Ο «υποδιοικητής» Μάρκος έφθασε το 1984 στη ζούγκλα Λακαντόνα της επαρχίας Τσιάπας, νοτιοανατολικά του Μεξικού. Εκεί έζησε επί 17 χρόνια με τους ινδιάνους τροτσίλες (trotziles) και τσελτάλες (tzeltales). Στις 11 του περασμένου Μαρτίου, η πορεία της οποίας ηγείτο, έχοντας διασχίσει τη μισή χώρα, κατέληξε σε ένα ογκωδέστατο συλλαλητήριο στην κεντρική πλατεία της Πόλης του Μεξικού. Εκεί ο αρχηγός του Αντάρτικου Στρατού της Εθνικής Απελευθέρωσης (EZLN), χωρίς ούτε ένα όπλο, επισημοποίησε την απόφαση του κινήματός του να γίνει πολιτικό. Ο Μάρκος με τους Ζαπατίστας, τους υποστηρικτές του αγώνα του και του αγώνα των Ινδιάνων, εγκαταστάθηκε στην Εθνική Σχολή Ανθρωπολογίας και Ιστορίας (ΕΝΑΗ), στα νότια της Πόλης του Μεξικού. Οι αίθουσες διδασκαλίας έγιναν αυτοσχέδιες κρεβατοκάμαρες, τόπος συγκέντρωσης των διαμαρτυρομένων αλλά και το επίκεντρο της προσοχής της παγκόσμιας κοινής γνώμης. Ο Μάρκος δεν κατάφερε να επιτύχει τον αρχικό στόχο του. Το Κογκρέσο δεν του έδωσε άδεια να εκθέσει τις απόψεις του ­ δεν συμφώνησαν όλα τα πολιτικά κόμματα. Στο τέλος ωστόσο διαφάνηκε φως ελπίδας, όταν το Κογκρέσο έκανε αποδεκτή την πρόταση να τον ακούσουν οι αντιπρόσωποι του έθνους. Εν τω μεταξύ, ο Μάρκος και ο πρόεδρος Φοξ έψαχναν ­ ανεπιτυχώς ­ να βρουν κάποια κοινή βάση προκειμένου να επιτευχθεί αρχική συμφωνία και να ξεκινήσουν οι συνομιλίες για την ειρήνη ανάμεσα στους αντάρτες και στην κυβέρνηση. Τα πράγματα ωστόσο δεν φαίνεται ότι είχαν το ευτυχές αποτέλεσμα που αναμενόταν. Πριν από την απόφαση του Κοινοβουλίου οι Ζαπατίστας είχαν ήδη ανακοινώσει την απόφασή τους να επιστρέψουν στην επαρχία Τσιάπας. Θεώρησαν ότι οι πολιτικοί δεν δέχονταν τον διάλογο. Μπροστά στον κίνδυνο του «ναυαγίου» των συνομιλιών ο μεξικανός πρόεδρος Βινσέντε Φοξ διέταξε την άρση της επιφυλακής των στρατιωτών που βρίσκονται στην περιοχή των Ινδιάνων και ανακοίνωσε την πρόθεσή του να απελευθερώσει τους υπόλοιπους ιθαγενείς που βρίσκονται ακόμη στη φυλακή. Τελείωνε το δεύτερο δεκαήμερο του Μαρτίου και, ήδη, ο τρόμος που αρχικά προκάλεσε η είσοδος των Ζαπατίστας στην Πόλη του Μεξικού είχε υποχωρήσει. Η κοινή γνώμη μάλιστα εμφανιζόταν ενοχλημένη με την ισχυρή πιθανότητα ο Μάρκος και οι Ζαπατίστας να επιστρέψουν στη γη τους με άδεια χέρια, χωρίς να έχουν επιτύχει κανένα αποτέλεσμα. Μέσω κοινών φίλων ο «υποδιοικητής» Μάρκος συμφώνησε να μιλήσει με τους δημοσιογράφους του περιοδικού «Cambio». Το ραντεβού προσδιορίστηκε για τις 9.30 μιας βραδιάς της προπερασμένης εβδομάδας. Η κυρία είσοδος της Σχολής Ανθρωπολογίας προστατεύεται από αστυνομικούς. Μια ομάδα φοιτητών που είναι σε θέση επιφυλακής 24 ώρες το 24ωρο φρουρεί τις αίθουσες διδασκαλίας όπου βρίσκονται οι Ζαπατίστας. Αφού διασχίσαμε τα δύο «δαχτυλίδια» ασφαλείας φθάσαμε στο μέρος της συνάντησης όπου δεν υπήρχαν παρά ένα τραπέζι και τρεις καρέκλες. Πέντε λεπτά αργότερα μπήκε στο δωμάτιο ο Μάρκος και μίλησε μαζί μας.





