Hταν στα 1968 όταν ο Σαρλ ντε Γκωλ δήλωνε πως η Μπριζίτ Μπαρντό αποφέρει στη Γαλλία τόσο συνάλλαγμα όσο και η αυτοκινητοβιομηχανία Renault. Η απλότητα, η ειλικρίνεια και το χιούμορ της είχαν εντυπωσιάσει τόσο τον πρόεδρο ώστε της πρότεινε να ποζάρει για την προτομή της Μαριάν, του συμβόλου της γαλλικής δημοκρατίας που υπάρχει σε όλα τα δημαρχεία της χώρας. Εκείνη δέχθηκε και έγινε η πρώτη γυναίκα που ενσάρκωσε τα χαρακτηριστικά του γαλλικού συμβόλου. Επρόκειτο για μία ακόμη σημαντική «περγαμηνή» σε μια καριέρα τόσο μυθική ώστε όταν ολοκληρώθηκε στα 1973 –ενώ ακόμη η Μπαρντό δεν είχε συμπληρώσει τα 40 της χρόνια –είχε προλάβει να συμπεριλάβει σχεδόν τα πάντα!
Χορεύτρια, μοντέλο, ηθοποιός, τραγουδίστρια αλλά και ακτιβίστρια, η θρυλική «Μπεμπέ» (ΒΒ) σφράγισε ανεξίτηλα τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Εμβλημα της γυναικείας χειραφέτησης και της σεξουαλικής απελευθέρωσης, κατόρθωσε να φέρει πραγματική επανάσταση στα ήθη περνώντας από γυναίκα-παιδί σε femme fatale, ελεύθερη και προκλητική, ενζενί και ελευθεριάζουσα, σε μια εποχή συντηρητική όπως αυτή που διαδέχθηκε το τέλος του πολέμου.
Η Μπαρντό αγαπήθηκε και επικρίθηκε στα άκρα. Το ντελίριο των θαυμαστών της έφτασε στα όρια της φρενίτιδας –χαρακτηριστικό το γεγονός ότι γέννησε τον μοναχογιό Νικολά στο σπίτι της στις 11 Ιανουαρίου 1960 καθώς στάθηκε αδύνατη η έξοδός της από αυτό λόγω της πολιορκίας του από δημοσιογράφους -, ενώ η κριτική που κατά καιρούς δέχθηκε άγγιξε τα «σύνορα» του μίσους.
Είχε πολλούς εραστές, μεταξύ αυτών ο Σερζ Γκενσμπούρ: έγινε μούσα του και προτού της γράψει το αποχαιρετιστήριο τραγούδι-ύμνο όταν χώρισαν της είχε ήδη χαρίσει μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της. Παντρεύτηκε κάμποσες φορές: ανάμεσα στους συζύγους της και ο πάμπλουτος Γερμανός Γκίντερ Ζακς, ο οποίος συνόδευσε την πρόταση γάμου που της έκανε με μια πραγματική «βροχή» από ροδοπέταλα. Εζησε στην κόψη του ξυραφιού με αποκορύφωμα την απόπειρα αυτοκτονίας που έκανε ανήμερα των 26ων γενεθλίων της, στις 28 Σεπτεμβρίου 1960. Εκανε μόδα τις Κάννες και το Σεν Τροπέ: ειδικά μετά την αγορά της Μαντράγκ το 1958 ο τόπος –ήδη γνωστός από τις προπολεμικές δεκαετίες για τους καλλιτέχνες και τους πνευματικούς ανθρώπους που προσείλκυε –έγινε θρυλικός χάρη στα ξέφρενα πάρτι τα οποία διοργάνωνε. Και αν στην περίπτωση του Σεν Τροπέ η δημοφιλία πάτησε επάνω στην παράδοση του τόπου, το χωριό της Βραζιλίας το οποίο επέλεξε ως τόπο διακοπών το 1964 με τον τότε σύντροφό της Μπομπ Ζαγκουρί και γνώρισε ανάλογη λάμψη μόνο και μόνο χάρη στην παρουσία της έρχεται να αποδείξει τη δύναμη της επιρροής της. Οι ντόπιοι δεν στάθηκαν αχάριστοι: ως ένδειξη ευγνωμοσύνης της έστησαν άγαλμα.
Μπαλαρίνες και μπικίνι
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η επίδραση της Μπαρντό στο γυναικείο στυλ αποτελεί αναμφίβολα ένα ιδιαίτερο, μεγάλο κεφάλαιο που απασχολεί και εμπνέει ως τις ημέρες μας. Ως απόλυτο «σύμβολο του σεξ» σφράγισε μια ολόκληρη εποχή ανοίγοντας νέους δρόμους στον λαμπερό κόσμο της μόδας. Το «φλερτ» με τον χώρο άρχισε νωρίς. Εγινε εξώφυλλο στο περιοδικό «Elle» το 1949, σε ηλικία 15 μόλις ετών, γεγονός το οποίο στάθηκε αιτία να την προσεγγίσει ο σκηνοθέτης Μαρκ Αλεγκρέ προτείνοντάς της ρόλο στην επόμενη ταινία του. Μπορεί το «Les lauriers sont coupes» να μη γυρίστηκε τελικά, αλλά χάρη σε αυτή τη συγκυρία η νεαρή Μπαρντό γνώρισε έναν νέο βοηθό, τον Ροζέ Βαντίμ, ο οποίος έμελλε να γίνει ο πρώτος σύζυγός της όταν στα 18 της πλέον χρόνια κατόρθωσε να υπερβεί τις αντιρρήσεις των γονιών της. Ο ίδιος υπέγραψε τη σκηνοθεσία του θρυλικού φιλμ «Και ο Θεός έπλασε τη γυναίκα» (1956), χάρη στο οποίο η Μπαρντό με τον ρόλο της Ζιλιέτ Αρντί μπήκε στο πάνθεον του παγκόσμιου κινηματογράφου και έχτισε πλέον σταθερά τον μύθο της.

