Καταρρακτώδης βροχή, απεργία των µέσων µαζικήςµεταφοράς, σωροί σκουπιδιώνπαντού. Μέσα σε αυτό το σκηνικό χάους ξεκινήσαµε µια ∆ευτέρα µεσηµέρι να συναντήσουµε τον Παναγιώτη Τέτση στο σπίτι του στο Κολωνάκι.

Ο 86χρονος εικαστικός, ακαδηµαϊκός και δάσκαλος µας υποδέχθηκε χαµογελαστός και ευδιάθετος, επέµεινε να µας προσφέρει γλυκό του κουταλιού από αυτά που, όπως µας πληροφόρησε, υπάρχουν πάντοτε στο σπίτι του, ενώ τις επόµενες δύο ώρες µιλήσαµε για διάφορα: για την επικείµενη έκθεσή του στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, η οποία δίνει έµφαση στα τελευταία έργα του, για την αγαπηµένη του Υδρα, αλλά και για ό,τι απασχολεί την ελληνική κοινωνία το τελευταίο διάστηµα.

«Υπάρχει άραγε κάτι που εξακολουθεί να σας αρέσει στην Αθήνα σήµερα;» τον ρώτησα λίγο προτού τον αποχαιρετήσω. «Ο δρόµος που ζω» µου απάντησε χωρίς να το σκεφθεί: «Βγαίνω έξω και λέω µια κουβέντα µε τους υπαλλήλους στην τράπεζα, που είναι τόσο ευγενικοί. Απέναντι είναι δυο φίλοι που έχουν το ανθοπωλείο, πιο ‘κεί ο φαρµακοποιός, ακόµη πιο πέρα ο χασάπης που µε ρωτά πότε θα κάνω έκθεση. Που είµαστε ακόµη γειτονιά, αυτό µου αρέσει…».

– Κύριε Τέτση, για να πιάσουμε το νήμα από τον τίτλο της έκθεσής σας, τι είναι αυτό που σας εμπνέει σήμερα; Ολο αυτό που ζούμε θα λέγατε ότι επιτρέπει την έμπνευση, της αφήνει περιθώρια;

«Κατ’ αρχάς η έµπνευση δεν είναι µια στιγµιαία λάµψη, όπως πολύς κόσµος πιστεύει. ∆εν πέφτει το Αγιο Φως και σου αποκαλύπτει κάτι τη στιγµή που εσύ κάθεσαι αµέριµνος. Πρέπει να βρεθείς στον χώρο σου, να συγκεντρωθείς, να εργαστείς, κι έτσι, µέσα από αυτή τη διαδικασία, σιγά-σιγά προχωρεί η δουλειά σου. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν έργα που µου έχουν “βγει” πολύ γρήγορα, όπως αυτά τα τελευταία που θα εκτεθούν τώρα, και άλλα που µπορεί να τα έχω φτιάξει εδώ και 50 χρόνια κι όµως όλο και επανέρχοµαι και κάτι προσθέτω».

– Δεν έχει δηλαδή σχέση με τη γενικότερη ατμόσφαιρα;

«Ασφαλώς έχει. Ο καλλιτέχνης ζει σε ένα συγκεκριµένο περιβάλλον, στον κόσµο, στους ανθρώπους, στη φύση, εποµένως απορροφά διάφορες εικόνες, εντυπώσεις, βιώµατα, και όλα αυτά κάποια στιγµή συγκροτούν από κοινού κάτι το οποίο µπορεί να λέγεται και έµπνευση».

