Η περιέργεια να δεις πίσω από την κουρτίνα. Ιδίως όταν η κουρτίνα αφήνει χάσματα από όπου περνούν μνήμες, ακούσματα, ονόματα οικεία, δικά σου. Και ακόμη περισσότερο όταν το δίχτυ της ζωής σε δένει με την άλλη πλευρά. Να δεις, να ακούσεις, να σκεφθείς έξω από τα στερεότυπα της μαζικής εκδρομής – επιδρομής. Μοναχική πορεία σε τόπους έρημους και πολυσύχναστους για να ακούσεις το ψιθύρισμα του Ελληνικού· και να γευθείς το κοινό του τόπου και των ανθρώπων που βρίσκεται χωμένο άλλοτε βαθιά και άλλοτε μόλις κάτω από την επιφάνεια. Βόλτα στις γειτονιές από την άλλη πλευρά των συνόρων μας. Στο κομμάτι της γης που άλλοι το λένε Νοτιοανατολική Ευρώπη και άλλοι Βαλκάνια.



Από την Οχρίδα στο Μοναστήρι, 70 χλμ., ο άνετος δρόμος ακολουθεί πιστά την Εγνατία οδό. Εμείς όμως κάναμε κύκλο για να περάσουμε το βουνό Γκαλίσιτσα και να συναντήσουμε τον διεθνή δρόμο στο Ρέζεν. Προχωρήσαμε λοιπόν νότια στις όχθες της λίμνης ως το χωριό Τραπέϊτσε (Τραπεζίτσα). Ανεβήκαμε τη στενή άσφαλτο μέσα από τις οξυές και τις βαλανιδιές στις απότομες πλαγιές του βουνού. Στο πέρασμα Λιβάδι, σε υψόμετρο 1.500 μ., η θέα της λίμνης της Οχρίδας είναι εντυπωσιακή. Αριστερά μας, δίπλα στον Αγιο Ναούμ, ασπρίζει το Πόγραδετς, πίσω του απλώνεται το οροπέδιο της Κορυτσάς. Απέναντί μας, προς τη Δύση, το φράγμα των έρημων βουνών της Αλβανίας που ανάμεσά τους περνάει ο δρόμος για το Ελμπασάν, τα Τίρανα και το Δυρράχιο. Στην άκρη δεξιά προς τον Βορρά μόλις που διακρίνεται η πόλη της Οχρίδας.


Το πέρασμα Λιβάδι ανοίγει ανατολικά προς τη Μεγάλη Πρέσπα ­ η αρχαία Βρυγηίς. Απέναντι το Περιστέρι, δεξιά στα νοτιοανατολικά η παραλία στον λαιμό της Πρέσπας και πίσω της να αχνοφαίνεται η Μικρή Πρέσπα με τον Αγιο Αχίλλειο και το χιονισμένο Τρικλάριο στο βάθος. Δεξιότερα, ο μικρός και καλογραμμένος όρμος των Ψαράδων. Η γεωγραφική ενότητα ξεπερνά την πολιτική διάσπαση του χώρου. Κατηφορίζοντας προς τη λίμνη οι όχθες γεμάτες καλαμιές. Η Πρέσπα δεν έχει την αξιοποίηση της Οχρίδας. Αραιά και πού, χωριά στις όχθες της. Προς τον Βορρά η λίμνη γίνεται σχεδόν βαλτότοπος όπου καταλήγει η μικρή τριγωνική πεδιάδα του Ρέζεν με καλαμπόκια και καπνά. Περιγράφουμε κυκλικά τη λίμνη. Στο χωριό Σλίβνιτσα ψάχνουμε για το μοναστήρι με τις τοιχογραφίες τού 1607.


Ο δρόμος μετά το χωριό γίνεται παχιά λάσπη και το αυτοκίνητο κολλάει. Επιστρέφουμε. Δέκα χλμ. νοτιότερα, τα ελληνικά σύνορα στον Αγιο Γερμανό. Λίγο πριν από το Ποντμοτσάνι πάμε δεξιά για την έκπληξη που λέγεται Κουρμπίνοβο. Στην άκρη του χωριού σε μια ομαλή πλαγιά με κερασιές ο απλός μονόχωρος ναός του Αγίου Γεωργίου, κτισμένος το 1191, με τις εκπληκτικές και τολμηρές τοιχογραφίες. Μορφές ψηλόλιγνες που καλύπτουν τεράστιες επιφάνειες. Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ με δυνατές γραμμές και φορέματα να ανεμίζουν σε γωνιώδεις κυματισμούς.


