«Αποικιοκρατική» την έκριναν αρκετοί Ελληνες. «Αμφιλεγόμενη» τη χαρακτήρισε η ίδια η επιμελητική ομάδα της. «Αποτυχημένη σε όλα τα επίπεδα» την αποτίμησε η γερμανική «Die Welt». Επεισοδιακή με μια λέξη αποδεικνύεται τελικά η documenta 14, η οποία ολοκληρώθηκε και στο Κάσελ την Κυριακή που μας πέρασε, στο Μουσείο Fridericianum, με την εκκωφαντική απουσία του δημάρχου της πόλης. Τα βέλη που έχει δεχθεί η διοργάνωση είναι πολλά, αλλά τελικά, απ’ ό,τι φαίνεται, τα πιο δηλητηριώδη προέρχονται από το ίδιο της το σπίτι. Ούτε λίγο ούτε πολύ ο πολωνός καλλιτεχνικός διευθυντής της Ανταμ Σίμτσικ, ο οποίος είχε την ιδέα να διχοτομήσει την ιστορική διοργάνωση, κατηγορείται για «κακοδιαχείριση», καθώς το «πολυέξοδο όραμά» του επέφερε τη «χρεοκοπία» του εικαστικού θεσμού.
Ολα ξεκίνησαν από ένα άρθρο στην τοπική εφημερίδα του Κάσελ, «ΗΝΑ», περίπου μία εβδομάδα προτού ολοκληρωθεί η documenta στη Γερμανία. Το κείμενο μιλούσε για έλλειμμα 7 εκατ. ευρώ και την απόφαση του δήμου του Κάσελ και του κρατιδίου της Εσσης να χορηγήσουν από ένα έκτακτο δάνειο ύψους 3.5 εκατ. ευρώ έκαστος, προκειμένου να αποπληρωθούν εκκρεμείς δόσεις πιστωτών τρεις εβδομάδες πριν από την ολοκλήρωση της διοργάνωσης. Η συσσώρευση του ελλείμματος, σύμφωνα με τα γερμανικά δημοσιεύματα που ακολούθησαν, οφείλεται κατά κύριο λόγο στο κομμάτι που αφορά την Αθήνα. Συγκεκριμένα, στο κόστος μεταφοράς των έργων από την Ελλάδα στη Γερμανία αλλά και στα υψηλά ποσά που δαπανήθηκαν για το ρεύμα προκειμένου να κλιματίζονται οι χώροι.
Για το «τις πταίει» θα μπορεί να μιλήσει κανείς με βεβαιότητα όταν παρουσιαστούν και δημοσιοποιηθούν τα στοιχεία από την έρευνα ανεξάρτητων ελεγκτών επί του προϋπολογισμού των 37 εκατ. ευρώ, η οποία θα προσδιορίσει επακριβώς τα νούμερα και το πού διοχετεύθηκαν (αναμένεται από μέρα σε μέρα). Ωστόσο, το έλλειμμα είναι υπαρκτό και οι Γερμανοί έχουν πρόβλημα γιατί αφορά δημόσιο χρήμα.
Αξίες και υπεραξίες
Τα κρατικά κονδύλια που χρηματοδότησαν την documenta προήλθαν από τον δήμο του Κάσελ και το κρατίδιο της Εσσης (έκαστος από 7,5 εκατ.), ενώ το Oμοσπονδιακό Γερμανικό Ιδρυμα Πολιτισμού συνέβαλε με 4,5 εκατ. Μιλάμε δηλαδή για το 50%, περίπου, του προϋπολογισμού των 37 εκατ. ευρώ. Τα υπόλοιπα χρήματα για την υλοποίηση της documenta θα προέκυπταν από τα εισιτήρια, τις πωλήσεις βιβλίων και τις χορηγίες. Αλλά τελικά ο στόχος δεν επετεύχθη. Το ποσό δεν μπόρεσε να αντισταθμιστεί από τον αριθμό των εισιτηρίων, ενώ σύμφωνα με τις ενδείξεις οι επισκέπτες έχουν μειωθεί σε ποσοστό 1,5% σε σχέση με την προηγούμενη διοργάνωση (στο Κάσελ εφέτος ήταν 891.500). Από την πλευρά τους, ο Σίμτσικ και η ομάδα του τονίζουν ότι κανένας δεν μιλάει για την υπεραξία της documenta, τα χρήματα δηλαδή που εισρέουν στο Κάσελ κατά τη διάρκεια της έκθεσης και υπερβαίνουν σε μεγάλο βαθμό το ποσό που δαπανούν η πόλη και η περιφέρεια για το στήσιμό της. Κυρίως όμως επισημαίνει ότι όλοι οι μέτοχοι της documenta 14 είχαν εκφράσει από την αρχή την επιδοκιμασία τους για το φιλόδοξο κόνσεπτ του πολωνού επιμελητή, ωστόσο στην πορεία η στήριξή τους αποδείχθηκε πιο περιορισμένη «και πιο περιστασιακή».