– Επομένως;

«Καλά, αν δούµε την κατάσταση από κοινωνικής πλευράς, δεν υπάρχει αµφιβολία ότι αυτό που ζούµε σήµερα είναι άβυσσος. Από την άλλη, όσο και να ‘χουµε καταστρέψει το περιβάλλον της Αθήνας, τόσο το οικολογικό όσο και το κοινωνικό, ευτυχώς η φύση µάς αποζηµιώνει. Σήµερα, για παράδειγµα, είναι µια µέρα µουντή και βροχερή, αλλά ταυτόχρονα πολύ χρωµατισµένη. Μην κοιτάτε τα σκουπίδια που φαίνονται. Αν ρίξετε µια µατιά στα βουνά τριγύρω, θα δείτε ότι έχει έναν πλούτο η συννεφιά και στον ουρανό και στη φύση. Μια ηµέρα ηλιόλουστη, πάλι, έχει άλλες οµορφιές, και µάλιστα το φως του φθινοπώρου είναι πολύ πιο ωραίο από το φως του καλοκαιριού, γιατί όπως αλλάζει κλίση η Γη, ο ήλιος έρχεται πιο ξυστά και κάνουν κάποιες πολύ ενδιαφέρουσες, αιχµηρές αντιθέσεις το φως και η σκιά. Γενικά, αυτό που προσπαθώ να πω είναι πως όλες οι καταστάσεις που έχω ζήσει είχαν την όµορφη και την άσχηµη πλευρά τους».

– Που ισορροπούσαν πώς;

«Με την ελπίδα, µε την προσδοκία. Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεµος, ας πούµε, ήταν µια εποχή άσχηµη και ταυτόχρονα όµορφη. Είχε ξυπνήσει το πατριωτικό αίσθηµα, την αγάπη για τον τόπο, υπήρχε ενθουσιασµός… ∆εν µιλώ µόνο για τον εαυτό µου, που τότε ήµουν έφηβος, αλλά για όλον τον κόσµο. Μετά ήρθε η Κατοχή, υπήρχε θλίψη, πείνα, δυστυχία, θάνατος.

Και όµως και τότε αντλούσες ελπίδα από το φως του µέλλοντος. Πίστευες ότι ο πόλεµος θα τελειώσει, ότι δεν θα τον κερδίσουν οι Γερµανοί, ότι θα έρθουν καλύτερες µέρες. Αλλά και σε πιο άµεσα πράγµατα: έπεφταν βόµβες γύρω-γύρω κι έλεγες “δεν θα πέσουν σ’ εµάς, θα τη γλιτώσουµε, δεν θα σκοτωθούµε”. Γι’ αυτό σάς λέω, η ελπίδα δεν σβήνει ποτέ».

– Και ο Εμφύλιος;

«Αυτή, πράγµατι, ήταν µια άσχηµη εποχή. Αλληλοσκοτωνόµασταν χωρίς να ξέρουµε το γιατί. Για τις ιδέες έγινε όλο αυτό άραγε ή για τα συµφέροντα; Νοµίζω πως ήταν πιο πολύ το δεύτερο. Πίσω από κάθε ιδεολογία δεν βρίσκεται συνήθως η αναµονή κάποιου οφέλους; Σκέπτοµαι καµιά φορά τι θα είχε γίνει αν είχαν κερδίσει οι αριστεροί. ∆εν θα είχαν αναρριχηθεί κι αυτοί στην εξουσία, δεν θα είχαν γίνει υπουργοί κτλ.; Εδώ έχουµε 30 χρόνια σοσιαλιστικές κυβερνήσεις και τον τελευταίο καιρό ακούµε τέρατα. Αυτοί οι άνθρωποι οι οποίοι, υποτίθεται, πρέσβευαν την κοινωνική δικαιοσύνη, στο τέλος βρέθηκαν µε βίλες, µε αµύθητες περιουσίες, µε δεν ξέρω κι εγώ τι. Κάποτε ήταν πολύ διαφορετικά τα πράγµατα».

– Δηλαδή;

«Ε, δεν ήταν πάντοτε έτσι η πολιτική! Ως τον Πόλεµο και ίσως και λίγο µετά, οι άνθρωποι δεν έµπαιναν στον χώρο αυτόν για να πλουτίσουν, αλλά από πραγµατική διάθεση να κυβερνήσουν τον τόπο. Εµπαιναν, µάλιστα, πλούσιοι και έβγαιναν φτωχοί. Ξέρετε πόσες περιουσίες, πόσες προίκες έχουν φαγωθεί στον βωµό της πολιτικής; Γι’ αυτό άλλωστε φρόντιζαν να παντρεύονται και γυναίκες µε κάποια οικονοµική επιφάνεια. Ο Γεώργιος Παπανδρέου – µιλώ, βεβαίως, για τον παππού του σηµερινού πρωθυπουργού – ένα σπίτι στο Καστρί είχε όλο κι όλο. Αυτή ήταν η περιουσία του».

