Σε μια συνέντευξη πριν από πολλά χρόνια την είχαν ρωτήσει: «Ποιο είναι ένα από τα όνειρά σου;». «Θέλω να ονειρεύομαι ότι θα δείξω τη δουλειά μου κάποια στιγμή σε ένα αρχαίο θέατρο» είχε απαντήσει. Εκείνοι γέλασαν και είπαν με μια κάποια θυμηδία: «Το κράτος μάλλον δεν θα ενθουσιαστεί με αυτή την ιδέα σου…». Να όμως που τα άλογα και οι θώρακες, τα χαρακτηριστικά μνημειώδη γλυπτά της, εκτίθενται στο Γυμνάσιο της Αρχαίας Μεσσήνης, εννοείται μετά τη σχετική γνωμοδότηση του ΚΑΣ. «Νιώθω μεγάλη συγκίνηση, είναι τεράστια τιμή για εμένα. Είναι ένας καταπληκτικός χώρος, πού αλλού να δείξω τη δουλειά μου μετά τη Μεσσήνη;» διερωτάται η Αλεξάνδρα Αθανασιάδη. Τα έργα της παρουσιάζονται σε επιμέλεια Λουίζας Καραπιδάκη μαζί με εκείνα μιας άλλης εικαστικού, της ζωγράφου Ιόλης Ξιφαρά, η οποία θα ολοκληρώσει νωπογραφίες της in situ προκειμένου να προσφέρουν «στον επισκέπτη του αρχαιολογικού χώρου μια μοναδική εμπειρία μετάβασης από τον σύγχρονο στον αρχαίο κόσμο της δημιουργίας» όπως σημειώνει ο καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας και σκαπανέας της αρχαίας πόλης Πέτρος Θέμελης.
Μια συλλογή εμπειριών


Η αλήθεια είναι ότι τα είκοσι περίπου γλυπτά της Αθανασιάδη είναι τόσο οργανικά δεμένα με τον χώρο που μοιάζουν ως μια φυσική συνέχειά του, σαν να βρίσκονταν από πάντα εκεί. «Μεταλλικοί θώρακες και ξύλινα ανάλαφρα άλογα με μέλη ραδινά διαβρωμένα από την αλμύρα της θάλασσας, γεμάτα μνήμες πανάρχαιες για αλώσεις πόλεων, αρπαγές και αγώνες, βρήκαν στο αρχαίο Γυμνάσιο, το Στάδιο και τον Ιππόδρομο της Μεσσήνης τον φυσικό τους χώρο να εκτεθούν σε μάτια φιλοπερίεργα, κριτικά και υποψιασμένα» συμπληρώνει ο Πέτρος Θέμελης. Η δουλειά της Αλεξάνδρας Αθανασιάδη είχε εξάλλου ανέκαθεν μεγάλη σχέση με την αρχαία Ελλάδα. «Με έχει επηρεάσει πάρα πολύ το γεγονός ότι είμαι Ελληνίδα, ότι έχω δει όλα αυτά τα αρχαία θραύσματα από γλυπτά» θα πει όταν θα συναντηθούμε στον κήπο του σπιτιού της όπου βρίσκονταν τα έργα λίγο προτού μεταφερθούν στην Αρχαία Μεσσήνη. Σε έναν κήπο γεμάτο φύση ανεπιτήδευτη, φροντισμένο με τρόπο ώστε να αναπνέουν ανεμπόδιστα η φθορά και η πατίνα του χρόνου πάνω στα γλυπτά, ως επί το πλείστον από ξύλο, αλλά και λίγο χαλκό και σίδηρο με όλη τη σκουριά του, εξάλλου η έκθεσή τους στα καιρικά φαινόμενα τούς προσθέτει στρώσεις πολύτιμης «εμπειρίας». Είναι υλικά που έχει συλλέξει η ίδια από παραλίες, ταρσανάδες ή εγκαταλειμμένα εργοστάσια, όπως μια βαριά μεταλλική αλυσίδα η οποία μοιάζει να έχει φυτρώσει από το χώμα. «Τίποτε δεν πάει χαμένο, πολλά από τα υλικά που με περιβάλλουν γίνονται κάτι» θα πει. Ακόμα και μια αμυγδαλιά που κάποτε «είχε πεθάνει» έχει ξαναπρασινίσει χάρη στις γλυσίνες που φύτεψαν γύρω της και μοιάζει με άλογο πεσμένο στο έδαφος που έχει ανθίσει.
Κατά έναν μυστήριο τρόπο, το σπίτι, ο κήπος, τα έργα, είναι σαν να αποτελούν και μια υλική προέκταση της ίδιας της δημιουργού τους, σαν να πρόκειται για κομμάτια της που έχουν αποσπαστεί από το ίδιο της το σώμα ως εκφάνσεις του εσώτερου εαυτού της –έστω ενός τμήματός του. «Είχα δει κάποια στιγμή στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης έναν αρχαιοελληνικό θώρακα-πανοπλία και είχε αρχίσει να με ενδιαφέρει πολύ η ιδέα του εσωτερικού μας χώρου. Πώς μπορείς να επικοινωνήσεις χωρίς να ανακαλύψεις πάρα πολλά για τον εαυτό σου; Γιατί πάντα υπάρχουν κομμάτια που θέλεις να κρατήσεις για εσένα» εξηγεί πώς προέκυψαν οι πιο ανοιχτοί θώρακες αλλά και τα γραμμικά άλογα. Η παρουσία της, με την απλότητα της συμπεριφοράς της και την ήρεμη σιγουριά των κινήσεών της ενισχύουν την αίσθηση που αποπνέουν τα έργα της: ότι δηλαδή δεν «καμώνονται» αλλά εκπέμπουν μια ειλικρίνεια. «Ναι, μπορώ να το πω κι εγώ ότι η δουλειά μου είναι ειλικρινής. Πάντα με ενδιέφεραν η φύση, οι παλαιώσεις του χρόνου και οι κύκλοι του. Δεν ξέρω αν μας φτιάχνει η ζωή μας ή γεννιόμαστε έτσι, αλλά υπάρχει πιστεύω ένας σταθερός εαυτός μέσα μας, μια «φωνή» που τη γνωρίζουμε από μικρά παιδιά. Επειτα, το να κάνεις τέχνη είναι κάτι πάρα πολύ προσωπικό. Ακόμη και μια θάλασσα να ζωγραφίζεις, έχει σχέση με κάτι από τον εαυτό σου. Μόνο αυτή η τέχνη πιστεύω ότι είναι αληθινή. Αυτή που εκφράζει ό,τι είναι αληθινό για εσένα» θα πει.
Από τα άλογα στους θώρακες