«Ηθελα διά μέσου της Μπριζίτ να αναπαραστήσω το κλίμα της εποχής: η Ζιλιέτ είναι ένα κορίτσι των καιρών της που αποτινάσσει κάθε συναίσθημα ενοχής, κάθε ταμπού που της επιβάλλει η κοινωνία και της οποίας η σεξουαλικότητα είναι παντελώς απελευθερωμένη»
δήλωνε χαρακτηριστικά ο Βαντίμ, για να προσθέσει στη συνέχεια: «Στην προπολεμική λογοτεχνία και στα φιλμ θα την είχαν χαρακτηρίσει πόρνη. Στην εν λόγω ταινία είναι μια πολύ νέα γυναίκα, γενναιόδωρη, καμιά φορά ανισόρροπη και τελικά ασυγκράτητη, που δεν έχει καμία άλλη δικαιολογία παρά τη γενναιοδωρία της».
Εκτοτε ο μύθος «BB» αποκτά τα τόσο αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά του: ανοιχτόχρωμα ξανθά μακριά μαλλιά σε μπούκλες ή σκάλες ή ακόμη η διάσημη κόμμωση του «ξινολάχανου» («choucroute»), μάτια τονισμένα με έντονο eye-liner, χείλη φλογερά κόκκινα ή ροζ… Ρούχα σέξι και εφαρμοστά, ταγέρ, φούστες, φαρδιές ζώνες, παπούτσια μπαλαρίνες (που παρέπεμπαν στα πρώτα της βήματα στον κόσμο του χορού), τιράντες, το χαρακτηριστικό ντεκολτέ που άφηνε και τους δυο ώμους ακάλυπτους αλλά και το διάσημο μπικίνι που έκανε μόδα συνέθεσαν την εικόνα της.
Η Μπαρντό μπορούσε να είναι κομψή στην απλότητά της. Σε αντίθεση με την πομπώδη εμφάνιση της Μαρλένε Ντίτριχ, για παράδειγμα, η γαλλίδα ντίβα είχε τη δυνατότητα να αποτελεί επιτομή του στυλ ακόμη και με ένα πουκάμισο, ένα τζιν παντελόνι και ένα καουμπόικο καπέλο. Τα επόμενα χρόνια δεν ήταν λίγες οι γυναίκες –μέσα από τον χώρο του θεάματος και όχι μόνο –που επιχείρησαν να τη μιμηθούν. Ωστόσο, μάλλον καμία δεν μπόρεσε να φτάσει στο ίδιο αβίαστο αποτέλεσμα της ίδιας.
Το 1973, μη αντέχοντας πλέον την υπερέκθεσή της στα media αλλά και στον ίδιο τον κινηματογράφο, η Μπαρντό αποσύρθηκε οριστικά από το καλλιτεχνικό στερέωμα ύστερα από 21 χρόνια καριέρας, 50 περίπου ταινίες και κάμποσες δεκάδες τραγούδια. Η υπεράσπιση των ζώων –μέσα και από το ομώνυμο Ιδρυμα που δημιούργησε το 1986 –έγινε πλέον το μεγάλο πάθος της. Ωστόσο δεν είναι λίγοι όσοι υποστηρίζουν ότι ανάλογη ευαισθησία δεν δείχνει στα δικαιώματα των ανθρώπων αφού κατά καιρούς έχει κατηγορηθεί αλλά και καταδικαστεί για ακροδεξιές και ρατσιστικές απόψεις. Παρ’ όλα αυτά, η σφραγίδα της στο γυναικείο στυλ παραμένει ως σήμερα, στα 81 της σχεδόν χρόνια, ανεξίτηλη.

«Είμαι μια γυναίκα σαν όλες τις άλλες, έχω μια μύτη και ένα στόμα, έχω αισθήματα και σκέψεις, αλλά η ζωή μου γίνεται ανυπόφορη»
είχε δηλώσει κάποια χρόνια νωρίτερα. «Η ψυχή μου δεν μου ανήκει πια. Για μένα το βεντετιλίκι είναι μια βιτρίνα. Δεν μπορώ να ζήσω όπως επιθυμώ. Η ύπαρξή μου είναι απλά υπόγεια. Ναι, θέλω να αισθανθώ τον φρέσκο αέρα σπίτι μου, δεν μπορώ να ανοίξω το παράθυρο, γιατί θα υπάρχει ένας φωτογράφος καθισμένος στη στέγη απέναντι. Υπάρχουν πολλά πράγματα στη ζωή μου για τα οποία δεν μπορώ να πω ότι μου ανήκουν».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