Οι ειδικοί εντάσσουν την αισθητική του Κουρμπίνοβο σε μια ενδιάμεση θέση ανάμεσα στον Αγιο Παντελεήμονα του Νέρεζι και στους Αγιους Αναργύρους της Καστοριάς. Χρώματα γαλάζια και λευκά, συνθέσεις στις οποίες υπερτονίζονται τα άτομα εις βάρος του συνόλου. Ο σοβαρός Αγιος Εύπλοος και ο παιχνιδιάρης με μπλε σκούφο Αγιος Ευφρόσυνος. Στη δυτική πλευρά, όπου και η είσοδος, μισοκατεστραμμένη απεικόνιση αυτοκρατορικού ζεύγους με τη συνοδεία του… (ο Ισαάκ Αγγελος;). Μια γυμνασιακή τάξη από την Μπίτολα βαριούνταν ακούγοντας τον συμμαθητή τους να τους περιγράφει την εκκλησία. Ο νεαρόκοσμος ­ περίεργα κουρέματα, Τ-σερτ, μπουστάκια ­ συμπεριφέρονταν, ανά ζεύγη, με τον ελευθεριάζοντα και αξιαγάπητο τρόπο εκείνων που τους απασχολεί το παρόν, ίσως και το αμεσότατο μέλλον, αλλά σίγουρα όχι το παρελθόν.


Λίγο προτού βγούμε στον αυτοκινητόδρομο, το μικρό χωριό Εζεράνι που το μνημονεύει ο Αρχιεπίσκοπος Οχρίδος Δ. Χωματιανός τον 13ο αιώνα: «τη κατά την Εζερίαν δε σεμνή Μονή της Θεοτόκου…». Κανένα ίχνος. Μπαίνοντας στον αυτοκινητόδρομο πάμε αριστερά για τη Ρέσνα.


Το Ρέζεν (Ρέσνα) είναι μια κωμόπολη 37 χλμ. από την Οχρίδα, στην άκρη του κάμπου που καταλήγει στη βόρεια όχθη της Μεγάλης Πρέσπας. Η μικρή ελληνοβλαχική και πατριαρχική κοινότητα του Ρέζεν των αρχών του αιώνα αφομοιώθηκε γρήγορα από την ισχυρή και πολυπληθέστερη βουλγαρόφωνη ύπαιθρο. Αχαρη πόλη με εκτεταμένες τσιγγανογειτονιές που γίνεται ακόμη πιο άχρωμη από τη βαριά ζέστη του μεσημεριού. Στην έρημη πλατεία ο γάμος στο δημαρχείο. Κόκινες τουαλέτες από αστραφτερά υφάσματα. Το ζευγάρι φεύγει με ένα «Ζάσταβα» και οι συγγενείς κορνάρουν ευτυχισμένοι. Παρ’ όλη τη ζέστη η ιδέα για έναν πατσά στο φαστ φουντ της πλατείας αποδεικνύεται ευχάριστη έκπληξη. Περπατώντας στην πόλη βρίσκεις πού και πού συστάδες σπιτιών με τα χρώματα της ώχρας και το βαλκανικό μπαρόκ. Στην εκκλησία δίπλα στην είσοδο ένα «επιχρυσωμένο» ρωμαϊκό επιτύμβιο. Ψηλά στον τρούλο ένα ένθετο ανάγλυφο με έναν φεσοφόρο μάστορα και τη χρονολογία που δεν καλοδιακρίνεται.



