Κατείχε την ανατολική πλευρά της πλούσιας αργολικής πεδιάδας σε μια θέση σπουδαία, που έλεγχε τους δρόμους οι οποίοι οδηγούσαν προς την Επίδαυρο μέσω του Αραχναίου όρους. Στην άλλη άκρη της πεδιάδας, η Τίρυνθα έπαιρνε τη δύναμή της κυρίως από τη θάλασσα, ενώ οι Μυκήνες ήταν το αδιαμφισβήτητο κέντρο όλης της περιοχής. Η δική της ακρόπολη όμως ήταν η υψηλότερη όλων, στα 270 μέτρα, οχυρωμένη καλά σε ένα λόφο τόσο απόκρημνο που γι’ αυτό η μία πλευρά του, η νοτιοανατολική, είχε αφεθεί χωρίς προστασία. Η Μιδέα, το τρίτο σκέλος του τριγώνου των μυκηναϊκών ακροπόλεων της Αργολίδας που έκλειναν ολόγυρα τον κάμπο και μοιράζονταν την εξουσία επί ζωντανών και αψύχων αλλά και το θαλάσσιο εμπόριο και την οικονομία, διεκδικεί σήμερα τη θέση που δικαιωματικά της ανήκει και στη σύγχρονη συνείδηση. «Η Μιδέα πρέπει να ήταν στη Μυκηναϊκή Εποχή η έδρα μιας ηγεμονικής δυναστείας που είχε υπό τον έλεγχό της σημαντικό τμήμα της εύφορης πεδιάδας» λέει η κυρία Αικατερίνη Δημακοπούλου, επίτιμη διευθύντρια του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και επικεφαλής των ανασκαφών οι οποίες διεξάγονται στη Μιδέα με τη συμμετοχή της διευθύντριας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων κυρίας Νικολέτας Βαλάκου και αρχαιολόγων του Σουηδικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου. Ενας αρχαιολογικός χώρος ελάχιστα γνωστός σήμερα, αν και καθόλου ήσσονος σημασίας σε σχέση με τα μεγάλα κέντρα των Μυκηνών και της Τίρυνθας.


«Παρ’ όλο που οι συστηματικές ανασκαφές στη Μιδέα άρχισαν σχετικά πρόσφατα, αν αναλογισθεί κανείς τις μακροχρόνιες έρευνες στις δύο άλλες ακροπόλεις, η μεγάλη σημασία της ως σημαντικού μυκηναϊκού κέντρου είχε αναγνωριστεί εδώ και πολύ καιρό από τους μελετητές του μυκηναϊκού πολιτισμού, ενώ τα ευρήματα από τις πρόσφατες ανασκαφές έρχονται να επιβεβαιώσουν ότι υπήρξε ανάλογη με τις Μυκήνες και την Τίρυνθα» επισημαίνει η κυρία Δημακοπούλου. Και πράγματι ένα από τα ευρήματα αυτά, πήλινο τριεδρικό σφράγισμα, ακέραιο και καλά διατηρημένο, φέρει επιγραφή σε γραμμική Β’ όπου εμφανίζεται για πρώτη φορά η προελληνική λέξη «Μέγαρον».


Αλλωστε η καταστροφή της Μιδέας από σεισμό στα τέλη του 13ου αι. π.Χ. και κυρίως η πυρκαϊά που ακολούθησε δημιουργούν πολλές ελπίδες ότι είναι πιθανή στο μέλλον, εγγύς ή απώτερο, η αποκάλυψη και άλλων επιγραφών. «Πρόκειται για το σημαντικότερο εύρημα από ιστορικής πλευράς» λέει η κυρία Δημακοπούλου γι’ αυτό το αντικείμενο που χρησιμοποιήθηκε είτε ως σφράγισμα ενός προϊόντος είτε ως ετικέτα του, οπωσδήποτε όμως υπήρξε απολύτως χρήσιμο για το εμπόριο στο οποίο επιδίδονταν οι ηγεμόνες της περιοχής. Και δεν κρύβει τον στόχο που δικαίως μπορεί να έχει ένας αρχαιολόγος για την ανεύρεση του αρχείου πινακίδων του ανακτόρου της Μιδέας, εκεί όπου καταγράφονταν όλα τα στοιχεία της παραγωγής και της διακίνησης των προϊόντων και γενικότερα όλη η οικονομική κατάσταση, πληροφορίες πολύτιμες για την κατανόηση ενός πολιτισμού για τον οποίο ελάχιστες είναι σήμερα οι γραπτές πηγές.


Πόσο μάλλον που στην Αργολίδα κάποιες σκόρπιες πινακίδες μόνο έχουν αποκαλυφθεί ως τώρα. Τέσσερα ενεπίγραφα σφραγίσματα άλλωστε έχουν αποκαλυφθεί συνολικά ως σήμερα στη Μιδέα, το ένα εκ των οποίων με ιδεόγραμμα που δηλώνει το σιτάρι.


