«Εξερευνώντας τον προσωπικό μου λαβύρινθο, γίνονται λαβυρινθώδη και τα έργα μου» μας έλεγε η Αννα-Μαρία Τσακάλη στον δρόμο για την πολύ τιμητική για τη δημιουργό έκθεση που πραγματοποίησε στο Μουσείο Λαμπινέ των Βερσαλλιών ο Δήμος του Παρισιού για να τιμήσει τον Αντρέ Λε Νοτρ(1613-1700) 400 χρόνια μετά τη γέννησή του, τον άνθρωπο που μεταμόρφωσε το Παρίσι, «την άλλη πόλη μου» όπως τη χαρακτηρίζει η ζωγράφος.

Και αυτό ακριβώς κάνει και τώρα η δημιουργός για χάρη των αναγνωστών του «Βήματος». Εξερευνά τον προσωπικό της Λαβύρινθο στο Παρίσι, τις καθημερινές της διαδρομές, με ζωγραφιές και με ταιριασμένες με συναίσθημα λέξεις.

Η Αννα-Μαρία Τσακάλη συνθέτει τα συνήθως μεγάλων διαστάσεων έργα της, τα κτίρια, τα λουλούδια και τα φυτά για να μιλήσει για ακόμη πιο περίπλοκες καταστάσεις και διαδρομές σπαρμένες με αμφιβολίες και αβεβαιότητες. «Επιθυμώ» λέει «να μιλήσω για έναν ζωντανό οργανισμό και για τη συνεχή μάχη με τον θάνατο. Για την ένταση και την αντίσταση της ομορφιάς».

Και αυτό το εμπνευσμένο εικαστικό ιδίωμα κτίστηκε στο Παρίσι, στην περίφημη Beaux-Art, μαζί με μια ομάδα σπουδαίων ελλήνων εικαστικών καλλιτεχνών μεταξύ των οποίων ο Εδουάρδος Σακαγιάν, η Ειρήνη Ηλιοπούλου, ο Αλέξης Βερούκας, η Μαρία Φιλοπούλου.

Σε όλους έγραψε επάνω στην τέχνη τους το Παρίσι, αλλά στην Αννα-Μαρία Τσακάλη ακόμη πιο έντονα, γιατί συνέχισε να μένει και να εργάζεται τον περισσότερο χρόνο της εκεί. Ας διατρέξουμε παρέα τις καθημερινές διαδρομές της με το βλέμμα και τη χειρονομία της δημιουργού:

