Η εποχή που η λεγόμενη κλασική μουσική αποτελούσε τη ραχοκοκαλιά του Φεστιβάλ Αθηνών έχει, όπως φαίνεται, από χρόνια παρέλθει. Μέσα από αυτό το πρίσμα, η εμφάνιση μιας σπουδαίας, διεθνούς βεληνεκούς ορχήστρας στο Ηρώδειο δεν είναι κάτι που έχουμε πλέον συχνά την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε. Με δεδομένη μάλιστα και την ακύρωση –για σοβαρούς λόγους υγείας, όπως έγινε γνωστό –της πολυαναμενόμενης σύμπραξης της διάσημης αργεντινής πιανίστριας Μάρτα Αργκεριχ με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στις 15 Ιουλίου, οι δύο συναυλίες της ιστορικής Φιλαρμονικής της Αγίας Πετρούπολης υπό τον βετεράνο Γιούρι Τεμιρκάνοφ στο ρωμαϊκό ωδείο λίγες ημέρες νωρίτερα (στις 6 και 7/7) προσφέρουν μια μοναδική ευκαιρία στους φίλους του είδους.

Μαέστρος και σύνολο έχουν επανειλημμένως εμφανιστεί στην Αθήνα, τόσο στο Ηρώδειο όσο και στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Σε ό,τι αφορά το τελευταίο, ο 78χρονος Τεμιρκάνοφ ήταν από τους πρώτους που διηύθυναν στη σημερινή αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» (στην τότε «Φίλων της Μουσικής»), και όσες φορές μας επισκέφθηκε έκτοτε, αναφερόταν σταθερά στην εμπειρία. Παρά τη λαμπερή διεθνή του πορεία στην Ευρώπη, στην Ασία και στις ΗΠΑ, η Φιλαρμονική της Αγίας Πετρούπολης, την οποία διευθύνει πλέον για 30 σχεδόν χρόνια, κατέχει αναμφίβολα ιδιαίτερη θέση στην καρδιά του. Μιλώντας στο «Βήμα» πριν από μερικά χρόνια, με αφορμή μία ακόμη εμφάνισή του στην Αθήνα, σχολίαζε με ενθουσιασμό τον καθαρά «ρωσικό» χαρακτήρα του συνόλου, σε μια εποχή παγκοσμιοποίησης του ήχου. «Αρκεί να την ακούσει κανείς και θα καταλάβει» έλεγε χαρακτηριστικά.
Ρωσικό πρόγραμμα
Το γεγονός ότι οι δύο επικείμενες αθηναϊκές συναυλίες περιλαμβάνουν αποκλειστικά ρωσικό πρόγραμμα προσφέρει μια ακόμη πιο ξεκάθαρη ευκαιρία να «καταλάβουμε». Στις 6 Ιουλίου θα παρουσιαστεί το έργο του Ρίμσκι-Κόρσακοφ «Ο θρύλος της αόρατης πολιτείας του Κιτέζ» και στη συνέχεια, με τη σύμπραξη του ισπανού τσελίστα Πάμπλο Φεράντες ο οποίος, στα 26 του μόλις χρόνια, έχει ήδη συνεργαστεί με τις μεγαλύτερες ορχήστρες του κόσμου, θα παρουσιαστεί το έργο του Τσαϊκόφσκι για βιολοντσέλο και ορχήστρα «Παραλλαγές ροκοκό». Η βραδιά θα κλείσει με τους «Συμφωνικούς Χορούς», την τελευταία σύνθεση του Ραχμάνινοφ.

Η συμμετοχή του σπουδαίου Ντένις Ματσούεφ – ίσως του καλύτερου πιανίστα της γενιάς του –στη δεύτερη βραδιά αποτελεί αναμφίβολο «ατού». Προτού η Φιλαρμονική κλείσει τη συναυλία με τη μουσική από το μπαλέτο «Πετρούσκα» του Στραβίνσκι, ο 42χρονος Ματσούεφ θα συμπράξει στο Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 3 του Ραχμάνινοφ, ενός συνθέτη που παίζει ιδιαίτερο ρόλο στην καριέρα του. Νεότατος ακόμη, πριν από 10, περίπου, χρόνια, ο πιανίστας –τον οποίο το ελληνικό κοινό είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει επίσης από νωρίς, αφού έχει έρθει επανειλημμένως στην Αθήνα –εκλήθη από τον εγγονό του συνθέτη να αναλάβει τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή του Ιδρύματος Ραχμάνινοφ και με αυτή του την ιδιότητα «υπέγραψε» αρκούντως ενδιαφέροντα καλλιτεχνικά πρότζεκτ. Γνωστός, επίσης, για την αγάπη του για την τζαζ, ήταν ο πρώτος κλασικός πιανίστας που έδωσε τζαζ συναυλία στη Μεγάλη Αίθουσα του Ωδείου της Μόσχας, λίγο παλαιότερα…
Γυναίκες στο πόντιουμ
Ο Τεμιρκάνοφ με τη Φιλαρμονική της Αγίας Πετρούπολης έχουν βρεθεί επανειλημμένως στην Αθήνα τα τελευταία –αρκετά πλέον –χρόνια της κρίσης. Πιστεύει πως σε ανάλογες σκληρές περιόδους η μουσική, η τέχνη γενικότερα, είναι περισσότερο αναγκαία παρά ποτέ. Η αντίστοιχη εμπειρία από τη Ρωσία την εποχή της μετάβασης από την κομμουνιστική περίοδο στη νέα εποχή ήταν αυτή η οποία τον έπεισε για την ορθότητα της εκτίμησής του. «Τότε η τέχνη ήταν από τα λίγα πράγματα που είχαν τη δύναμη να προσφέρουν ελπίδα και παρηγοριά στον κόσμο» έλεγε χαρακτηριστικά. «Στη δεκαετία του ’90 η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη για τους πολιτιστικούς οργανισμούς της χώρας μου. Ο καιρός περνούσε και όταν ανέβηκε ο Πούτιν στην εξουσία πήγα στη Μόσχα και τον βρήκα. Του εξήγησα την αναγκαιότητα της κουλτούρας στη Ρωσία και ύστερα από μια μεγάλη συζήτηση αποφάσισε την «προικοδότηση» των μεγάλων ορχηστρών με ένα έξτρα κονδύλι. Τώρα μπορώ να πω ότι είμαστε καλά».