­ Επτά χρόνια αφότου ο Αντάρτικος Στρατός της Εθνικής Απελευθέρωσης (EZLN) είχε ανακοινώσει ότι κάποια ημέρα οι αντάρτες θα έμπαιναν θριαμβευτές στην Πόλη του Μεξικού,
φθάνετε στην πρωτεύουσα και αντικρίζετε κατάμεστο το κέντρο της πόλης. Τι αισθανθήκατε μπροστά σε αυτή την εικόνα, όταν ανεβήκατε στην εξέδρα;


«Ακολουθώντας την παράδοση των Ζαπατίστας στον αντιπερισπασμό, το χειρότερο μέρος για να δεις μια διαδήλωση στην κεντρική πλατεία είναι η κορυφή της εξέδρας. Είχε πολύ ήλιο, πολύ καπνό, είχαμε πονοκέφαλο και ήμασταν πολύ απασχολημένοι να μετρούμε τα άτομα που λιποθυμούσαν μπροστά μας. Προσωπικά, σχολίασα στον σύντροφό μου, τον «διοικητή» Τάτσο, ότι έπρεπε να βιαστούμε, γιατί όταν θα ξεκινούσαμε να μιλήσουμε δεν θα είχε απομείνει κανένας στην πλατεία. Δεν έφθανε το μάτι να δεις πού τελείωνε αυτή η λαοθάλασσα. Εξάλλου η απόσταση που διατηρούσαμε, για λόγους ασφαλείας, από τον κόσμο ήταν αρκετά μεγάλη και δεν είχαμε καταλάβει αυτό που συνέβαινε ώσπου να διαβάσουμε τις εφημερίδες και να δούμε τις φωτογραφίες, την επόμενη ημέρα. Με αυτή την έννοια και εκτιμώντας τις μαρτυρίες για τον όγκο της συγκέντρωσης, ναι, πιστεύουμε ότι ήταν το μεσουράνημα μιας διαδρομής, ότι η ομιλία μας εκείνη την ημέρα ήταν η σωστή, ότι αναστατώσαμε θετικά όλους όσοι είχαν πιστέψει πως βρισκόμασταν εκεί για να πάρουμε την εξουσία ή για να προκαλέσουμε μια γενικευμένη εξέγερση. Αναστατώσαμε όμως εξίσου και εκείνους που είχαν πιστέψει ότι ο λόγος μας θα περιοριζόταν σε ποιητικού ή λυρικού, συγκινητικού χαρακτήρα τόνους. Πιστεύω ότι ο λόγος μας ισορροπούσε πάνω στην αλήθεια του και ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ο Αντάρτικος Στρατός της Εθνικής Απελευθέρωσης (EZLN) μιλούσε στην κεντρική πλατεία της Πόλης του Μεξικού, στις 11 Μαρτίου, όχι για το 2001, αλλά για κάτι που όπου να είναι θα γίνει: κυριαρχούσε η αίσθηση ότι η τελειωτική ήττα του ρατσισμού μετατρέπεται σε πολιτική του κράτους, σε πολιτική για την εκπαίδευση, σε ένα αίσθημα που στο μέλλον θα συνέχει όλη τη μεξικανική κοινωνία. Αυτό είναι ήδη ξεκαθαρισμένο, λείπει όμως ακόμη κάποιο κομμάτι. Οπως λέμε εμείς οι στρατιωτικοί, η μάχη έχει κερδηθεί αλλά υπάρχουν ακόμη μερικοί αγώνες για να δώσουμε. Πιστεύω, τέλος, ότι η κεντρική πλατεία της Πόλης του Μεξικού στις 11 Μαρτίου μάς έλεγε πως είχαμε πετύχει τον στόχο όταν αποφασίσαμε να αφήσουμε τα όπλα σε μια γωνία, πως δεν ήταν ο ένοπλος αγώνας που προκάλεσε το ενδιαφέρον της κοινωνίας για τις πολιτικές προτάσεις μας, πως το στοίχημα για μια ειρηνική κινητοποίηση ήταν σωστό και έδινε αποτελέσματα. Χρειάζεται να το καταλάβει το μεξικανικό κράτος, χρειάζεται συγκεκριμένα να το καταλάβει η ίδια η κυβέρνηση».


