Βαθμολογία
5: εξαιρετική, 4: πολύ καλή, 3: καλή, 2: ενδιαφέρουσα, 1: μέτρια, 0: απαράδεκτη, _: χωρίς άποψη

«Στο νήμα» (Ελλάδα, 2014) ντοκιμαντέρ των Αλέξανδρου Παπανικολάου, Έμιλυ Γιαννούκου
Το διάρκειας 73′ ντοκιμαντέρ «Στο νήμα» παρακολουθεί βήμα-βήμα τον αρχηγό του ΣΥΡΙΖΑ κατά τη διάρκεια ενός έτους, από την εκστρατεία των εκλογών του Ιουνίου 2012 μέχρι το κλείσιμο της ΕΡΤ, στα μέσα του 2013. Προβάλλεται δε 8 Μαΐου, ακριβώς δύο χρόνια και κάτι μέρες από τις εκλογές της 6ης Μαΐου 2012 και αυτό αναρωτιέται κανείς αν είναι τυχαίο.
Στο μεγαλύτερο μέρος του το ντοκιμαντέρ είναι γεμάτο συγχαρητήρια και μπράβο στους δρόμους, ανάγνωση γραμμάτων συμπάθειας από υποψήφιους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ, συρραφές αποσπασμάτων από λόγους, δελτία ειδήσεων και συσκέψεις στα γραφεία του κόμματος.
Το highlight της ταινίας δε, είναι η παρακολούθηση της χιλιοπαιγμένης βιαιοπραγίας του βουλευτή της Χρυσής Αυγής κ. Ηλία Κασιδιάρη κατά της βουλευτού του ΚΚΕ κυρίας Λιάνας Κανέλλη στη διάρκεια πρωινής ενημερωτικής εκπομπής. Το γέλιο του κ. Τσίπρα μπροστά στην εικόνα ενόχλησε σφόδρα την κυρία Κανέλλη παρότι είναι ολοφάνερο ότι ο κ. Τσίπρας γελά με το θράσος του κ. Κασιδιάρη, τον οποίο αποκαλεί δύο φορές «ψυχασθενή». Αλλά όλα αυτά τα ξέρουμε.
Χιούμορ επίσης έχουν οι σκηνές από το παρασκήνιο της συνέντευξης του κ. Τσίπρα στον κ. Σταύρο Θεοδωράκη, σήμερα αρχηγό του κόμματος ΠΟΤΑΜΙ, ο οποίος την εποχή των γυρισμάτων του «Στο νήμα» εργαζόταν ακόμα ως δημοσιογράφος.
Η ταινία όμως θα μπορούσε να σκάψει κάπως βαθύτερα στην ψυχή του αρχηγού του ΣΥΡΙΖΑ, να τον «ξεσκονίσει» τελείως – αν φυσικά ο ίδιος ο κ. Τσίπρας το είχε επιτρέψει. Κάποια πράγματα που μαθαίνουμε για τα παιδικά χρόνια του ή τη σχέση του με τη διαχείριση της φήμης έχουν σχετικό ενδιαφέρον – τουλάχιστον για όσους δεν τα γνωρίζουν ήδη. Αλλά ως σύνολο, η ταινία δεν μας είπε τίπτε καινούργιο.