Πριν από μερικά χρόνια, ο Τεμιρκάνοφ δέχθηκε έντονες επικρίσεις για τις δηλώσεις που έκανε στον Τύπο σχετικά με τις γυναίκες αρχιμουσικούς. Αργότερα, με αφορμή την επιστροφή του στη Συμφωνική Ορχήστρα της Βαλτιμόρης, όπου στο παρελθόν υπήρξε διευθυντής, τον ρώτησαν εκ νέου για τις απόψεις του επάνω στο θέμα. «Οι γυναίκες μπορούν να διευθύνουν μια ορχήστρα» επέμεινε. «Δεν είμαι εναντίον του γεγονότος αυτού. Απλώς δεν μου αρέσει. Υπάρχουν γυναίκες που κάνουν μποξ και άρση βαρών. Μπορούν να το κάνουν, αλλά προσωπικά δεν μου αρέσει να το βλέπω. Μιλώ απλώς για το γούστο μου. Δεν μπορούμε να έχουμε όλοι το ίδιο γούστο. Για παράδειγμα, δεν μου αρέσει το ψάρι…» συνέχισε προκαλώντας νέο γύρο αντιπαράθεσης.

Πρόσφατα ερωτήθηκε αν έχει σκοπό να αποσυρθεί από την ενεργό δράση. «Ξέρετε κάποιον αρχιμουσικό που να σταματά;» απάντησε. «Μάλιστα, όσο μεγαλώνεις τόσο καλύτερα υποτίθεται ότι διευθύνεις. Οταν εργάζομαι, αισθάνομαι καλύτερα».
«Να νιώθεις τη μουσική»
Ο Τεμιρκάνοφ ανήκει στους αρχιμουσικούς με ιδιαίτερα αναγνωρίσιμο στυλ διεύθυνσης. Το γεγονός ότι δεν χρησιμοποιεί μπαγκέτα δεν είναι, βέβαια, τόσο ασυνήθιστο. Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι χρησιμοποιεί τα χέρια και τα μάτια του με έντονα εκφραστικό τρόπο. «Παντού πλέον οι μουσικοί είναι πολύ επαγγελματίες και πολύ καλοί» έλεγε πρόσφατα σχολιάζοντας το προσωπικό του ύφος.

«Δεν χρειάζονται, λοιπόν, κάποιον που να δαμάζει, απλώς, τον χρόνο. Ο διευθυντής ορχήστρας πρέπει να τους δείχνει αυτό που δεν ξέρουν. Τα υπόλοιπα είναι στο μουσικό κείμενο. Ο μαέστρος πρέπει με κάποιον τρόπο να αποκαλύπτει γιατί η μουσική είναι γραμμένη με τον συγκεκριμένο τρόπο, να την αποκρυπτογραφεί όπως μια ιστορία μυστηρίου. Πρέπει να μαντεύεις γιατί ο συνθέτης έκανε ό,τι έκανε. Η μουσική είναι σαν ένα γράμμα. Ο συνθέτης συντάσσει το γράμμα του, αλλά δεν μπορεί να γράψει ακριβώς αυτό που θέλει να πει. Ούτε ο Μάλερ δεν μπόρεσε να το καταφέρει αυτό, παρ’ όλο που γράφει σε κάθε μέτρο πώς θέλει να το διευθύνεις. Πρέπει να νιώθεις τη μουσική. Κοιτώ την ορχήστρα και λέω στους μουσικούς: γιατί παίζεται πάντα με την ίδια έκφραση στο πρόσωπό σας; Πώς γίνεται αυτό; Δεν νιώθετε διαφορετικά σε κάθε μέρος του έργου; Η αρχή του Τρίτου Κοντσέρτου του Ραχμάνινοφ δεν είναι ευχάριστη μουσική. Είναι τραγική. Κάποτε παρουσίασα αυτό το κοντσέρτο με τον Λανγκ Λανγκ και την ώρα που έπαιζε χαμογελούσε. «Ενα ακόμη χαμόγελο», του είπα, «κι έχεις φύγει…»».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