­ Χρησιμοποιήσατε την έκφραση «όπως λέμε εμείς οι στρατιωτικοί». Κρίνοντας από τους Κολομβιανούς που έχουμε ακούσει στον δικό μας ανταρτοπόλεμο, ο δικός σας λόγος δεν μοιάζει με στρατιωτικό. Πόσους στρατιωτικούς έχετε εσείς και το κίνημά σας και πώς περιγράφετε τον πόλεμο στον οποίο έχετε αγωνιστεί;


«Εμείς δημιουργηθήκαμε μέσα σε έναν στρατό, τον στρατό της Εθνικής Απελευθέρωσης των Ζαπατίστας. Η δομή του είναι στρατιωτική. Ο «υποδιοικητής» Μάρκος είναι ο στρατιωτικός διοικητής του στρατού. Σε κάθε περίπτωση ο δικός μας στρατός είναι ένας διαφορετικός στρατός, γιατί εκείνο που προτείνει είναι να σταματήσει να είναι στρατός. Ο στρατιώτης είναι ένα ανόητο πρόσωπο που χρειάζεται να καταφύγει στα όπλα για να μπορέσει να πείσει τον άλλον ότι λέει το σωστό, που πρέπει να ενεργεί με στρατιωτικές μεθόδους· κατά αυτή την έννοια το κίνημα δεν έχει μέλλον ούτε το μέλλον του είναι στρατιωτικό. Αν ο Αντάρτικος Στρατός της Εθνικής Απελευθέρωσης (EZLN) διαιωνίζεται ως ένοπλη, στρατιωτική δομή οδεύει προς την αποτυχία. Στην αποτυχία, με την έννοια της επιλογής ιδεών, της θέσης απέναντι στον κόσμο. Και το χειρότερο που θα μπορούσε να συμβεί εκτός από αυτό, θα ήταν να έφθανε στην εξουσία και να εγκαθιδρυόταν ως επαναστατικός στρατός. Για εμάς θα ήταν αποτυχία. Αυτό που θα ήταν επιτυχία για μια πολιτικοστρατιωτική οργάνωση των δεκαετιών του ’60 και του ’70, που είχε αναδυθεί με τα κινήματα της εθνικής απελευθέρωσης, για εμάς θα ήταν αποτυχία. Εμείς έχουμε δει ότι τελικά αυτές οι νίκες ήταν αποτυχίες και ήττες κρυμμένες πίσω από την ίδια τους τη μάσκα. Και ότι αυτό που ήταν πάντοτε εκκρεμές ήταν ο τόπος του πλήθους, της πολιτειακής κατάστασης, του λαού. Τελικά πρόκειται για μια διαμάχη ανάμεσα σε δύο ηγεμονίες. Η μία είναι εξουσία-δυνάστης που αποφασίζει αφ’ υψηλού για την κοινωνία· η άλλη απαρτίζεται από μια ομάδα οραματιστών που αποφασίζει να οδηγήσει τη χώρα στη σωστή κατεύθυνση ώσπου, υποκαθιστώντας εκείνη την άλλη ομάδα εξουσίας, παίρνει την εξουσία και επίσης αποφασίζει αφ’ υψηλού για την κοινωνία. Για εμάς αυτός είναι ένας αγώνας ηγεμονιών ­ και πάντοτε υπάρχει μία καλή και μία κακή. Αλλά για την υπόλοιπη κοινωνία τα πράγματα δεν αλλάζουν στα θεμελιώδη. Ο Αντάρτικος Στρατός της Εθνικής Απελευθέρωσης (EZLN) έρχεται σε μια στιγμή που αναμορφώνονται οι όροι του τι είναι «ζαπατισμός». Για εμάς όχι μόνο δεν είναι βάρος να κινηθούμε στο εξής χωρίς όπλα αλλά κατά έναν τρόπο είναι ανακουφιστικό. Ως αποτέλεσμα, το φορτίο ζυγίζει λιγότερο από πριν. Πιστεύουμε ότι ζυγίζει λιγότερο η ατομική στρατιωτική περιουσία που απαραιτήτως έχει μαζί της μια ένοπλη στρατιωτική ομάδα την ώρα του διαλόγου με τον κόσμο. Δεν μπορεί να αναπαραχθεί ο κόσμος ούτε η κοινωνία ούτε τα εθνικά κράτη που τώρα έχουν καταστραφεί πάνω σε μια διαμάχη για το ποιος θα επιβάλλει την ηγεμονία του στην κοινωνία. Ο κόσμος και συγκεκριμένα η μεξικανική κοινωνία αποτελείται από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα και η νέα σχέση πρέπει να προκύψει από τη σύγκλιση αυτών των διαφορετικών στρωμάτων, με ουσιαστικές, βασικές αρχές την ανοχή και τον σεβασμό, αιτήματα που δεν εμφανίζονται σε κανένα σημείο του λόγου των πολιτικοστρατιωτικών οργανώσεων των δεκαετιών του ’60 και του ’70. Η πραγματικότητα έφθασε για να το ξεκαθαρίσει, όπως γίνεται πάντοτε. Και για τις ένοπλες κινητοποιήσεις της εθνικής απελευθέρωσης, το κόστος του τιμολογίου ήταν πολύ υψηλό».


