Ποια (ή ποιος) είναι η Ελενα Φεράντε; Το ερώτημα απασχολεί περισσότερο τους συμπατριώτες της Ιταλούς παρά τους υπόλοιπους Ευρωπαίους ή τους αμερικανούς κριτικούς, οι οποίοι την ανέδειξαν το φετινό φθινόπωρο στο λογοτεχνικό φαινόμενο του 2014. Τη λαβή για τα σχόλια στη γειτονική χώρα έχει δώσει το γεγονός ότι η ιταλίδα συγγραφέας δεν έχει φωτογραφηθεί ποτέ, δίνει συνεντεύξεις μόνο μέσω e-mail και υποστηρίζει, όπως και ο Ουμπέρτο Εκο (παρεμπιπτόντως, το επώνυμό της συμπίπτει με το όνομα του φανταστικού αδερφού του κεντρικού ήρωα στο «Νησί της προηγούμενης ημέρας»), ότι «τα βιβλία, από τη στιγμή που γράφονται, δεν έχουν ανάγκη τον συγγραφέα τους». Οσο η πατρίδα της ασχολείται κυρίως με το κουτσομπολίστικο της υπόθεσης αντί της γραφής της, τα πολιτιστικά περιοδικά των ΗΠΑ την υμνούν με διθυράμβους με αφορμή την έκδοση του τρίτου μέρους των λεγόμενων «Μυθιστορημάτων της Νάπολι» με τίτλο «Those who Leave and those who Stay» (εκδ. Europa, 14,50 ευρώ).
«New Yorker», «New York Times», «New York Review of Books» συναγωνίζονται στο ποιος θα επιδαψιλεύσει μεγαλύτερους επαίνους στην ιδιαιτερότητα του ύφους, στην πιστότητα των χαρακτήρων και στο ιστορικό παρασκήνιο των βιβλίων που μέσω της φιλίας δεκαετιών δύο γυναικών ακτινογραφεί τις ανθρώπινες σχέσεις, ρίχνοντας παράλληλα μια κλεφτή ματιά στις διακυμάνσεις του σκηνικού της μεταπολεμικής Ιταλίας. Η Νάπολι της Καμόρα αποτελεί τον βασικό χώρο όπου η Ελενα και η Λίλα συναντιούνται, μεγαλώνουν, ερωτοτροπούν και τον τόπο όπου οι πορείες ζωής τους διχάζονται. Ωστόσο, όπως παρατηρεί η Ρέιτσελ Ντονάντιο στο τελευταίο τεύχος του «New Yorker», αν και πρόκειται για ένα bildungsroman με «πλήθος χαρακτήρων και δευτερευουσών πλοκών που παραπέμπουν σε μυθιστόρημα του 19ου αιώνα», στην πραγματικότητα η ως τώρα τριλογία ουσιαστικά έχει για επίκεντρό της τη γνώση, «τις δυνατότητες και τα όριά της. Γνώση διανοητική, γνώση σεξουαλική, γνώση πολιτική». Ο ρομαντισμός σπάνια βρίσκει θέση εδώ, στον κοινωνικό περίγυρο των ηρωίδων δεν είναι άγνωστος ούτε ο φόνος ούτε η προδοσία ούτε οι σχέσεις εξουσίας ανδρών και γυναικών ούτε, πολύ περισσότερο, το σεξ στην ταπεινή του εκδοχή, χωρίς καμία εξιδανίκευση.
Η Ντονάντιο στέκεται στο δύσκολο επίτευγμα μιας φεμινιστικής λογοτεχνίας –με την κυριολεκτική της έννοια: «τη διερεύνηση με οικείες, συχνά οδυνηρές λεπτομέρειες της πλήρους εμπειρίας τού να είσαι γυναίκα και της βαθιάς πολυπλοκότητας της γυναικείας φιλίας». Σε ευρύτερο επίπεδο καταλήγει να αναρωτιέται αν το έργο της Φεράντε μπορεί να αλλάξει ως έναν βαθμό ως και την εικόνα της μπερλουσκονικής Ιταλίας: «Είναι δυνατόν όλα αυτά τα χρόνια της Ιταλίας, των έφηβων κοριτσιών και των σόουγκερλ, των τηλεοπτικών ριάλιτι και της πλαστικής χειρουργικής, της Ιταλίας των χαμηλότερων δεικτών γυναικείας απασχόλησης σε πανευρωπαϊκό επίπεδο […], να υπήρχε μια τέτοια καθαρή και τρομερή φωνή που αφηγούνταν ιστορίες ιταλίδων γυναικών με όλη τη δύναμη και τις αντιφάσεις τους;». Μια ελληνική μετάφραση του ώριμου έργου της Φεράντε θα μπορούσε να λύσει το ζήτημα και για εμάς.
Στα ελληνικά κυκλοφορούν δύο παλαιότερα βιβλία της Ελενα Φεράντε: «Μέρες εγκατάλειψης» (εκδ. Αγρα) και «Βάναυση αγάπη» (εκδ. Perugia).

HeliosPlus