Ο Ερικ Χόμπσμπαουμ ήταν ένα τέκνο της πρώτης παγκοσμιοποίησης. Ο βρετανός πολωνοεβραϊκής καταγωγής πατέρας του συνάντησε την αυστριακή εβραϊκής καταγωγής μητέρα του στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το καλοκαίρι του 1913. Εκείνος, μέλος μιας ευρωπαϊκής υπαλληλίας που στελέχωνε υπηρεσίες στις αποικίες, εργαζόταν σε ένα γραφείο ναυτολόγησης, εκείνη απολάμβανε τις διακοπές της κοντά σε έναν μακρινό θείο, δώρο των γονέων της για την αποφοίτησή της από το λύκειο. Η γνωριμία τους (και η δική του γέννηση) έγινε εκεί που «τους έφεραν η οικονομία, η πολιτική, αλλά και η κοινωνική ιστορία της εποχής των Αυτοκρατοριών», έγραφε ο Χόμπσμπαουμ το 1987 στο βιβλίο του «The Age of Empire».

Για τον κορυφαίο βρετανό μαρξιστή ιστορικό, το αυτοβιογραφικό ανέκδοτο με το οποίο επέλεξε να ξεκινήσει τον τελευταίο τόμο της τριλογίας του για τον «μακρό 19ο αιώνα» από το 1789 ως το 1914 («Η Εποχή των Επαναστάσεων, 1789-1848», «Η Εποχή του Κεφαλαίου, 1848-1875», «Η Εποχή των Αυτοκρατοριών», 1875-1914, όλα στα ελληνικά από τις εκδόσεις ΜΙΕΤ) απέδιδε μια ειδοποιό διαφορά του νεωτερικού κόσμου από τον προκάτοχό του –την κινητικότητα του κεφαλαίου, των ανθρώπων, των ιδεολογιών.

Η διαπλοκή ανθρώπινου στοιχείου και ιστορίας χαρακτηρίζει το σύνολο του έργου του Χόμπσμπαουμ. Ομως, αν και ο βίος του ήταν αρκούντως μυθιστορηματικός (οι γονείς του πέθαναν νέοι, ο ίδιος διέφυγε στα 16 του από τη ναζιστική Γερμανία, έγινε μέλος του Βρετανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, παρά το ότι αναγνωρίστηκε νωρίς ως λαμπρός επιστήμονας η εξέλιξή του υστέρησε λόγω της πολιτικής του ταύτισης), είναι το επάγγελμά του που τον επικαθορίζει ως προσωπικότητα.
Αφηγηματική δεινότητα
Ως ιστορικός ο Χόμπσμπαουμ υπήρξε εισηγητής και επιφανέστερος εκπρόσωπος μιας μαρξιστικής ιστορίας επηρεασμένης από τον βρετανικό εμπειρισμό. Συνοδοιπόρος ιδεών και μεθόδου με τους Εντουαρντ Τόμπσον και Κρίστοφερ Χιλ, υπερείχε στη σύλληψη των ευρύτερων δυνάμεων της ιστορίας και διέθετε απαράμιλλη αφηγηματική δεινότητα. Η επιμονή όλων τους στα πραγματολογικά δεδομένα τους έφερε αρχικά σε σύγκρουση με τη νεότερη γενιά αριστερών ιστορικών που εκπροσωπούσε ο Πέρι Αντερσον, ωστόσο η επιφύλαξη προς την άκρατη αποδοχή της θεωρίας για την οποία ο τελευταίος τους έψεγε μπορεί να τους απομόνωσε πολιτικά, προφύλαξε όμως το ιστορικό τους έργο.

Τουλάχιστον στην περίπτωση του Χόμπσμπαουμ, αυτό είχε ως συνέπεια τη συγκρότηση μιας προσέγγισης όπου η κοινωνική ιστορία βάθαινε το φόντο των πολιτικών γεγονότων, η οικονομία λογιζόταν ως κινητήρια δύναμη αλλά όχι ως απόλυτη αιτιοκρατική αρχή των πάντων και το πολιτισμικό στοιχείο δεν ερμηνευόταν μηχανιστικά ως εποικοδόμημα, συνιστούσε ισότιμο παράγοντα της εξήγησης: ένας από τους εντυπωσιακότερους χάρτες που παραθέτει ο Χόμπσμπαουμ στην «Εποχή του κεφαλαίου» (εκδ. ΜΙΕΤ) υπογραμμίζει τη διασύνδεση κουλτούρας και αστικής τάξης παραθέτοντας τη διασπορά παραστάσεων όπερας στην ευρωπαϊκή και στην αμερικανική ήπειρο τον 19ο αιώνα.

Η αποχή από τη δογματική προσαρμογή των δεδομένων στις επιταγές της ιδεολογίας του έδωσε τη δυνατότητα να παραγάγει εννοιολογικά εργαλεία ιδιαίτερης αναλυτικής αξίας για τους ιστορικούς που συχνά υπερέβαιναν τα επιστημονικά τους όρια καθώς τα έργα του διακρίνονταν από μεγάλη απήχηση στο ευρύ κοινό. Εννοιες όπως αυτές της «κοινωνικής ληστείας», της «διπλής επανάστασης», του «μακρού 19ου αιώνα», του συμπληρωματικού του «σύντομου 20ού αιώνα» πολιτογραφήθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον στον δημόσιο λόγο.