Η Αλεξάνδρα Αθανασιάδη δουλεύει σε σειρές και όπως διευκρινίζει, η δουλειά της πάντα αποτελεί παραλλαγές του ίδιου θέματος. Καθόλου τυχαία, ξεκίνησε λοιπόν με τα άλογα πολύ προτού ασχοληθεί «επισήμως» με τη γλυπτική. «Από μικρή αγαπούσα τα άλογα. Εκανα ιππασία, τον Δημήτρη, τον άντρα μου, τον γνώρισα μέσα από την ιππασία, η αδερφή μου έχει συμμετάσχει στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Το πρώτο μου άλογο το είχα κάνει όταν ήμουν 17 χρόνων». Η πρώτη ωστόσο μεγάλη κατηγορία γλυπτών της επικεντρώθηκε σε μια σειρά έργων βασισμένη στο ανδρικό σώμα και συγκεκριμένα στον θώρακα. Αφορμή για αυτήν την κατεύθυνση στάθηκε ο πρώτος που φιλοτέχνησε, κυριολεκτικά, από ένα κομμάτι ξύλο που είχε βρει σε μια παραλία της Χαλκιδικής το ’89 και το μάζεψε επειδή της θύμιζε το σώμα του πατέρα της, Αλέξανδρου Αθανασιάδη.«Οταν έκανα τον πρώτο μου θώρακα,ανέτρεξα στους αρχαίους καιάρχισα να μελετώ τη ζωφόρο του Παρθενώνα». Εκτός από την αρχαία Ελλάδα, ο συνδετικός ιστός ανάμεσα σε κάθε δουλειά είναι ότι πάντα την ενδιέφεραν τα κομμάτια τα οποία συνθέτουν μια τελική μορφή. «Πολλά θραύσματα τα οποία κάποια στιγμή ενώνονται και γίνονται κάτι. Οπως πιστεύω ότι είμαστε και εμείς. Μια συναρμογή πολλών εμπειριών και πραγμάτων που έχουμε σκεφτεί και έχουμε δει».
Την προβλημάτισε άραγε ποτέ ότι η δουλειά της επικεντρώνεται γύρω από τις ίδιες θεματικές; «Κάποια στιγμή με προβλημάτισε. Ενδεχομένως είχα μείνει πάρα πολύ καιρό στο ίδιο θέμα αλλά ξέρεις, πρέπει να είσαι αληθινός σε αυτό που σου βγαίνει. Η γλυπτική παίρνει πάρα πολύ χρόνο για να ολοκληρωθεί. Για να κάνεις έξι μεγάλα άλογα μπορεί να χρειαστούν ακόμη και τέσσερα χρόνια. Στο μυαλό μου δεν φτάνει ποτέ μόνο το ένα, θέλω να έχω όλη την ομάδα των έργων για να δείξω. Τα υλικά είναι ίδια και οι διαφοροποιήσεις μικρές, αλλά θέλω να αποδώσω μιαδιαφορετική συναισθηματική απόχρωση σε κάθε έργο. Είναι σαννα δουλεύεις το ίδιο το συναίσθημα» θα πει.
Τέχνη μέσα από την ψυχή