– Και πώς άλλαξε, πιστεύετε, η κατάσταση; Ποιο ήταν το σημείο καμπής;

«Τι να σας πω… Επεσαν όλοι στο ψαχνό, κυριάρχησε η νοοτροπία τού τι θα βγάλουµε. Αυτό όµως δεν αφορά µόνο την κορυφή της πυραµίδας, αλλά και τη βάση. Για µένα, ένας από τους µεγαλύτερους κινδύνους που αντιµετωπίζει η σηµερινή ελληνική κοινωνία είναι η αδιαφορία, η οποία έχει ως αιτία την τεµπελιά».

– Είμαστε πράγματι τεμπέληδες;

«Ε, ναι. Στις πόλεις, στα µεγάλα αστικά κέντρα, ίσως όχι τόσο έντονα. Στην επαρχία όµως ναι. Οι αγρότες τι κάνουν, ή έστω τι έκαναν µέχρι σήµερα; Εισέπρατταν τις επιδοτήσεις, έβαζαν τους Αλβανούς και δούλευαν τα χωράφια, και οι ίδιοι χάζευαν όλη µέρα στα καφενεία. ∆εν λέω πως είναι όλοι έτσι, κάποτε όµως δεν υπήρχε καθόλου αυτή η νοοτροπία».

– Και πώς καλλιεργήθηκε;

«Μας µάγεψε η ντόλτσε βίτα. Από την άλλη σκέπτοµαι πως όταν σου δίνουν κάτι, το παίρνεις και δεν ρωτάς πού βρέθηκε. Είναι ανθρώπινο. Ετσι φτάσαµε εδώ που φτάσαµε. Ξοδεύουµε και δεν εισπράττουµε από πουθενά, αφού δεν παράγουµε τίποτε. Ε, κάποια στιγµή και οι άλλοι βαρέθηκαν να µας δανείζουν. Μην πάτε µακριά, αναζητήστε απλώς έναν τεχνίτη για την απλούστερη εργασία. Ο ένας στους δύο είναι αλλοδαπός, Αλβανός ή Πολωνός. Και να σας πω την αλήθεια, αυτοί είναι και πιο εντάξει. Και στον λόγο τους και στη δουλειά τους. Οι Αλβανοί είναι εξαίρετοι οικοδόµοι, κτίστες, πετράδες».

– Οι Ελληνες, λέτε, δεν τις καταδέχονται αυτές τις δουλειές;

«Οι Ελληνες τρέχουν πίσω από τα χαρτιά και στο τέλος δεν ξέρουν τι να τα κάνουν. Τώρα, βλέπετε, δεν φτάνει το πτυχίο από το πανεπιστήµιο· για να έχεις κάποια ελπίδα, πρέπει να κάνεις και µεταπτυχιακό. Για διδακτορικό δεν µιλώ, χρειάζεται κότσια. Το µαστεράκι το παίρνεις σε ένα εννιάµηνο. Ας είναι καλά οι Εγγλέζοι που κάνανε τα µεταπτυχιακά βιοµηχανία, όπως είχαν κάνει παλαιότερα µε τα νοσοκοµεία. Ετσι και οι Ελληνες ανακάλυψαν τη London School of Economics και του έδωσαν και κατάλαβε. Και η κουτσή Μαρία έχει περάσει από ‘κεί… Θυµάµαι µια παλαιότερη σχετική γελοιογραφία του Κώστα Μητρόπουλου και γελάω πολύ… Για να µιλήσουµε σοβαρά πάντως, οι λιγότερο υπεύθυνοι σ’ αυτόν τον φαύλο κύκλο είναι οι ίδιοι οι φοιτητές».

