Ο Δημήτρης Καταλειφός δεν γνώριζε το έργο του Ντέιβιντ Χέαρ «Skylight». Του το πρότεινε η Λουκία Μιχαλοπούλου, μαζί με την ιδέα να τους σκηνοθετήσει ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης. Οπερ και εγένετο.
«Εχοντας δει τις παραστάσεις του, ξέρω ότι ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό το έργο και δεν το αλλοιώνει. Βάζει βέβαια το προσωπικό του στίγμα, αλλά με έναν τρόπο που δείχνει σεβασμό. Και ήθελα να δουλέψω με έναν σκηνοθέτη νεότερης γενιάς, που εκτιμώ εδώ και χρόνια» λέει ο Δημήτρης Καταλειφός, και η συνέντευξη αρχίζει.
Παρά την εμπειρία σας, γίνεστε μαθητής;
«Είναι επιθυμία μου να νιώθω μαθητής. Είχε προηγηθεί η γόνιμη συνεργασία μου με τον Γιάννη Μόσχο. Μου αρέσει να συναντιέμαι και με ανθρώπους νεότερης γενιάς, γιατί κάτι παίρνεις ως «μαθητής», κάτι ανανεώνεται, κάτι μεταφέρεις από τη δική σου εμπειρία, κάτι παίρνεις από τη φρεσκάδα των νεότερων».
Γιατί διαλέξατε τον τίτλο «Φεγγίτης»;
«Ο τίτλος έχει κυριολεκτική και μεταφορική έννοια. Κυριολεκτική είναι ότι ο ήρωας που παίζω, ο Τομ, φτιάχνει για τη γυναίκα του, που είναι άρρωστη, ένα δωμάτιο με φεγγίτη, σαν γυάλινη στέγη. Είναι ένα τεράστιο παράθυρο που της επιτρέπει να απολαμβάνει τη φύση που τόσο της άρεσε. Μεταφορικά ο τίτλος λειτουργεί και ως ελπίδα, ως άνοιγμα. Φωτίζονται οι σχέσεις και η ιστορία από διάφορες οπτικές, σαν να φέγγει σιγά-σιγά η αλήθεια και να έρχονται στο φως τα μισοκρυμμένα πράγματα».
Πόσο διαφέρουν μεταξύ τους οι ήρωες του έργου;
«Είναι διαφορετικοί οι κόσμοι τους. Μοιράζονται μια βαθιά αγάπη, αλλά έχουν βρεθεί σε δύο άκρα, με εκ διαμέτρου αντίθετες πολιτικές θέσεις. Εκείνος μπήκε στο χρηματιστήριο, πλούτισε και ανέπτυξε τη θεωρία τού αυτοδημιούργητου που πάλεψε σκληρά. Πιστεύει στον προσωπικό αγώνα για την επιτυχία. Εκείνη πήγε στο άλλο άκρο. Πιστεύει ότι πρέπει να βοηθάς τους ανήμπορους, τους φτωχότερους, τους αδύναμους. Σε μια μεταφορική, για την Ελλάδα, πραγματικότητα, ο ένας είναι προς τη Δεξιά και η άλλη προς την Αριστερά. Ωστόσο, η πολιτική αντίθεση δεν είναι το κυρίαρχο στοιχείο. Το έργο είναι ερωτικό, σχέσεων. Και οι δύο αναζητούν την αγάπη. Το βασικό εμπόδιο είναι οι χαρακτήρες τους. Αντί για το εμείς μπαίνει το εγώ».
Δεν αρκεί δηλαδή η αγάπη;
«Δεν αρκεί. Πρέπει να καταλαβαίνεις τον άλλον, να μπαίνεις στη θέση του. Κι αυτό είναι το δύσκολο. Τι είναι τελικά η αγάπη, αναρωτιέται το ίδιο το έργο. Απλώς να θέλεις τον άλλον κάνοντας αυτό που εσύ θες ή να κατανοήσεις και τις δικές του ανάγκες και να τον δεχτείς όπως είναι; Ο λόγος που τα πράγματα δυσκολεύουν είναι γιατί δεν μπορεί ο ένας να δει τις πραγματικές ανάγκες του άλλου, τις αλλαγές του. Μόνον τον διεκδικεί. Στον «Φεγγίτη» ο καθένας προσπαθεί να φέρει κοντά του τον άλλον, κυρίως ο Τομ, γιατί λόγω ηλικίας επείγεται».
Συμμερίζεστε το αίσθημά του απέναντι στον χρόνο;
«Το καταλαβαίνω πολύ καλά. Οταν στενεύουν τα περιθώρια έχεις μεγαλύτερη ανάγκη να γίνει το δικό σου. Εφέτος, για παράδειγμα, δεν ήθελα να συνεχιστεί για ολόκληρη τη σεζόν η παράσταση που κάναμε πέρυσι, γιατί είμαι 62 χρόνων και θέλω να προλάβω να παίξω κάποιους ρόλους. Δεν μπορώ να παίζω δύο χρόνια το ίδιο έργο. Και αυτό συγκίνησε την Ελένη Κούρκουλα. Υπάρχει αυτό το επείγον στη ζωή μου τώρα, όπως και στο έργο…».
Συνηθίζετε να επιστρέφετε σε ηθοποιούς. Λόγω ασφάλειας;
