βλακεία για όποιον κάνει προμόσιον με γυμνό. Το γυμνό υπάρχει παντού. Ας βρούμε άλλους τρόπους προώθησης». Πάντως, πιστεύει ότι το γυμνό σχετίζεται με την αρχέγονη πλευρά του εαυτού μας, που τον βλέπουμε σε αντικατοπτρισμό μέσα από το γυμνό. Το ρούχο, η οποιαδήποτε αμφίεση, «είναι ένα είδος επίκτητης ταυτότητας». Το γυμνό μάς έλκει γιατί είναι «η πιο κοντινή επαφή με τη φύση μας».



Πολιτισμός περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (0)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.