«Εφθασα στο Παρίσι ένα απόγευμα στις 5 Ιουνίου 1983, μόνη, με μια βαλίτσα γεμάτη χρώματα. Ηρθα για να δώσω εξετάσεις στη Σχολή Καλών Τεχνών, ύστερα από μεγάλη προσπάθεια στην ελληνική ΑΣΚΤ. Σε αυτήν την πόλη δεν γνώριζα κανέναν. Το φως έφυγε στις 10.30 το βράδυ, ο αγέρας μαλακός, και εγώ μέθυσα από την αίσθηση του αγνώστου και της ελευθερίας. Είναι μαγικό να ανακαλύπτεις μόνος μια πόλη. Χαρά που τη γεύεσαι ολόκληρη. Εκείνο το βράδυ περπατώντας και χαζεύοντας το ποτάμι, ερωτεύτηκα το Παρίσι. Εζησα πολλά και σημαντικά για τη ζωή μου γεγονότα στη συνέχεια, με πρώτο και σημαντικό την αποδοχή από τον Leonardo Cremonini και τη φιλία του.
Από τότε διασχίζω το Παρίσι και το Παρίσι διασχίζει τα έργα μου, όπως και τη ζωή μου. Με στάσεις κατά καιρούς και διαδρομές οικείες και απρόσμενες, με εκπλήξεις και χαρές, άλλοτε με νοσταλγία, άλλοτε με καθημερινότητα.
Είχα την τύχη να ζήσω σε δύο τόπους, να μπαινοβγαίνω σε δύο ζωές, αδιάσπαστες και αδιαχώριστες. Κάθε στιγμή για μένα περιέχει την ένταση της ελληνικής μου ταυτότητας και της ζωής μου στο Παρίσι.
Αν η Ελλάδα είναι η μητέρα μου, το Παρίσι είναι ο πατέρας μου. Με μεγάλωσαν και οι δύο. Στο Παρίσι, έβαλα σε φόρμα την ελληνική μου ευαισθησία, ξαναβλέποντας και αγαπώντας την Ελλάδα ακόμα πιο βαθιά. Είναι ο τόπος που γνώρισα και αγάπησα τη ζωγραφική, που ξεπέρασα τις συνήθειές μου και άνοιξα στον κόσμο. Στο Παρίσι έγινα ζωγράφος.
Η ζωή μου εδώ είναι σαν παιχνίδι με τον χρόνο. Αισθάνομαι πάντα στο Παρίσι σαν είμαι 25 ετών, όχι από καθήλωση και νοσταλγία αλλά με ενέργεια και περιέργεια, μια πραγματικότητα και μια επιθυμία που αφήνουν πάντα περιθώριο στο όνειρο.
»Σ’ έναν τόπο τόσο έντονο διανοητικά και σκηνογραφικά μπαίνεις σαν άχρονος ηθοποιός. Μπαινοβγαίνω στον χρόνο, μιας και τα διάφορα σημεία της πόλης είναι φορτισμένα με γεγονότα. Ολα συναντώνται την ίδια στιγμή με το τώρα εδώ, 20 χρόνια μετά.
Ο χρόνος έχει διάσπαρτα φωτεινά σημάδια, τις ημερομηνίες και τους χώρους των εκθέσεών μου, τόσο συχνά στο Παρίσι όπως και στην Αθήνα. Ξεκινώντας από το Marais και από τη rue Veille du Temple μετά στο Saint Germain, τη rue de Serve, τη rue Mazarine, καταλήγοντας στη rue Vanean στην γκαλερί Minsky. Μαγική περίοδος, η αναδρομική έκθεσή μου στο Μουσείο Labinet στις Βερσαλλίες.

Ο οραματιστής και αρχιτέκτονας της φύσης του Λουδοβίκου ΙΔ’, Le Notre, ήταν η αφορμή 400 χρόνια μετά.Εχω δύο κέντρα στο Παρίσι, το σπίτι μου στη Vilette και το Saint Germain. Η γραμμή μου του μετρό, η επτά, κάνει στάση στο Pont Nenf. Βγαίνω από τη σήραγγα στο καρέ του ουρανού και αμέσως στο πανόραμα της γέφυρας, της πιο παλιάς του Παρισιού. Εκεί ό,τι και να συμβαίνει κοντοστέκομαι και απολαμβάνω. Είναι η στιγμή που κοιτάζω. Ο δικός μου χαιρετισμός στη χάρη αυτής της πόλης. Στο βάθος, η Σχολή Καλών Τεχνών, ένα κόσμημα αρχιτεκτονικής που είχα την τύχη να ζήσω τα πολύτιμα χρόνια της μαθητείας. Απόγευμα στο εργαστήριο με το φως να πέφτει από τις βεργιέρες ή περνώντας βιαστικά από την κεντρική αυλή με τις καμάρες και τα αγάλματα. Δίπλα, το μαγαζί με τα χρώματα του Sennelier, το δικό μας ζαχαροπλαστείο.

Δρόμοι των γκαλερί, δρόμοι μοναχικοί, μεταφυσικά άδειοι τη νύχτα, κουβαλώντας ένα ρολό από τη σχολή ή βλέποντας ένα φως απρόσμενο να κόβει τον δρόμο στα δύο. Πιο πάνω, το ανθοπωλείο της rue de Buci που αγοράζω λουλούδια και κάτω από τον ουρανό το εργαστήριο του δασκάλου μας. Το αγαπημένο καφέ Au charette de l’Abbey μου είπαν ότι είναι κομμάτι του γνωστού έργου του Μπαλτίς, πάντα γεμάτο κόσμο έξω, ακόμα και με κρύο ή βροχή. Μια κοινωνία που παρά τους ισχυρούς κώδικες και τους πρόσφατους εφιάλτες κρατά τη χαρά της ζωής. Το σπίτι μου είναι δίπλα στο κανάλι της Vilette. Το νερό, σαν στοιχείο κίνησης και ευαισθησίας, είναι πάντα παρόν. Κάθε πρωί βγαίνω στο μπαλκόνι και ελέγχω το φως πάνω στην επιφάνεια και καταγράφω το χρώμα του ουρανού. Γκρι αργυρό, απόγευμα χρυσό, νύχτα μπλε-πρωσικό. Το ξημέρωμα στις πέντε ένα πουλί στο πάρκο δίπλα, με ξυπνά. Μοναχικό τραγούδι στο τέλος της νύχτας. Το πρωί το πάρκο γεμίζει τιτιβίσματα πουλιών.