­ Εμφανίζεσθε να έχετε διαφορές με την παραδοσιακή Αριστερά και ως προς τα τμήματα της κοινωνίας τα οποία αντιπροσωπεύουν οι ιδιαίτερες κοινωνικές ομάδες. Είναι πράγματι έτσι;


«Θα υπογραμμίσω σε γενικές γραμμές δύο κενά της επαναστατικής, λατινοαμερικανικής Αριστεράς. Ενα από αυτά είναι τα ινδιάνικα χωριά, στη ζωή και στις δραστηριότητες των οποίων συμμετέχουμε, και το άλλο είναι οι υποτιθέμενες μειοψηφικές ομάδες. Μολονότι, αν όλοι βγάζαμε τον σκούφο που καλύπτει τα αφτιά και τον τράχηλο, δεν θα ήταν και τόσο μειοψηφικές ομάδες, όπως οι ομοφυλόφιλοι, οι λεσβίες και οι τρανσέξουαλ. Αυτά τα κενά δεν είναι μόνο ολοφάνερα στις θέσεις της λατινοαμερικανικής Αριστεράς των δεκαετιών του ’60 και του ’70, συνεχίζουν να υπάρχουν και σήμερα. Αξίζει επίσης να δούμε ότι και σήμερα προτείνεται το θεωρητικό πλαίσιο αυτού που εκείνα τα χρόνια πρέσβευε ο μαρξισμός-λενινισμός, να τους καταστήσουμε περιττούς και να τους δούμε ως τμήμα μιας διαδικασίας που πρέπει να εξαρθρωθεί. Ο ομοφυλόφιλος, για παράδειγμα, θεωρείται ύποπτος για προδότης, είναι ένα επιζήμιο στοιχείο για το κίνημα και για το σοσιαλιστικό κράτος. Και ο Ινδιάνος είναι ένα στοιχείο αναχαίτισης που παρεμποδίζει τις παραγωγικές ομάδες κτλ. Ετσι εκείνο που μας μένει είναι να εξαλείψουμε αυτές τις κοινωνικές ομάδες, να τις εντάξουμε σύμφωνα με την άποψη μερικών σε κέντρα απομόνωσης ή επανεκπαίδευσης ενώ, σύμφωνα με άλλους, προέχει η απορρόφησή τους στην παραγωγική διαδικασία και η μεταμόρφωσή τους σε εργατικά, ειδικευμένα χέρια. Σε προλετάριους, για να το θέσω με αυτούς τους όρους».