Βαθμολογία: 2
Αίθουσες: ΙΝΤΕΑΛ
—————————-
«Wild duck» (Ελλάδα, 2013) του Γιάννη Σακαρίδη, με τους Αλέξανδρο Λογοθέτη, Θέμιδα Μπαζάκα, Ηλία Λογοθέτη, Γιώργο Πυρπασόπουλο
«H αγριόπαπια κοιτάζει τη δουλειά της και δεν πειράζει κανέναν» ακούμε στην ταινία του Γιάννη Σακαρίδη «Wild duck». «Αρχίζει όμως η περίοδος του κυνηγιού και τρέχει να κρυφτεί. Και όταν η περίοδος τελειώνει αρχίζει το παράνομο κυνήγι.» Ολη αυτή η ιστορία για την αγριόπαπια που είναι και ο τίτλος της ταινίας στα αγγλικά (γιατί αλήθεια;) λέγεται ούτως ώστε το πτηνό να παρομοιαστεί με τον κεντρικό ήρωα της ταινίας, έναν μηχανικό τηλεπικοινωνιών (Αλέξανδρος Λογοθέτης) σε «χοντρό» μπλέξιμο. «Κολυμπά» σε επικίνδυνα νερά ενώ ερευνά μια υπόθεση σχετική με τηλεφωνικές υποκλοπές. Τα οικονομικά συμφέροντα είναι πολλά, απαιτούν προσεκτικές κινήσεις και καθόλου ρίσκο. Εκείνος όμως θα πάρει το ρίσκο του και αυτή θα είναι η βάση της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του Σακαρίδη, ενός κοινωνικού θρίλερ που ακολουθεί με στέρεο βήμα τους κώδικες του νουάρ. Ομως η ταινία απογειώνεται μόνον όταν ο ερασιτέχνης ντετέκτιβ γνωρίζεται με μια καρκινοπαθή, γειτόνισσα του ύποπτου διαμερίσματος της «καυτής» πολυκατοικίας όπου βρίσκεται η απάντηση του μυστηρίου. Η τρυφερή σχέση τους είναι η ψυχή της ταινίας και η Θέμις Μπαζάκα που υποδύεται τη γυναίκα δίνει για ακόμη μία φορά μια έκτακτη ερμηνεία παίζοντας περισσότερο ένα «άυλο πλάσμα» παρά έναν άνθρωπο με σάρκα και οστά. Η μόνη ένστασή μας απέναντι στο γενικά καλό σύνολο είναι η σκηνοθετική εμμονή στην «απεικόνιση» της μοναξιάς του κεντρικού ήρωα, η οποία παρά την κυριαρχία του μελαγχολικού βλέμματος του Λογοθέτη ορισμένες φορές πέφτει στην παγίδα της μονοτονίας και της επανάληψης.
Βαθμολογία: 3
Αίθουσες: ΔΑΝΑΟΣ
—————————-
«Βόλτα με τον Μολιέρο» («Alceste à bicyclette», Γαλλία, 2013) του Φιλίπ Λε Γκε, με τους Λαμπέρ Ουιλσόν, Φαμπρίς Λουκινί
Ενα two men show μέσα από το οποίο αναδύεται μια σειρά θεμάτων, από τη ματαιοδοξία των ηθοποιών και τον αστείρευτο ανταγωνισμό τους ως τη δυσκολία τού να κάνεις ποδήλατο σε στενό δρόμο δίπλα σε ποτάμι χωρίς να πέσεις μέσα, είναι το φόρτε αυτής της ταινίας. Ο Λαμπέρ Ουιλσόν και ο Φαμπρίς Λουκινί είναι το ντουέτο των πρωταγωνιστών της ταινίας και όλα ξεκινούν όταν ο πρώτος, διάσημος τηλεαστέρας με το απωθημένο του θεάτρου, αναζητεί τον δεύτερο, που παρότι νέος ακόμα, λόγω δύσκολου χαρακτήρα έχει αποτραβηχτεί από το επάγγελμα.
Ο Ουιλσόν, ωραιοπαθής και επικοινωνιακός με τον απλό κόσμο, θέλει τον σνομπ και αντικοινωνικό Λουκινί προκειμένου να τον πείσει για μια φιλόδοξη επιστροφή συμπρωταγωνιστώντας μαζί του στον «Μισάνθρωπο» του Μολιέρου. Από τη στιγμή που ο Λουκινί δέχεται να το συζητήσει, αρχίζουν τα προβλήματα. Ποιος θα παίξει τον Μισάνθρωπο Αλσέστ και ποιος τον φίλο του Φιλάντ; Αποφασίζουν να τους παίξουν εναλλάξ και οι πρόβες αρχίζουν στο σπίτι του Λουκινί. Το έργο του Μολιέρου διαπερνά τη ζωή τους, η σχέση του Αλσέστ και του Φιλάντ μετουσιώνεται πάνω τους.
Μια γυναίκα (Μάγια Σάνσα) θα βάλει κι αυτή το δαχτυλάκι της στο φούντωμα της σχέσης, η οποία θα περάσει από πολλά στάδια θυμίζοντας ενίοτε το «Ταξίδι» του Μάικλ Γουίντερμποτομ (με τους Στιβ Κούγκαν και Ρομπ Μπράιντον), ή μια παλιότερη ταινία ντουέτου, το «Δείπνο μου με τον Αντρέ» του Λουί Μαλ. Το στοιχείο της έκπληξης κυριαρχεί αλλά η ταινία χαρακτηρίζεται από μια γλυκιά αίσθηση νοσταλγίας, γεγονός στο οποίο συμβάλλει η χρήση του «Il mondo» του Τζίμι Φοντάνα που τραγουδιέται σε στιγμές χαράς αλλά και μελαγχολίας.