Το εντυπωσιακό με την Αλεξάνδρα Αθανασιάδη είναι ότι πρόκειται για μια αδύνατη γυναίκα, η οποία ωστόσο κουβαλάει η ίδια τα βαριά υλικά που βρίσκει στη φύση, μια επίπονη προσπάθεια που τελικά «σημαδεύει» το έργο. Ποιος ήταν που είχε πει ότι η γλυπτική είναι μια «ανδρική τέχνη;». «Η γλυπτική απαιτεί να σου αρέσει να είσαι έξω, να είσαι άνθρωπος που θέλει να φτιάξει, να χτυπήσει. Για εμένα δεν ήταν ποτέ θέμα ότι απαιτεί παραπάνω δύναμη, το έκανα για όση ώρα χρειαζόταν. Και έπειτα, η τέχνη γίνεται από την ψυχή σου, δεν έχει σημασία αν είσαι άνδρας ή γυναίκα».
Επειτα, διαθέτει την αποφασιστικότητα του ανθρώπου που γνώριζε από πάντα πού ήθελε να τον οδηγήσει η ζωή. «Από πάρα πολύ μικρή ήξερα ότι αυτό ήθελα να κάνω, να σπουδάσω τέχνη. Ημουν πολύ τυχερή γιατί και οι δυο μου γονείς αγαπούσαν την τέχνη. Η μητέρα μου πάντα έβλεπε τέχνη, ο πατέρας μου από πολύ μικρός ζωγράφιζε και ήταν και ερασιτέχνης ζωγράφος. Ζωγράφιζε το σπίτι στη Χαλκιδική, τα πορτρέτα μας, τη φύση και χρησιμοποιούσε πάντα περίεργα χρώματα. Μια από τις πρώτες ερωτήσεις που του είχα κάνει ήταν: «Γιατί δεν έχουν τα χρώματα που βλέπω στη φύση οι πίνακές σου;». Μου έλεγε: «Η τέχνη είναι και φαντασία, δεν είναι μόνο η πραγματικότητα». Από πολύ μικρή με πήγαινε και έβλεπα τέχνη. Κάποια στιγμή που τους είπα ότι θέλω να γίνω καλλιτέχνης, μου είπαν: «Να πας να σπουδάσεις» και με βοήθησαν, δεν μου είπαν: «Α, πώς θα ζήσεις;». Ισως συνέβαλε στη στάση τους το γεγονός ότι είχαμε κάποια οικονομική ευχέρεια, οπότε δεν είχαν το άγχος ότι θα πρέπει να βγάλω χρήματα άμεσα».
Σπούδασε λοιπόν σε Ελβετία, Αγγλία και τελικά σε Αμερική και άρχισε να δείχνει τη δουλειά της στο εξωτερικό. Στην Ελλάδα παρουσίασε για πρώτη φορά γλυπτά της στην Αίθουσα Τέχνης Αθηνών της Μαριλένας Λιακοπούλου, το 1989. «Της οφείλω την αρχή της καριέρας μου» θα πει. Εκτοτε, η εκθεσιακή της δραστηριότητα είναι σταθερή και πάντα εμπνευσμένη από την Ελλάδα. «Νομίζω ότι ο τρόπος που περνάς τα παιδικά σου χρόνια έχει μεγάλη σχέση με ό,τι κάνεις μετά. Τα καλοκαίρια τα έχω περάσει όλα δίπλα στη θάλασσα, αγαπώ τόσο πολύ το Αιγαίο που θα μου έλειπε πάρα πολύ αν δεν έμενα εδώ. Θα μπορούσα να κάνω μια νέα αρχή αλλού, το σκέφτομαι συχνά ότι θα ήθελα να φύγω με όλα όσα συμβαίνουν στη χώρα τα τελευταία χρόνια. Θα μου έλειπε όμως η Ελλάδα».
πότε & πού:

Η έκθεση στην Αρχαία Μεσσήνη είναι ήδη ανοιχτή στο κοινό και θα εγκαινιαστεί στις 10/9

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