Ο Γάλλος Ολιβιέ Ντεκότ ήταν, σύμφωνα με πληροφορίες του «Βήματος», η χθεσινοβραδινή τελική επιλογή της επιτροπής η οποία εξέτασε υποψηφιότητες Ελλήνων και ξένων στον διεθνή διαγωνισμό για την πλήρωση της θέσης του διευθυντή του Μουσείου Μπενάκη η οποία παρέμενε κενή μετά την αποχώρηση του επί σαράντα ένα χρόνια διευθυντή του Άγγελου Δεληβοριά.

Ο Ολιβιέ Ντεκότ γεννήθηκε το 1976 στη Λα Ροσέλ, στη Νοτιοδυτική Γαλλία. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στη Σχολή Πολιτικών Επιστημών του Παρισιού, Ιστορία στη Σορβόννη και Μουσικολογία στο Κέιμπριτζ, όπου ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το έργο ρώσων συνθετών διαφωνούντων με το σοβιετικό καθεστώς. Υπήρξε σύμβουλος του γάλλου υπουργού Πολιτισμού Ζαν-Ζακ Εγιαγκόν στις αρχές της δεκαετίας του 2000, εργάστηκε στον όμιλο Vivendi και στη συνέχεια εντάχθηκε στο διπλωματικό σώμα ως μορφωτικός ακόλουθος. Υπηρέτησε στα ινστιτούτα της Ρώμης και του Μιλάνου και ακολούθως διετέλεσε διευθυντής του Γαλλικού Ινστιτούτου της Αθήνας από τον Σεπτέμβριο του 2011 ως τον Αύγουστο του 2015 και σύμβουλος Συνεργασίας και Μορφωτικής Δράσης στη γαλλική πρεσβεία στην Αθήνα.

Οι σχέσεις του με την Ελλάδα ανάγονται στην οικογενειακή ιστορία. Όπως έχει πει ο ίδιος σε παλαιότερη συνέντευξή του στο «Βήμα», ο παππούς του δίδασκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών από το 1957 ως το 1962, ο πατέρας του μιλούσε ελληνικά και ο ίδιος πρωτοεπισκέφθηκε την Ελλάδα σε ηλικία εννέα ετών με τους γονείς του ενώ ήδη από την ηλικία των τεσσάρων ετών γνώριζε απέξω το ελληνικό αλφάβητο.

Σύμφωνα με την προκήρυξη της θέσης από το Μουσείο Μπενάκη τον περασμένο Ιανουάριο, η θητεία του διευθυντή θα είναι πενταετής με δυνατότητα ανανέωσης. Στα καθήκοντα του διευθυντή εντάσσεται, «ο διαχειριστικός εκσυγχρονισμός, η ανάπτυξη και η οικονομική ευρωστία του Ιδρύματος» ως «απαραίτητα ζητούμενα για την μελλοντική του πορεία και την εκπλήρωση του σκοπού του». Σύμφωνα με το ίδιο κείμενο, ο διευθυντής «είναι υπεύθυνος για την περαιτέρω ενίσχυση και προώθηση της εξωστρέφειας του Μουσείου και έχει την ευθύνη της προβολής της Μουσειακής δραστηριότητας σε τοπικό και σε διεθνές επίπεδο».

Με τον Ολιβιέ Ντεκότ, τον πρώτο μη γηγενή στη διεύθυνση ελληνικού μουσείου, εγκαινιάζεται και στην Ελλάδα μια πρακτική που εφαρμόζουν πολλά μεγάλα μουσεία του εξωτερικού τα οποία εμπιστεύονται τη διοίκησή τους σε κοσμοπολίτες και έμπειρους αλλοδαπούς με ικανότητες που αποδεικνύονται χρήσιμες στη διασύνδεση των μουσείων και στην προβολή των συλλογών τους σε διεθνές επίπεδο.

Μετά την επιτυχημένη θητεία του γάλλου αξιωματούχου στο Γαλλικό Ινστιτούτο, όπου ενίσχυσε τις ελληνογαλλικές σχέσεις, με έμφαση στο θέατρο, στην ποίηση και στη φιλοσοφία, μένει να δούμε ποια είναι τα σχέδιά του για την περαιτέρω ανάπτυξη του Μουσείου Μπενάκη –ενός σύγχρονου μουσείου, με συλλογές, υποδομές και εμπειρία στη διοργάνωση εκθέσεων παγκόσμιου ενδιαφέροντος– και ποια θα είναι η συμβολή του στην τοποθέτηση του Μουσείου Μπενάκη σε κεντρική θέση στον χάρτη των μεγάλων ευρωπαϊκών μουσείων.

Η επίσημη ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού από το Μουσείο Μπενάκη αναμένεται τις προσεχείς ημέρες.

Διαβάστε εδώ παλαιότερη συνέντευξη του Ολιβιέ Ντεκότ, ως διευθυντή του Γαλλικού Ινστιτούτου της Αθήνας, στο «Βήμα».

Ολιβιέ Ντεκότ: Αισθάνομαι ότι ανέκαθεν ήμουν Έλληνας

https://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=672679&wordsinarticle=%ce%bd%cf%84%ce%b5%ce%ba%cf%8c%cf%84