Τα ευρήματα


Πλήθος ειδωλίων, ανθρωπόμορφων και ζωόμορφων, ανάμεσα στα οποία ένα τροχήλατο εξαιρετικής τέχνης με πλούσια διακόσμηση, άλλα σύμβολα λατρείας, όπως η οκτώσχημη ασπίδα, σφραγιδόλιθοι από αχάτη και στεατίτη, μεταξύ των οποίων ένας του 15ου αι. π.Χ. με παράσταση μινώταυρου σε στάση ακροβάτη, κοσμήματα από υαλόμαζα και στεατίτη, αιχμές βελών και τμήματα από λαβές ξίφων κατασκευασμένα από ελεφαντόδοντο και αλάβαστρο, ένα πολύτιμο αγγείο από αμέθυστο σε σχήμα Τρίτωνα και κεραμική ανάλογη εκείνης των Μυκηνών με παραστάσεις ζώων και ψαριών συνθέτουν την εικόνα μιας ευημερούσας κοινωνίας. Παράλληλα η αποκάλυψη πλήθους αποθηκευτικών αμφορέων μεταφοράς κρασιού και λαδιού, που όπως δέχεται η αρχαιολογική έρευνα έρχονταν από την Κρήτη, επιβεβαιώνει τις γνωστές άλλωστε σχέσεις με τους Μινωίτες, ενώ τα ακατέργαστα κομμάτια από ημιπολύτιμους λίθους, όπως σάρδιο, αχάτη, ορεία κρύσταλλο και φθορίτη, τα θραύσματα από φίλντισι και ώχρα, καθώς και τα λίθινα και οστέινα εργαλεία που έχουν αποκαλυφθεί σε οικοδομήματα της ακρόπολης αποδεικνύουν την ύπαρξη οργανωμένων εργαστηρίων.


Πέραν αυτών των ευρημάτων, όμως, η σημασία της Μιδέας για την αρχαιολογική έρευνα έγκειται σε κάτι ακόμη: στο γεγονός, όπως λέει η κυρία Δημακοπούλου, ότι η ακρόπολή της έχει αδιατάρακτες επιχώσεις με στρώματα καταγραφής που κυριολεκτικά λύνουν τα προβλήματα χρονολόγησης της εξέλιξης της κεραμικής και της μετάβασης στη Μεταανακτορική Εποχή.


Η ιστορία


Η Μιδέα, όπως δείχνουν τα ευρήματα, κατοικήθηκε από τη Νεολιθική ως και τη Βυζαντινή Εποχή, ενώ κατά τη Μεσοελλαδική ήταν ήδη ένας αξιόλογος οικισμός, ο οποίος αμέσως μετά, κατά τη Μυκηναϊκή Εποχή, εξελίχθηκε σε μεγάλο και σημαντικό κέντρο. Η ακμή της τοποθετείται στον 13ο αι. π.Χ., τότε που χτίστηκε και το κυκλώπειο τείχος που την προστάτευε. Στην ίδια εποχή άλλωστε ανήκουν και τα καλύτερα διατηρημένα οικοδομήματα που έχουν αποκαλυφθεί ως σήμερα στο εσωτερικό της.


Οχυρωμένο ανάκτορο όπως ήταν την εποχή εκείνη οι ακροπόλεις και όχι μόνο για προστασία αλλά και για επίδειξη ισχύος, κατά την κυρία Δημακοπούλου, η Μιδέα είχε το δικό της μέρος του ελέγχου στην αγροτική παραγωγή και στην κτηνοτροφία της πεδιάδας. Μέσα στην ακρόπολη εξάλλου ήταν συγκεντρωμένη όλη η εξουσία, αφού αποτελούσε έδρα της κεντρικής διοίκησης, περιελάμβανε την κατοικία του μονάρχη αλλά και όλα τα εξαρτημένα από το ανάκτορό του κτίρια, όπως οι αποθήκες, τα εργαστήρια, οι κατοικίες των αξιωματούχων, των ακολούθων και των τεχνιτών, τα ιερά και άλλα οικοδομήματα.


Σε στρατηγική θέση της πεδιάδας με απεριόριστη θέα προς όλες τις κατευθύνσεις η ακρόπολη της Μιδέας είχε τείχος χτισμένο με ογκόλιθους και μικρούς ακατέργαστους λίθους ανάμεσά τους, συνολικού μήκους 450 μέτρων και πάχους 5-7 μέτρων, οχυρώνοντας έτσι μια έκταση περίπου 24 στρεμμάτων, όπου μπορούσε κανείς να εισέλθει από δύο πύλες, την ανατολική και τη δυτική, απέναντι σχεδόν η μία στην άλλη. Στο εσωτερικό της η ακρόπολη χωριζόταν σε δύο επίπεδα, στην άνω ακρόπολη και στην κάτω, και όπως αποδεικνύει η αρχαιολογική έρευνα η δόμησή της ήταν ιδιαίτερα πυκνή. Πολλοί τοίχοι των σπιτιών που ανασκάφηκαν ήταν τοιχογραφημένοι και καλυμμένοι με χρωματιστό κονίαμα.