Ακολουθώντας την Εγνατία οδό συνεχίζουμε στον πολύ καλό και σχετικά φαρδύ δρόμο προς τα ανατολικά και περνάμε τη διάβαση Ντζιαβάτ που ανοίγει σιγά σιγά προς την πεδιάδα της Πελαγονίας. Δεξιά μας το Πελιστέρ (Περιστέρι) και αριστερά το Ντεμίρ χισάρ. Κατηφορίζοντας στις πλαγιές του Περιστεριού, μια σειρά από «πάλαι ποτέ» ελληνοβλαχικά χωριά. Ο κάμπος της Πελαγονίας περικλείεται στον Βορρά από τις νότιες υπώρειες των βουνών της Γιακουπίτσα που από την άλλη πλευρά τους φθάνουν στον κάμπο των Σκοπίων, ανατολικά από το Ντεμίρ χισάρ και το Πελιστέρ, στα δυτικά από τη Σελέσκα, ενώ στα νότια ο κάμπος αυτός εκτείνεται και μέσα στο ελληνικό έδαφος και σταματά στο Βίτσι και στο Καϊμακτσαλάν.


Η πεδιάδα διασχίζεται από τον ποταμό Τσέρνα (Μαυροπόταμος, ο αρχαίος Εριγών) που πηγάζει από το Ντεμίρ χισάρ και το Πελιστερ και χύνεται στον Βαρδάρη (Αξιός) 20 χλμ. κάτω από το Τίτο Βέλες, στην περιοχή των αρχαίων Στόβων.


Κατηφορίζουμε ως την είσοδο της πόλης και από εκεί στρίβουμε δεξιά στις πλαγιές του Pelister. Μια σειρά καταπράσινα χωριά: το Μπρούσνικ, το Τύρνοβο, ψηλά στο βουνό η Νιζόπολη. Χωριά Ελληνοβλάχων που αποτελούσαν την πατριαρχική νησίδα στη θάλασσα της βουλγαρόφωνης εξαρχικής υπαίθρου στις αρχές του αιώνα. Στο Τύρνοβο γυναίκες καθαρίζουν τους τάφους στο νεκροταφείο δίπλα στη μεγάλη εκκλησία. Γλυκό απόγευμα στην καταπράσινη απλωσιά της εκκλησίας.


Καλησπερίζω τον γέροντα που κάθεται ακουμπισμένος στο μπαστούνι του. «Ονομάζομαι Γεώργιος Κονδύλης», μου απαντά, «διετέλεσα αντιβασιλεύς αλλά παρητήθην και τώρα ευρίσκομαι εδώ ησυχάζων». Δεν είναι εύκολη η επικοινωνία για να ικανοποιήσω την περιέργειά μου. Οι γυναίκες μουρμουρίζουν «Grski, grski…». Υπολείμματα αναστατώσεων, ταραγμένα μυαλά και χρόνια. Στο Μεγάροβο τα νερά τρέχουν ζωηρά στα δρομάκια του χωριού. Η γιαγιά μάς μιλάει βλάχικα και μας δείχνει τον δρόμο για την εκκλησία στην άκρη του χωριού, σε ένα καταπράσινο βαθούλωμα όπου τρέχουν νερά άφθονα. Ο Αγιος Δημήτριος, ογκώδης σε ένα πλάτωμα με πλατάνια, είναι κλειστός. Ενας γέροντας φέρνει τα κλειδιά. Ασπρισμένοι τοίχοι, στο εσωτερικό καινούργιες εικόνες της αγοράς. Σε έναν τοίχο ακουμπισμένα παλιά εξαπτέρυγα. Σε ένα από αυτά μικρή επιγραφή χαραγμένη: «Μνίσθιτι Κίριε τον Δούλον σου Γ.Χ. Ακακίου, Ιερομονάχου +1817». Και στην πίσω πλευρά: «Σταυροφίλαξ Πάσης της Οικουμένης της Αγίας και Ιεράς Μονής Κοσσιφινίσης». Διαδρομές σε ταραγμένες εποχές. Από τα περίχωρα της Δράμας στο Μοναστήρι. Στην είσοδο της εκκλησίας η βρύση «Δωρεά Μιχαήλ Αδάμη». Βραδυάζει.