­ Οι αντάρτες συνηθίζουν να μιλάνε στο όνομα των περισσοτέρων. Προκαλεί έκπληξη το ότι αναφέρεσθε πάντα υπέρ των μειονοτήτων, ενώ θα μπορούσατε να μιλάτε υπέρ του φτωχού ή του εκμεταλλευομένου λαού. Γιατί το κάνετε αυτό;


«Ολες οι πρωτοπορίες υποθέτουν ότι εκπροσωπούν την πλειοψηφία. Από τη δική μας πλευρά, πιστεύουμε ότι αυτό όχι μόνο είναι λανθασμένο αλλά και ότι στην καλύτερη περίπτωση δεν είναι παρά ένας διακαής πόθος ­ στη χειρότερη περίπτωση όμως είναι καθαρή άσκηση παραγκωνισμού. Τη στιγμή που μπαίνουν στο παιχνίδι οι κοινωνικές ομάδες γίνεται αντιληπτό ότι η πρωτοπορία δεν είναι και τόσο πολύ πρωτοπορία, αποδεικνύεται επίσης πως οι εκπρόσωποι δεν την αναγνωρίζουν. Την στιγμή που ο Αντάρτικος Στρατός της Εθνικής Απελευθέρωσης (EZLN) αρνείται να συμπεριφερθεί ως τέτοιου είδους πρωτοπορία, αναγνωρίζεται ο πραγματικός ορίζοντας του αγώνα του, τα πραγματικά όριά του. Το να πιστεύουμε ότι μπορούμε να το κάνουμε αυτό, ότι μπορούμε δηλαδή να μιλάμε για τους άλλους που βρίσκονται πέρα από εμάς τους ίδιους είναι πολιτικός αυνανισμός. Και σε μερικές περιπτώσεις δεν είναι ούτε αυτό, γιατί δεν γίνεται καν αισθητή η ευχαρίστηση από τον αυνανισμό. Προσπαθούμε να είμαστε τίμιοι με τον εαυτό μας, και θα μπορούσε κάποιος να πει ότι είναι μια άσκηση ευγένειας. Οχι. Μπορούμε να είμαστε επιπροσθέτως κυνικοί και να πούμε ότι το να είμαστε τίμιοι μας έδωσε ένα αποτέλεσμα όταν λέμε πως εκπροσωπούμε μόνο τις ινδιάνικες κοινότητες των Ζαπατίστας σε μια ζώνη του Νοτιοανατολικού Μεξικού. Αλλά ο λόγος μας έχει φτάσει στα αφτιά πολύ περισσότερων ανθρώπων. Ισαμε εκεί φθάνουμε. Οχι παραπέρα. Στη διάρκεια αυτού του πρωινού, το είπαμε κατ’ επανάληψιν στον κόσμο, το λέγαμε όμως και στον ίδιο τον εαυτό μας, ότι ούτε μπορούσαμε ούτε έπρεπε να ξεκινήσουμε να ηγούμαστε ούτε να περιγράφουμε τους μελλοντικούς αγώνες που ενδεχομένως θα κάνουμε. Εμείς υποθέταμε ότι κάτω από την επιφάνεια του Μεξικού υπήρχαν πολλές αδικίες, πολλές διεκδικήσεις, πολλά τραύματα… Στο μυαλό μας είχαμε την εικόνα ότι όταν θα ξεκινούσε η πορεία μας εμείς έπρεπε με ένα αλέτρι να «ξυπνήσουμε» τη γη ­ να αναδυθεί ό,τι ήταν κάτω από την επιφάνεια. Επρεπε να είμαστε τίμιοι και να πούμε στον κόσμο ότι δεν προασπιζόμαστε κάτι τέτοιο. Ερχόμασταν να ηγηθούμε της δικής μας, της συγκεκριμένης διεκδίκησης ­ με βάση αυτή θα μπορούσαν να αρχίσουν και άλλοι να διεκδικούν… Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία».