Βαθμολογία: 3
Αίθουσες:ODEON ΟΠΕΡΑ – ΝΙΡΒΑΝΑ – ΚΗΦΙΣΙΑ
—————————-
«Παναγιώτης Τέτσης: Παίζοντας με τα χρώματα» (Ελλάδα, 2014) του Γιάννη Βαμβακά
Λίγα χρόνια μετά τα «Είδωλα στον καθρέφτη», το πορτρέτο του ζωγράφου Δημήτρη Μυταρά, ο Γιάννης Βαμβακάς, καταθέτει το σαφώς ωριμότερο ντοκιμαντέρ «Παναγιώτης Τέτσης: Παίζοντας με τα χρώματα» (Ελλάδα, 2014) μέσα από το οποίο ο Υδραίος ζωγράφος μιλά για τα πάντα, ξεφεύγοντας αρκετά από την ζωγραφική. Όταν για παράδειγμα η ερευνήτρια της σύγχρονης ελληνικής τέχνης Λιμπέρτη Πολύζου (συνεργάτις του Βαμβακά και στα «Ειδωλα») τον ρωτά για την «γραμματική των χρωμάτων» εκείνος απαντά ότι ούτε γραμματική ξέρει, ούτε συντακτικό. «Δεν υπάρχει συνταγή στα χρώματα. Ψάχνεις και τα βρίσκεις μόνος σου.»
Μια εκ βαθέων «κατάθεση» λοιπόν του ζωγράφου για τη ζωή στην Υδρα όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, για την σχέση του με το νησί, για την έλξη του στη ζωγραφική, για τη μετακόμισή του στον Πειραιά, για το φλυτζάνι που έλεγε η κυρία Σουλτάνα, για τις αναμνήσεις του από το μετρό του Παρισιού (εντύπωση του είχε κάνει η ταμπέλα «Απαγορεύεται να φτύνετε»), για την σχέση του με τους μαθητές και τη διδασκαλία, για την αγαπημένη του Σίφνο, για τους γονείς του με τους οποίους είχε πολύ καλή σχέση, παρότι τον πατέρα του τον έχασε προτού κλείσει τα 20, για το καφενείο του πατέρα του το οποίο αργότερα μετέτρεψε σε εστιατόριο, χωρίς όμως το εγχείρημα να φτουρήσει.
Χάρηκα που είδα την ταινία γιατί είναι μια επιμελημένη δουλειά πάνω σε έναν σημαντικό καλλιτέχνη και άνθρωπο.
Βαθμολογία: 3
Αίθουσες: ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
—————————-
«Η άλλη γυναίκα» («The other woman», 2014) του Νικ Κασαβέτις, με τους Κάμερον Ντίαζ, Αμπι Μαν, Κέιτ Απτον, Ντον Τζόνσον, Νικολάι Κόστερ Βαλντάου
Οταν τρεις όμορφες γυναίκες αποφασίζουν να εκδικηθούν τον άντρα που τις έχει πειράξει, η υπόθεση για τον άντρα είναι χαμένη από χέρι. Η «Αλλη γυναίκα» του Νικ Κασσαβέτη δεν μας λέει λοιπόν κάτι καινούργιο. Λειτουργεί όμως ως μια δροσερή, καλοκαιριάτικη κομεντί ρουτίνας, με την Αμπι Μαν στον ρόλο της προδομένης συζύγου, την Κάμερον Ντίαζ στον ρόλο της προδομένης ερωμένης (δεν ήξερε την ύπαρξη της πρώτης) και την Κέιτ Απτον σε εκείνον της δεύτερης ερωμένης, πολύ μικρότερης και των δύο που νιώθει κι αυτή προδομένη. Οσο για τον άντρα της υπόθεσης, φέρει το πρόσωπο του δανού ηθοποιού Νικολάι Κόστερ Βαλντάου (παίζει στο «Game of Thrones») και όντως πηγαίνει γυρεύοντας. Και εφόσον η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο, ο Βαλντάου θα βρει άσχημα τον μπελά του, μια στο ντους όπου βλέπει τα μαλλιά του να πέφτουν, μια στο εστιατόριο όπου τρέχει στην τουαλέτα με πολύ έντονες στομαχικές διαταράξεις και μια στο δρόμο όπου τις τρώει από τον μπαμπά της Ντίαζ, τον Ντον Τζόνσον σε ένα «πέρασμα» έκπληξη. Από την ταινία δεν λείπουν σκηνές σε παραλίες στις Μπαχάμες με τα μπικίνι της Ντίαζ και της Απτον (όχι της Μαν) να βγάζουν μάτι. Κι αυτό ποτέ δεν έβλαψε κανέναν.