– Ποιοι ευθύνονται δηλαδή;

«Η οικογένεια, οι πολιτικοί, οι οποίοι ελπίζουν ότι αν ψηφίσουν τους νόµους που προβλέπουν αύξηση του αριθµού των εισακτέων στα πανεπιστήµια θα πάρουν περισσότερες ψήφους. Από τους 1.000 φοιτητές που µπορεί να υπάρχουν σε µια σχολή ζήτηµα αν είναι 50-100 αυτοί οι οποίοι θέλουν πραγµατικά να σπουδάσουν, να γίνουν επιστήµονες. Οι υπόλοιποι βρέθηκαν τυχαία και θέλουν να περάσουν τις διαδικασίες χωρίς να βρέξουν τα πόδια τους».

– Τι θα μπορούσε να γίνει για να εξορθολογιστεί η κατάσταση;

«Να σοβαρευτούν όλοι και να συµπορευτούν στην κατεύθυνση της προόδου και της προκοπής. Οι καθηγητές, οι πρυτάνεις, οι ίδιοι οι φοιτητές – αν θέλουν να αξιοποιήσουν τα χρόνια τους και να µορφωθούν πραγµατικά. Η υπουργός Παιδείας κατά τη γνώµη µου είναι όχι µόνο άνθρωπος καλής θελήσεως, αλλά και σκληρό καρύδι. Ως ένα σηµείο όµως µπορεί να κάνει κάτι. Εφτιαξε έναν νόµο ο οποίος µε βρίσκει απολύτως σύµφωνο. Θα εφαρµοστεί όµως; Αµφιβάλλω. Στην Ελλάδα οι νόµοι γίνονται για να µην εφαρµόζονται. Πού ακούστηκε, αλήθεια, η αλυσίδα και το λουκέτο στο Πανεπιστήµιο; Ποιος νοµιµοποιείται να µετατρέπει ένα από τα ωραιότερα αρχιτεκτονήµατα της χώρας σε καραγκιόζ µπερντέ; Και µη µου πει κανείς για αποφάσεις πλειοψηφίας και τα σχετικά. Ξέρετε πώς γίνονται τις περισσότερες φορές οι συνελεύσεις; Κρατούν τεχνηέντως ώρες ολόκληρες, τα περισσότερα παιδιά κουράζονται και φεύγουν, και οι αποφάσεις λαµβάνονται από µια µικρή µειοψηφία».

– Ωστόσο δεν είναι υγιές και χρήσιμο για τους νέους ανθρώπους να συμμετέχουν και να εκφράζονται συλλογικά;

«Ασφαλώς, αλλά ως ένα σηµείο.

Και µην ξεχνάµε ότι η κάθε κατάκτηση προκύπτει µέσα από την πράξη.

Με τα λόγια δεν λύθηκε ποτέ κανένα πρόβληµα. Σας το λέω εγώ που πραγµατικά πιστεύω πως ό,τι όµορφο υπάρχει σήµερα στην Ελλάδα είναι οι νέοι οι οποίοι πραγµατικά θέλουν να προκόψουν, είτε µάθουν γράµµατα είτε όχι. Υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι, είµαι σίγουρος».

– Οι οποίοι όμως σε μεγάλο βαθμό εμφανίζονται να θέλουν να φύγουν στο εξωτερικό.

«∆ίκιο έχουν. Αν οι συνθήκες έξω είναι πιο ευνοϊκές και εκτιµώνται οι ικανότητες και όχι τα συµπεθεριά, καλά κάνουν. Εδώ για να προχωρήσει ένας νέος, τις περισσότερες φορές χρειάζονται γνωριµίες, συγγένειες, εύνοιες… Πώς θέλετε λοιπόν να µη σηκωθεί να φύγει; Οταν βλέπεις να κυριαρχεί η οικογενειοκρατία και εσύ που δεν διαθέτεις τέτοιου είδους στηρίγµατα να µην έχεις καµιά δυνατότητα, έστω κι αν δεν σου λείπουν τα προσόντα, τι επιλογές έχεις;».