Οσο για τις σχέσεις με τις άλλες ακροπόλεις, «η μυκηναϊκή Ελλάδα είχε ένα είδος χαλαρής ομοσπονδίας και συμμαχίας» λέει η κυρία Αικατερίνη Δημακοπούλου, καθώς δεν μπορεί να παραβλεφθεί ότι η γλώσσα, η θρησκεία και τα έθιμα ήταν κοινά, όπως κοινά επίσης ήταν πολλές φορές τα συμφέροντα. Για τον λόγο αυτόν άλλωστε οι δεσμοί αίματος και συγγένειας μεταξύ τους δεν μπορεί να αποκλειστούν.


Οι ανασκαφές


Η Μιδέα, όπως οι Μυκήνες και η Τίρυνθα, επλήγη και αυτή από ένα μεγάλο σεισμό που επέφερε εκτεταμένες καταστροφές στην οχύρωση και στα κτίριά της. Εν αντιθέσει όμως προς τις δύο άλλες ακροπόλεις, στη Μιδέα δεν έγινε νέα μεγάλη εγκατάσταση. Η ανασκαφή σήμερα δείχνει ότι η δυτική πύλη έμεινε θαμμένη ακριβώς όπως κατέρρευσε από τον σεισμό. Σε ένα υπόγειο δωμάτιο της ανατολικής πύλης αποκαλύφθηκε ένα ανθρώπινος σκελετός καταπλακωμένος από λίθους των τειχών που κατέρρευσαν. Ολα δείχνουν ότι η Μιδέα σχεδόν εγκαταλείφθηκε, για να ζωντανέψει όμως και πάλι μερικούς αιώνες αργότερα, στην Αρχαϊκή Εποχή, με την ίδρυση πιθανότατα ενός ιερού στην ακρόπολη.


Στη συνέχεια ωστόσο, κατά την Υστερορωμαϊκή και τη Βυζαντινή Εποχή, ο χώρος χρησιμοποιήθηκε απλώς ως οχυρό.


Ορατά μέσα στους αιώνες τα ερείπια της κυκλώπειας οχύρωσης της Μιδέας είχαν επισημανθεί και καταγραφεί από περιηγητές ήδη από τον 19ο αιώνα, ενώ στις αρχές του 20ού η ακρόπολη ταυτίστηκε με την αρχαία Μιδέα από τον σουηδό αρχαιολόγο Αλεξ Πέρσον. Πρόκειται για τον αρχαιολόγο ο οποίος πραγματοποίησε τη μεγάλη ανασκαφή των Δενδρών, όπου αποκαλύφθηκε το πλούσιο νεκροταφείο της ακρόπολης, και εν συνεχεία έκανε τις πρώτες ανασκαφές στη Μιδέα.


Τα πρώτα στοιχεία για τη χρονολόγηση της καταστροφής της Μιδέας από εκτεταμένη πυρκαϊά ήρθαν το 1963, ενώ ύστερα από μακροχρόνια διακοπή οι συστηματικές ανασκαφές άρχισαν και πάλι το 1983 με τη μορφή ελληνοσουηδικής συνεργασίας υπό τη διεύθυνση της κυρίας Δημακοπούλου. Οπως εξηγεί η ίδια, η έρευνα επικεντρώνεται σήμερα στην κάτω Ακρόπολη, εκεί όπου οι επιχώσεις μεγάλου πάχους μπορεί να έχουν εξασφαλίσει τη διατήρηση των αρχαιοτήτων, με τη σουηδική ομάδα να έχει αναλάβει την περιοχή της ανατολικής πύλης και την ελληνική της δυτικής.


«Η Μιδέα έχει πάρει τη θέση της ως τρίτο μυκηναϊκό κέντρο της αργολικής πεδιάδας λόγω του βασιλικού νεκροταφείου των Δενδρών με τα πλούσια ευρήματα τα οποία βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου αλλά πλέον και μέσα από τις ανασκαφές της ακρόπολης» καταλήγει η κυρία Δημακοπούλου. Απομένουν ωστόσο πολλά να αποκαλυφθούν και να διευκρινισθούν ακόμη. Τα τείχη της, που σύμφωνα με την παράδοση αποδίδονται στον Περσέα, ο οποίος τείχισε και τις Μυκήνες και απόγονος του οποίου ήταν ο Ηρακλής, ο οποίος γεννήθηκε και ανατράφηκε στη Μιδέα, κρύβουν πολλά ακόμη μυστικά.