Επιστρέφουμε στο Μοναστήρι. Η πόλη σχηματίζει περίπου ένα Τ. Στη δυτική πλευρά το βουνό και στην ανατολική ο κάμπος της Πελαγονίας. Η οριζόντια κεραία τού Τ είναι ο ποταμός Ντραγκόρ (Υδραγόρας) και ορίζει τις προς Βορράν μουσουλμανικές φτωχογειτονιές. Ο δρόμος από την Οχρίδα ακολουθεί τον Ντραγκόρ. Η κάθετη γραμμή τού Τ είναι ο κεντρικός δρόμος, το Φαρδύ, που ενώνει την πλατεία, το κέντρο της πόλης, με τις νότιες συνοικίες, τον σιδηροδρομικό σταθμό και τους παλιούς στρατώνες. Οι παλιές συνοικίες του 18ου-19ου αιώνα εκτείνονται στο δυτικό τμήμα της πόλης, από το Φαρδύ ως τους πρώτους χαμηλούς λόφους του Πελιστέρ. Το ανατολικό τμήμα είναι σχετικά πρόσφατο με ευθείς δρόμους και σοσιαλιστικού τύπου χαμηλές πολυκατοικίες.


Το ξενοδοχείο Epinal σού δημιουργεί την ισχυρή διάθεση να βγεις έξω. Το Φαρδύ αρχίζει να παίρνει ζωή. Σαββατόβραδο. Τα μικρά μιούζικ μπαρ ανοίγουν ένα ένα. Η νεολαία γεμίζει σιγά σιγά τον δρόμο. Θυμάμαι φωτογραφίες να δείχνουν το Φαρδύ γεμάτο κόσμο και λάβαρα «Ζήτω το Σύνταγμα» για τον εορτασμό της επανάστασης των Νεοτούρκων το 1908. Τραπεζάκια έξω και παγωτό στο μικρό ζαχαροπλαστείο. Στον τοίχο επιγραφή: «Στο σπίτι αυτό ήταν το εργαστήριο των Μακεδόνων κινηματογραφιστών Μανάκη». «Ποιοι ήταν οι αδελφοί Μανάκη;» ρωτάω την σερβιτόρα. «Μακεδόνες κινηματογραφιστές», μου απαντάει βαρυεστημένα. Ο κεντρικός κινηματογράφος «Manaki» παίζει μια αμερικανική αστυνομική ταινία.


Σε μια πολυκατοικία μια μεγάλη φωτεινή επιγραφή εξηγεί γιατί μπαινοβγαίνει τόση νεολαία: «Star FM, 104.2». Τραβιόμαστε στην άλλη άκρη, εκεί όπου το Φαρδύ βγαίνει στην πλατεία με το τζαμί του Ισάκ μπέη (1508) και τον πύργο του ρολογιού. Ενα παλιό «νεοκλασικό» είναι τώρα εστιατόριο πολυτελείας με πίτσες και γαλλική κουζίνα. Απέναντι, το παλιό μπεζεστένι δεν φοβάται πια τον λήσταρχο Πάνο που, όπως γράφει ο Εβλιγιά Τσελεμπί, το καταλήστευε επανειλημμένα το 1600 και έχει τις πόρτες του ανοιχτές. Στο ομώνυμο εστιατόριο πολύ καλό φαγητό, ιδίως η πηκτή από χοιρινό, αξιοσημείωτη ποικιλία μεζέδων και όπως πάντα πολύ λογικές τιμές. Από την ανοιχτή πόρτα του βλέπω τα μικρά μαγαζιά στο εσωτερικό της αγοράς. Ο παππούς της Κλέας, ο Κρουσοβίτης κυρ Ματθαίος, είχε εδώ ένα υφασματάδικο. Το 1906 τον σκότωσαν μπροστά στο μαγαζί του.


Στο πολιτιστικό κέντρο απέναντι από το ξενοδοχείο είχε γαμήλιο γλέντι. Η μουσική ακουγόταν ως αργά τη νύχτα.


Κυριακή πρωί. Καμπάνες που έχω καιρό να ακούσω. Το Φαρδύ άδειο. Γυρνάμε στους έρημους δρόμους. Πίσω από το ξενοδοχείο, στη νοτιοδυτική πλευρά της πόλης, χαμένη ανάμεσα σε μονόπατα παλιά σπίτια η εκκλησία των «ρωμουνιζόντων» Αγιοι Κωνσταντίνος και Ελένη. Δύο γριές και ένας γέροντας μας κοιτάζουν με διακριτική περιέργεια. Στον εξωνάρθηκα φωτογραφίες: Παπατόντι, Παπαγεόργκι, Κοσμέσκου. Ενας παπα-Θώδης ήταν ο πρώτος παπάς που αποσχίσθηκε από την Ορθοδοξία το 1905 και ο Κ. Cosmescu ίδρυσε το πρώτο «ρωμούνικο» σχολείο στην περιοχή του Μοναστηρίου, στο Γκόπεσι. Ο νεαρός παπάς αρχίζει τη λειτουργία στην έρημη εκκλησία. Βγαίνουμε έξω.