«Τον σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό δεν τον γνωρίζουν έξω»

Ο Παναγιώτης Τέτσης πιστεύει ότι ο πολιτισµός µπορεί πραγµατικά να βοηθήσει στην ανάκαµψη της χώρας.

«Ο πολιτισµός θα µπορούσε να στηρίζει τον τουρισµό και το αντίστροφο. Οταν όµως στην Ελλάδα έχουµε περιστατικά όπως αυτά του καλοκαιριού, µε τους ταξιτζήδες να αποκλείουν αεροδρόµια και λιµάνια και ο κόσµος να µην µπορεί να επισκεφθεί µουσεία, αρχαιολογικούς χώρους κτλ., τι να πει κανείς; Η θεωρία υποτάσσεται στην πραγµατικότητα».

– Ας το πάρουμε τότε από την αντίθετη πλευρά. Ο σύγχρονος ελληνικός πολιτισμός μπορεί να είναι εξαγώγιμος;

«Από πλευράς ποιότητας, φυσικά και µπορεί. Το τι κάνουµε όµως ή, πιο σωστά, το τι δεν κάνουµε, είναι µια άλλη συζήτηση. Εχουµε επαναπαυθεί στο ένδοξο παρελθόν µας και έτσι πορευόµαστε. Τον σύγχρονο ελληνικό πολιτισµό δεν τον γνωρίζει κανείς στο εξωτερικό. Ο Καβάφης και ο Καζαντζάκης είναι γνωστοί, µετά… τέλος. Ούτε καν ο Ελύτης και ο Σεφέρης. Οσο για τους εικαστικούς, ό,τι κάνει ο καθένας µόνος του».

– Πού οφείλεται αυτό;

«Είναι θέµα έλλειψης οργανωµένης κρατικής πολιτικής η οποία θα µπορούσε να στηρίξει τους δηµιουργούς – µιλώ βεβαίως και για τους νεότερους – να βγουν στο εξωτερικό. Τον Αλβανό ΙΣµαήλ Κανταρέ, για παράδειγµα, τον ξέρει όλη η υφήλιος. Κατά τη γνώµη µου δεν πρόκειται για ιδιαιτέρως σπουδαίο λογοτέχνη. Την εποχή του Χότζα, δε, υπήρχαν και κάποιες αντικαθεστωτικές αιχµές στο έργο του. Και όµως, το καθεστώς τον άφηνε να βγαίνει προς τα έξω. Και µιλάµε τώρα για την αλβανική γλώσσα η οποία ως πριν από έναν αιώνα δεν είχε γραφή, ήταν µόνο προφορι κή. Εξυπνάδα ήταν αυτό, πονηριά, όπως θέλετε πείτε το. Εδώ δεν υπάρχει τίποτε. Ενας διάβολος, βρε παιδί µου, να οργανώσει τα πράγµατα».

– Ο όρος ελληνικότητα τι σημαίνει σήμερα για εσάς;

«Η ελληνικότητα είναι µια έννοια πολύ πλατιά, η οποία κάποτε είχε όχι µόνο πνευµατικό και αισθητικό, αλλά και εθνικό περιεχόµενο. Σήµερα σηµαίνει νοοτροπία, αντιλήψεις, αγάπη για τη φύση – την πληγωµένη, έστω –, το περιβάλλον… Ακόµη και η αγάπη για την κακοµοιριά µας, και αυτό ελληνικότητα είναι».

ΠΟΤΕ & ΠΟΥ

Η έκθεση «Παναγιώτης Τέτσης: Η ζωγραφική του σήμερα» θα πραγματοποιηθεί το διάστημα 11.11.2011 – 10.1.2012 στους νέους εκθεσιακούς χώρους του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, στο πλαίσιο του Megaron Plus.

Η έκθεση δίνει έμφαση στα τελευταία έργα του καλλιτέχνη, θα υπάρχει όμως αναφορά και σε παλαιότερα αλλά λιγότερο γνωστά έργα που ανήκουν στον ίδιο τον Π. Τέτση ή σε συλλέκτες.

Οργάνωση – επιμέλεια: Εφη Ανδρεάδη.

Χορηγός: Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