Πολιτικές επικρίσεις
Για να κατανοήσει κανείς εν τέλει την ποιότητα του Ερικ Χόμπσμπαουμ ως ιστορικού αρκεί να σταθεί στο περιεχόμενο της κριτικής που του ασκήθηκε: συχνότερα εστιάζει στην πολιτική του στάση παρά στο έργο του. Ο συντηρητικός ομόλογός του Μάικλ Μπέρλι τον έψεγε επειδή δεν αποκήρυξε τον κομμουνισμό και καταδίκαζε τη «δογματική άρνηση να αποδεχθεί ότι η Ρωσική Επανάσταση υπήρξε μια δολοφονική αποτυχία», ο συγγραφέας βιβλίων εκλαϊκευτικής ιστορίας Α. Ν. Γουίλσον του καταλόγιζε ότι παρέμεινε απολογητής ενός «σκληρού σταλινισμού».

Ο υπέρμαχος της σοσιαλδημοκρατίας Τόνι Τζαντ από την πλευρά του, σημειώνει πως η επιλογή του Χόμπσμπαουμ να παραμείνει στο κομμουνιστικό κόμμα μετά την εξέγερση της Ουγγαρίας το 1956 και την εισβολή της Σοβιετικής Ενωσης στην Τσεχοσλοβακία το 1968 «άμβλυνε το ιστορικό του ένστικτο». Κατά συνέπεια, σε ακανθώδη ζητήματα αναφορικά με την εγκαθίδρυση και την πορεία του υπαρκτού σοσιαλισμού καταφεύγει στην «ξύλινη γλώσσα» γράφοντας «στη σκιά ενός αόρατου λογοκριτή». Δέσμιος ενός αθεράπευτου ρομαντισμού για την ιδέα της επανάστασης (η κριτική του Τζαντ στη «New York Review of Books» για την αυτοβιογραφία του Χόμπσμπαουμ επιγραφόταν χαρακτηριστικά «Ο τελευταίος των ρομαντικών»), «ο πιο προικισμένος ιστορικός της εποχής μας» είχε ως ελάττωμα τη λείανση των ανεπιθύμητων αιχμών ενός πολιτικού προγράμματος με το οποίο αισθανόταν ταυτισμένος από τη νεανική του ηλικία. Ωστόσο, ο Ερικ Χόμπσμπαουμ ήταν ένας άνθρωπος του πρώιμου 20ού αιώνα.

Πολύ περισσότερο από τον Τζαντ, με τον οποίο τους χώριζαν τριάντα χρόνια και δύο παγκόσμιοι πόλεμοι. Οπως υπονοεί ο τελευταίος, δεν περιποιεί τιμή στον μεγάλο βρετανό ιστορικό να κρύβονται οι ατέλειές του κάτω από το χαλί, ιδιαίτερα εφόσον αφορούν την ηθική του στάση και δεν αφαιρούν από το ιστορικό του επίτευγμα.

Ο ίδιος ο Χόμπσμπαουμ το αναγνώριζε, ελλειπτικά και διστακτικά, αλλά το αναγνώριζε: «Ημουν πιστό μέλος του κόμματος επί 20 χρόνια πριν από το 1956 και, επομένως, παρέμεινα σιωπηλός για πράγματα που είναι λογικό να μη σιωπά κανείς» έλεγε το 2002 σε συνέντευξή του στον «Guardian».

Η εξήγησή του, ρομαντική και ιδεαλιστική, εξέφραζε τη συναισθηματική στάση ανθρώπων για τους οποίους το παρελθόν δεν κατέστη ποτέ ξένη χώρα: «Ανήκα σε εκείνη τη γενιά που ήταν δεμένη με έναν αδιάρρηκτο ομφάλιο λώρο με την ελπίδα της παγκόσμιας επανάστασης και την αρχική πατρίδας της, την Οκτωβριανή Επανάσταση, όσο σκεπτικιστές ή επικριτικοί κι αν σταθήκαμε ενάντια στη Σοβιετική Ενωση» έγραφε στα «Συναρπαστικά χρόνια» (εκδ. Θεμέλιο), την αυτοβιογραφία του. Γι’ αυτό άλλωστε και δεν έπαψε ποτέ να μεταφράζει τον νέο αιώνα με τη ματιά του παλιού: «Ο σοσιαλισμός απέτυχε, ο καπιταλισμός χρεοκόπησε» σημείωνε τον Απρίλιο του 2009 σε άρθρο του για την οικονομική κρίση στον «Guardian». Η προοδευτική πολιτική «απαιτείται να επιστρέψει στην πεποίθηση ότι η οικονομική ανάπτυξη και η αφθονία που επιφέρει είναι μέσο και όχι σκοπός». Ομως στον 21ο αιώνα το αίτημα του 20ού έχει μεταπέσει σε ευχή.

Τα αναλυτικά εργαλεία

«Kοινωνική ληστεία»: Ο συνδυασμός μορφών αντίστασης και παράνομων πρακτικών στις προβιομηχανικές αγροτικές κοινωνίες.

«Επινόηση της παράδοσης»: Η σύγχρονη συγκρότηση και / ή επίσημη θεσμοθέτηση πρακτικών και συμβολικών τελετουργιών που υπαινίσσονται τη συνέχεια με το παρελθόν.
«Διπλή επανάσταση»: Η χρονική συγκυρία της Βιομηχανικής Επανάστασης στην Αγγλία και της Γαλλικής Επανάστασης ως παραλλήλων τομών στην οικονομία και στην πολιτική που εισάγει τον δυτικό κόσμο στη νεωτερικότητα.
«Μακρός 19ος αιώνας»: Η περίοδος από το 1789 ως το 1914, από τη Γαλλική Επανάσταση ως τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
«Βραχύς 20ός αιώνας»: Η περίοδος από το 1914 ως το 1991, από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ως την πτώση της Σοβιετικής Ενωσης, χρόνια που ορίζονται και ως «εποχή των άκρων».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