Η παλιά πόλη διατηρείται στα δυτικά. Στενά δρομάκια πολυδαίδαλα και μέγαρα με διατηρημένες προσόψεις, σκάλες, κιονόκρανα, κήπους. Το παλιό τετραώροφο γυμνάσιο των Ρουμανοβλάχων, αντίδραση στον εκπαιδευτικό οργασμό των Ελληνοβλάχων, χρησιμοποιείται ακόμη εν μέρει ως σχολείο. Κεντρικότερα, κοντά στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Δημητρίου, μεγάλο σχολείο. Είναι, άραγε, το «Μουσίκειο»; Ο νεαρός μαθητής Αλέξανδρος Σβώλος απαγγέλλει το 1910 ποίημά του παραφράζοντας το γνωστό «Τι τιμή στο παλικάρι». Οι ελληνοβλάχοι αστοί του Μοναστηρίου, σοβαροί και αμέριμνοι κοιτάζουν μακριά, έξω από το κάδρο του φωτογράφου Μανάκη το 1908.


Στον τοίχο του σχολείου συνθήματα του VMRO. Πίσω από το σχολείο το ετυπωσιακό νεοκλασικό της οικογένειας Ματσάλη. Απέναντι η οικία Παπαγκόγκου με τις πολύχρωμες τέντες στο κήπο. Προχωρόντας προς την Μητρόπολη, τον Αγιο Δημήτριο, περνάμαι μπροστά από το παλιό Ελληνικό προξενείο με την μεγαλοπρεπή είσοδο και τα τριγωνικά αετώματα. Στον Αγιο Δημήτριο, που χτίστηκε το 1835 από ζαγορίσιους μαστόρους, η λειτουργία έχει τελειώσει. Στο τέμπλο τρεις Ιεράρχες. Επιγραφή: «Η Ιερά Αύτη Εικών Εξιστορίθη δι’ Εξόδων των Τιμιωτάτων Ομοτέχνων της Μπακαλικής Εμπορίας εις Μνημόσυνόν των». Σε άλλη αναφέρεται το «ρουσφέτιο των παπουτζήδων». Στην εικόνα πάνω από την είσοδο αφιέρωση: «Αθανασίου και Μαρίας Πρεσβυτέρας εκ Βιθκουκίου, 1845». Οι Βλάχοι της Γράμοστας, του Λινοτοπίου και του Βιθκουκίου. Ενας γάμος αρχίζει και οι νεόνυμφοι εισέρχονται μεγαλοπρεπώς υπό τις οδηγίες του φωτογράφου που έχει τη βιντεοκάμερα. Μια ζητιάνα μού ζητάει στα ελληνικά: «Δώσε μου ένα ‘κατοστάρικο».