Βαθμολογία: 2
Αίθουσες:ODEON ΟΠΕΡΑ – ODEON ΓΛΥΦΑΔΑ – ODEON KOSMOPOLIS ΜΑΡΟΥΣΙ – ODEON STARCITY – VILLAGE MALL – VILLAGE ΦΑΛΗΡΟ – VILLAGE ΡΕΝΤΗ – VILLAGE METRO MALL – ΓΑΛΑΞΙΑΣ ΑΕΛΛΩ ΚΗΦΙΣΙΑ NANA ΣΙΝΕΑΚ STER ΙΛΙΟΝ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ STER ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ – ODEON ΠΛΑΤΕΙΑ – VILLAGE COSMOS – VILLAGE ΛΙΜΑΝΙ
—————————-
EΠΙΣΗΣ ΣΤΙΣ ΑΙΘΟΥΣΕΣ
>>Το «Βαλς για τη Μόνικα» (Σουηδία, 2013) του Πέερ Φλι περιγράφει την πραγματική ιστορία της θρυλικής τζαζ τραγουδίστριας Mόνικα Ζέτερλουντ, την περίοδο της μεγάλης της καταξίωσής της κατά τη δεκαετία του 1960. Καλοφτιαγμένη βιογραφία με έμφαση στην αυτοκαταστροφική προσωπικότητα της Ζέτερλουντ που υποδύεται η Εντνα Μάγκανσον.
Ωστόσο, το πρόσωπο δεν παύει να είναι κατά βάση άγνωστο στην Ελλάδα, επομένως η ταινία για το ελληνικό τουλάχιστον κοινό δεν μπορεί να έχει το αντίκτυπο της «Ζωής σαν τριαντάφυλλο» που αφορούσε την Εντίθ Πιαφ. Είναι σαν να παίζεται μια ταινία για την Σοφία Βέμπο στην Σουηδία. Αν δεν ήταν το λιγότερο αριστούργημα, ποιον πραγματικά θα ενδιέφερε;
Βαθμολογία: 2
Αίθουσες:ΕΛΛΗ – ΑΤΤΑΛΟΣ – ΔΙΑΝΑ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΟΝ
—————————-
>>Το παιδικό χιούμορ των κωμωδιών με «αδελφότητες» στα αμερικανικά λύκεια και πανεπιστήμια δεν είναι ακριβώς του γούστου μου, αν και παραδέχομαι ότι το «Τρελό θηριοτροφείο» του Τζον Λάντις, ταινία του 1974 με τον πάλαι ποτέ Τζον Μπελούσι, με είχε διασκεδάσει πολύ. Στους «Ανυπόφορους γείτονες» («Bad neighbors», ΗΠΑ, 2014) του Νίκολας Στόλερ ο Ζακ Εφρον και η παρέα του κάνουν τη ζωή δύσκολη στον Σεθ Ρόγκαν και στη Ρόουζ Μπερν που μένουν στο διπλανό σπίτι και παρότι κάτω των 30 θεωρούνται πλέον γέροι. Δεν γέλασα σχεδόν καθόλου, πέρα από κάποιες σκηνές όπως π.χ. το πάρτι – παρωδία Ρόμπερτ Ντε Νίρο.
Βαθμολογία: 1
Αίθουσες:ODEON STARCITY – ΟΛΑ ΤΑ VILLAGE – ODEON ΠΛΑΤΕΙΑ – CINE CAPITOL – ODEON KOSMOPOLIS ΜΑΡΟΥΣΙ – ΑΕΛΛΩ – ΑΘΗΝΑΙΟΝ CINEPOLIS ΓΛΥΦΑΔΑ – ΑΘΗΝΑΙΟΝ –
ΑΙΓΛΗ ΧΑΛΑΝΔΡΙ – ΑΝΟΙΞΗ ΧΑΙΔΑΡΙ – ΒΑΡΚΙΖΑ – ΝΑΝΑ – ΣΠΟΡΤΙΝΓΚ – ΦΟΙΒΟΣ, ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ – VILLAGE ΒΟΛΟΣ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ VILLAGE COSMOS – VILLAGE ΛΙΜΑΝΙ
—————————-