Ο προϋπολογισμός και η διαρθρωτική χρηματοδότηση δεν προσαρμόστηκαν ανάλογα προκειμένου να καλύψουν τις αυξημένες ανάγκες της εφετινής documenta. Κοινώς, τα «έξοδα παράστασης» για 63 επιπλέον ημέρες διοργάνωσης, περισσότερες από οποιαδήποτε προηγούμενη διοργάνωση, και μάλιστα και σε άλλη μία πόλη πέραν του Κάσελ, θα αντιμετωπίζονταν σχεδόν με όσα χρήματα απαιτούνταν στις προηγούμενες διοργανώσεις αν εξαιρέσει κανείς μια τροποποίηση του προϋπολογισμού, η οποία υπολογίζεται ότι ήταν γύρω στα 3 εκατ. ευρώ. Ηδη από τον προηγούμενο Μάρτιο η διευθύνουσα σύμβουλος της διοργάνωσης Ανέτ Κουλενκάμπφ προειδοποιούσε ότι η κρατική χρηματοδότηση δεν επαρκεί για να εξασφαλίσει τη βιωσιμότητα της documenta, άλλωστε σε μια χώρα όπως η Γερμανία τα μουσεία σύγχρονης τέχνης και τα θέατρα καλύπτουν μόνα τους συνήθως ένα μονοψήφιο ποσοστό των εξόδων τους.
Θα ανήκει στο Κάσελ
Για την ώρα, απ’ ό,τι φαίνεται, η documenta αποτελεί πρώτης τάξεως υλικό για πολιτικές αντιπαραθέσεις –ας μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε μια ανάσα από τις γερμανικές ομοσπονδιακές εκλογές. Οπως αναφέρουν τα δημοσιεύματα που μιλούν περί «χρεοκοπίας», ο τέως δήμαρχος του Κάσελ και πρόεδρος του Συμβουλίου της μητρικής εταιρείας της documenta Μπέρτραμ Χίλγκεν, θερμός υποστηρικτής του Πολωνού και της μεγαλεπήβολης ιδέας του, δεν έλεγχε τα έξοδα γιατί ήθελε να τελειώσει τη θητεία του χωρίς αναταράξεις. Ο διάδοχός του Κρίστιαν Γκεζέλε, ο οποίος προεδρεύει του Εποπτικού Συμβουλίου από τον διορισμό του στα τέλη Ιουλίου, έφερε στο προσκήνιο το έλλειμμα.
Οι πολιτικοί διέδωσαν «μια εικόνα επικείμενης πτώχευσης της documenta και ταυτόχρονα παρουσιάστηκαν ως «σωτήρες» μιας κρίσης την οποία οι ίδιοι επέτρεψαν να εξελιχθεί» ανέφερε χαρακτηριστικά ο Σίμτσικ, όπως επίσης ότι δεν κλήθηκε ποτέ να συναντηθεί με τον νέο δήμαρχο μολονότι είχε παρευρεθεί σε όλες τις προηγούμενες συνεδριάσεις του εποπτικού συμβουλίου. Είναι πάντως χαρακτηριστικό, όπως επισημαίνει η «Süddeutsche Zeitung», ότι το κείμενο του νυν δημάρχου, όπως και ο δικτυακός τόπος της πόλης, έχει ως κεφαλίδα «Κάσελ, πόλη της documenta», ένα μεγάλο κλείσιμο ματιού σε όσους δυσφόρησαν από την αρχή με το δίπολο Αθήνας – Κάσελ θεωρώντας ότι η διοργάνωση ανήκει στην πόλη της και μόνο σε αυτήν. Και βέβαια η Αθήνα συνδέεται για άλλη μία φορά με μια χρεοκοπία και με την επιβάρυνση των υπερφορολογημένων γερμανών πολιτών. Στα ψιλά περνάει ότι η «χρεοκοπία» δεν είναι η πρώτη στην ιστορία του θεσμού. Οπως αναφέρει σε δημοσίευμά της η «Süddeutsche Zeitung», η documenta του Χάραλντ Ζίμαν το 1972 παρουσίασε έλλειμμα ύψους 800.000 μάρκων και ο ελβετός επιμελητής έπρεπε να αντιμετωπίσει αξιώσεις αποζημιώσεων για βλάβες και απώλειες.

Μαθαίνοντας από την Αθήνα
Σε αυτό το γαϊτανάκι δηλώσεων και αντιπαραθέσεων η Ανέτ Κουλενκάμπφ και ο Σίμτσικ «συκοφαντήθηκαν δημοσίως ως κλέφτες και θεσμικοί εγκληματίες» όπως επισημαίνουν οι ίδιοι. «Η documenta 14 αφομοιώνει πλήρως την αθηναϊκή συνθήκη, δεχόμενη την απόρριψη και την πολιτική τιμωρία, όπως ακριβώς η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια». Το πρότζεκτ «μόλις τώρα αρχίζει να μας διδάσκει τις νέες κατευθύνσεις στις οποίες πρέπει να κινηθούμε για να επινοήσουμε νέους ανυπάκουους θεσμούς». Η πλευρά Σίμτσικ υποστηρίζει ότι βάλλεται η ανεξαρτησία της documenta ως καλλιτεχνικού και πολιτιστικού δημόσιου θεσμού από πολιτικά συμφέροντα αλλά και με έναν «υπόγειο τρόπο», καθώς στην ουσία ζητείται από τη διοργάνωση να γίνει κατά κύριο λόγο οικονομικός θεσμός που υπόκειται στους όρους του κέρδους και της οικονομικής επιτυχίας. «Πώς μπορεί να μετρηθεί η αξία την οποία παράγει η documenta;» αναρωτιέται και δίνει την αφορμή για μια συζήτηση που ήδη μας απασχολεί εδώ και καιρό στην Αθήνα.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