Στην πλατεία, απέναντι από το τζαμί τού Ishak bey οι προσόψεις των σπιτιών μοιάζουν με δειγματολόγιο ρυθμών και αισθητικών αντιλήψεων. Παλιά τουρκικά σπίτια με χαγιάτια δίπλα σε μέγαρα βαλκανικού μπαρόκ σε ροζ παστέλ χρώματα και ανάμεσά τους οξυκόρυφες κεντροευρωπαϊκές ξύλινες στέγες και μπαλκόνια με λουλούδια. Κατηφορίζουμε πάλι το Φαρδύ. Είναι η καρδιά της πόλης που αναπτύχθηκε στο γύρισμα του αιώνα. Κτίρια μεγάλα, αετώματα, σειρές παραθύρων που δίνουν έναν αέρα ευρωπαϊκής πόλης των αρχών του αιώνα. Πριν από χρόνια το Φαρδύ είχε ένα ωραίο καλοδιατηρημένο καλντερίμι που τώρα έχει αντικατασταθεί από άχρωμη άσφαλτο. Στη μέση περίπου η Μονή των Λαζαριστών, το «κέντρο των ρωμουνιζόντων», μόνιμη σχεδόν κατοικία του διαβόητου Α. Μαργαρίτη στις αρχές του αιώνα όταν αρχηγός της γαλλικής ιεραποστολής ήταν ο πατήρ Favérial, ο οποίος διωγμένος από τη Σαντορίνη βάλθηκε να προσηλυτίσει τους μακεδονικούς πληθυσμούς στον καθολικισμό. Μπαίνουμε στον ναό αλλά η λειτουργία δεν έχει τελειώσει ακόμη. Μερικές οικογένειες και άλλες τόσες γηραιές καλόγριες το εκκλησίασμα. Απέναντι από τη μονή ήταν παλιά, αρχές του αιώνα, το «Ξενοδοχείο της Ανατολής» με το εστιατόριο «Ο Πύργος του Αϊφελ». Τριγυρνάμε πάλι στις ελληνικές γειτονιές. Ονόματα από το παρελθόν χωρίς σημερινό αντίκρισμα… Προχωρώντας παράλληλα με το Φαρδύ βγαίνουμε στον δρόμο της Οχρίδας. Στη μέση περνάει ο Dragor (Υδραγόρας) που πηγάζει από το Pelister, διασχίζει από δυτικά προς τα ανατολικά την πόλη και χύνεται στον κάμπο στον Crna reka (ο αρχαίος Εριγών). Το καλοκαίρι λίγα τα νερά του. Δεξιά και αριστερά, μεγάλα σπίτια και δημόσια κτίρια όπως το Γυμνάσιο Τίτο.


Περνάμε από την πλατεία και συνεχίζουμε για το νεκροταφείο της Αγίας Κυριακής, το παλιό κεντρικό νεκροταφείο. Πολύς κόσμος έρχεται για την περιποίηση των τάφων. Το 1905 είχαν ξεσπάσει μεγάλα επεισόδια εδώ ανάμεσα στους πατριαρχικούς ελληνοβλάχους και στους εξαρχικούς βουλγαρόφρονες, που ήθελαν να θάψουν έναν από τους οπαδούς τους στο πατριαρχικό νεκροταφείο. Στο παλιό τμήμα του δεν υπάρχει ίχνος ελληνόγλωσσης ταφικής επιγραφής. Από τον παράλληλο του κεντρικού δρόμου βγαίνουμε από την πόλη με κατεύθυνση νότια.


Τα μεγάλα κτίρια του 19ου αιώνα, ο σιδηροδρομικός σταθμός προς Θεσσαλονίκη, οι οθωμανικοί στρατώνες και η έδρα του Γ’ Σώματος Στρατού, όπου υπηρέτησε για ένα διάστημα και ο Mustafa Kemal, βρίσκονται στο νότιο άκρο της πόλης, απέναντι από τα ελληνικά σύνορα. Στις υπώρειες των χαμηλών λόφων δεξιά βρίσκονται ο αρχαιολογικός χώρος της αρχαίας Ηράκλειας και το «ρωμούνικο» νεκροταφείο. Η αρμοδία του νεκροταφείου ήξερε γιατί ήρθαμε και αμίλητη μας έδειξε τον τάφο του Μανάκη. Ξεραμένα λουλούδια στο μεγάλο μνήμα.


Στον κάμπο, που άρχιζε να παίρνει γλυκιά και ήρεμη απογευματινή όψη, περάσαμε τα σύνορα. Στο συνοριακό φυλάκιο ο χάρτης της Μακεδονίας, ανατύπωση από μια βουλγαρική έκδοση του 1920 με σβησμένο με «μπλάνκο» το «Editée à Sofia». Δεξιά μας το Pelister μετονομάζεται σε Περιστέρι και μπροστά μας η Νεγκοβάνη σε Νίκη. Στο βάθος αριστερά, πάνω στη συνοριακή γραμμή οι Καρσλήδες, έποικοι του Καυκάσου με το ομώνυμο χωριό τους, τον Καύκασο. Στη Βεύη καθήσαμε για καφέ. Κανένας δεν μας ρώτησε από πού ερχόμασταν. Στην τηλεόραση έδειχνε το «Ciao Antenna».