Αλλάζουν συχνά τη σύνθεση στα παρτέρια, χαίρομαι να τα κοιτώ. Το κανάλι δίπλα, παλιά βιομηχανικό, έχει αλλάξει τώρα πρόσωπο. Είναι γεμάτο καφέ και εστιατόρια. Ενα νεαρό πλήθος μαζεύεται και τον καλό καιρό κάνουν πικ νικ δίπλα στο νερό, όπως τα έργα του Σερά. Το αγαπημένο μου καφέ La Plage έχει χρωματιστά φωτάκια και πολύχρωμες δερμάτινες πολυθρόνες. Και βέβαια σε όλο το Παρίσι οι γκαλερί, τα μουσεία. Διαδρομές στους ίδιους δρόμους ξανά και ξανά, όμως με την ίδια έκπληξη. Το ότι γνώρισα και αγάπησα εδώ τη ζωγραφική είναι σημαντικό γιατί με δένει με την πόλη σαν σχέση φλέβας. Τρέφομαι, ξυπνάω, σκέφτομαι. Μια ενέργεια συνεχής.

Σε όλες τις εκθέσεις, διοργανώσεις και μουσεία που συχνά παρακολουθώ, ξαναφτιάχνεται η ταυτότητά μου, βρίσκομαι στον χώρο μου, συνομιλώ βουβά για όλα όσα με καίνε, και τα χαίρομαι σαν παρουσίες ζωντανές. Αισθάνομαι ότι η επαφή τους με κάνει καλύτερη. Είναι η δύναμη της τέχνης που μας φέρνει κοντά στον εαυτό μας και συγχρόνως μας απελευθερώνει, μας ενεργοποιεί. Μέσα σε έναν κόσμο τερατωδώς πολύβουο, μας αποξενώνει και ζητά να μας αποκοιμίσει. Τις ημέρες της νοσταλγίας βόλτα στο ελληνικό κομμάτι του Λούβρου. Η Νίκη της Σαμοθράκης μετά την πρόσφατη ανακαίνιση απέκτησε ένα νέο μαρμάρινο πούπουλο στο ένα της φτερό. Τεράστιο αλλά και μικρό εν τέλει το Παρίσι, αφού στους δρόμους ή στις foires συναντάς γνωστούς, ακόμα και φίλους Ελληνες.
Ομως το βασίλειό μου είναι το εργαστήριό μου, εκεί όπου ακόμη και οι γκρίζες ημέρες γίνονται αφορμή συγκέντρωσης.
Αναγκαίο το Παρίσι για την πορεία μου, ένα μεγάλο χωνευτήρι τέχνης, στο οποίο αποχωρίζεσαι τις σιγουριές, την εύνοια και την οικειότητα της πατρίδας, των ανθρώπων, της παράδοσης και της γλώσσας σου. Εκτίθεσαι και δοκιμάζεσαι σε ένα διαφορετικό περιβάλλον, για να ξαναδείς από απόσταση την ταυτότητά σου και τις αξίες σου, μέσα από τη ζωγραφική σε ένα κέντρο ευρωπαϊκής παράδοσης που σέβεται και εμπεριέχει τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Είχα την τύχη η ζωγραφική μου και οι εκθέσεις να καταστήσουν τελικά για εμένα οικείο και αγαπημένο το Παρίσι. Την άλλη μου πόλη».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