«Είναι ωραίο να συναντάς ανθρώπους με τους οποίους έχεις νιώσει καλά, όταν υπάρχει και φιλία και χημεία, τα πράγματα γίνονται απλούστερα. Πέρυσι, μετά από τριάντα χρόνια, βρέθηκα με την Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου. Τώρα χαίρομαι την επιστροφή με τη Λουκία. Ασφάλεια δεν έχω νιώσει ποτέ. Ούτε αυτή την περίφημη επιτυχία. Κάποιες φορές, πράγματι, λέω «ναι, κάτι κατάφερα, έρχεται κόσμος, κάποιοι με εκτιμούν». Είναι σημαντικό, αλλά κάθε φορά ξεκινάω από το μηδέν. Την επιτυχία ή την αποτυχία δεν τη φέρεις από την προηγούμενη δουλειά στην επόμενη. Είσαι πάλι ένας γυμνός άνθρωπος που προσπαθεί να ντυθεί έναν ρόλο από το μηδέν».
Το θέατρο μοιάζει για εσάς οικογενειακή υπόθεση…
«Είναι αλήθεια ότι έχω συνηθίσει σε ένα είδος οικογενειακού θεάτρου, από τη Σκηνή και μετά στο Εμπρός, στο Απλό. Μου ταιριάζει. Τώρα στο Εμπορικόν κλείνουν πέντε χρόνια που είμαι κι εγώ εκεί. Είναι ένας χώρος όχι μόνον μιας ατομικής αλλά μιας ευρύτερης έκφρασης –έργα, σκηνοθέτες και ηθοποιοί. Θαυμάζω συναδέλφους που παίζουν από χρονιά σε χρονιά αλλού, αλλά εμένα δεν μου πάει. Για να νιώσω άνετα θέλω να γνωρίζομαι με τον άλλον, ώστε να είμαι ο εαυτός μου, να μην υπάρχει καχυποψία».
Ως δάσκαλος αναδεικνύετε νεότερους ηθοποιούς. Ανταγωνισμό νιώθετε;
«Να παίζεις με τους μαθητές σου, είναι το απόλυτο. Η καλύτερη δυνατή ολοκλήρωση της σχέσης δασκάλου – μαθητή είναι όταν γίνονται συνεργάτες. Οσο για τον ανταγωνισμό, μου συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Θέλω να πηγαίνουν καλά, να διαπρέπουν. Νιώθω μεγάλη χαρά. Εχω την τύχη να είχα μαθητές που σκίζουν αυτή τη στιγμή, ξεκινώντας από τον Νίκο Κουρή, τον Χάρη Φραγκούλη, την Αγγελική Παπαθεμελή, τη Μαρία Καλλιμάνη, τον Αργύρη Πανταζάρα, την Εύα Μανιδάκη και πόσους ακόμη».
Εκπέμπετε μια γενναιοδωρία. Ερχεται συνεπεία της επιτυχίας;
«Νομίζω ότι οφείλεται στο DNA μου. Το χρωστάω στους γονείς μου, ιδίως στη μητέρα μου, την οποία έχασα φέτος, στα 100. Ηταν πολύ γενναιόδωρος άνθρωπος. Και είναι το πιο σημαντικό, το νούμερο ένα προσόν. Το χειρότερο ελάττωμα για μένα είναι να είναι κάποιος τσιγκούνης, στα οικονομικά, στα συναισθήματα και στη δουλειά. Θεωρώ τη γενναιοδωρία ύψιστη αρετή. Αν με ρωτούσες τι μου αρέσει στον εαυτό μου, θα έλεγα πρώτα-πρώτα τη γενναιοδωρία».
Αλήθεια, κύριε Καταλειφέ, σήμερα τι είναι η πατρίδα μας;
«Αυτή τη στιγμή αυτό που λέμε πατρίδα περιβάλλεται από πάρα πολλούς κινδύνους. Εγώ βλέπω με μεγάλο προβληματισμό, για παράδειγμα, το γεγονός ότι ο Καμμένος δεν μπόρεσε να καταθέσει το στεφάνι στα Ιμια, ότι στην Αθήνα αγοράζουν σπίτια όλο και περισσότεροι ξένοι, ότι υπάρχει το Μακεδονικό, ότι κινδυνεύουμε να γίνουμε ένα τουριστικό κράτος και τα παιδιά να γίνουν σερβιτόροι, γκαρσόνια. Θεωρώ ότι η πατρίδα μας κινδυνεύει αυτή τη στιγμή. Και είμαι άνθρωπος που θέλει μια πατρίδα ανοιχτή προς τον κόσμο, όχι κλειστή στον εαυτό της, αλλά να διατηρεί την ταυτότητά της. Φοβάμαι ότι κινδυνεύει να χαθεί η δική μας ταυτότητα».

Πού και πότε:

Θέατρο Εμπορικόν
Παραστάσεις: Τετάρτη και Κυριακή (20.00), Πέμπτη και Παρασκευή (21.00), Σάββατο (18.00 και 21.00).

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
«Φεγγίτης» του Ντέιβιντ Χέαρ.
Μετάφραση: Μιρέλλα Παπαοικονόμου.
Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης.
Σκηνικά: Αθανασία Σμαραγδή.
Κοστούμια: Μαρία Κοντοδήμα.
Mουσική σύνθεση: Μίνως Μάτσας.
Σχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Γιάνναρος.
Βοηθός σκηνοθέτη: Ελενα Σκουλά.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