­ Εσείς και οι Ζαπατίστας αυτό το διάστημα είσθε στο αποκορύφωμα της αίγλης σας. Μόλις ανατράπηκε το PRI (Επαναστατικό Αναθεωρητικό Κόμμα, το κόμμα-καθεστώς, που κυβερνούσε τη χώρα πάνω από 70 χρόνια), υπάρχει ένα νομοσχέδιο στο Κογκρέσο που δημιουργεί μια ινδιάνικη νομοθετική πράξη και μπορεί να είναι η απαρχή της διαπραγμάτευσης που εσείς προτείνατε. Σε γενικές γραμμές, τι λέτε για όλα αυτά;


«Μας έρχεται στο μυαλό μια εικόνα: από τη μια είναι ένα ρολόι που ελέγχει το ωράριο της εισόδου των υπαλλήλων μιας εταιρείας, πρόκειται για το ρολόι του Φοξ, και από την άλλη είναι το δικό μας, ένα ρολόι αρένας. Η διαφωνία βρίσκεται στο να προσαρμοσθούμε εμείς σε αυτό το ρολόι του ελέγχου και ο Φοξ να προσαρμοσθεί στο ρολόι της αρένας. Δεν θα γίνει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Πρέπει να καταλάβουμε, εκείνος και εμείς, ότι πρέπει να δημιουργήσουμε ένα άλλο ρολόι με κοινά αποδεκτό μηχανισμό λειτουργίας και χρήσης και ότι αυτό θα είναι το ρολόι που θα σημαδέψει τη διαδικασία του διαλόγου και, στο τέλος, της ειρήνης. Βρισκόμαστε εκτός έδρας, στην έδρα της πολιτικής εξουσίας. Η οργάνωσή μας δεν είναι ιδιαίτερα ισχυρή τη στιγμή που κάνουμε πολιτική, τουλάχιστον αυτή την πολιτική. Είμαστε αδέξιοι, τραυλίζουμε, αλλά έχουμε καλή θέληση. Από την άλλη πλευρά βρίσκονται εκείνοι που χειρίζονται πολύ καλά τις πληροφορίες. Για ακόμη μία φορά η διαφωνία έγκειται στο αν η πολιτική ασχολία θα είναι αυτό που υπαγορεύει η πολιτική τάξη της χώρας ή αυτό που φέρνουμε εμείς. Πιστεύω και πάλι ότι δεν θα είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Οταν κάναμε τον πόλεμο έπρεπε να αψηφήσουμε την κυβέρνηση. Και τώρα, για να δημιουργήσουμε την ειρήνη, πρέπει να αψηφήσουμε όχι μόνο την κυβέρνηση αλλά και όλο το μεξικανικό κράτος. Δεν υπάρχει έτοιμο ένα τραπέζι για να καθήσουμε να συζητήσουμε με την κυβέρνηση. Πρέπει να το δημιουργήσουμε εμείς. Η πρόκληση είναι ότι πρέπει να πείσουμε την κυβέρνηση πως πρέπει να δημιουργήσουμε αυτό το τραπέζι, στο οποίο πρέπει και εκείνη να καθήσει ­ και τότε θα είναι ο νικητής. Και ότι, εφόσον δεν το κάνει, εκείνη θα χάσει».


­ Ποιοι πρέπει να καθήσουν σε αυτό το τραπέζι;


«Από τη μια πλευρά η κυβέρνηση και από την άλλη εμείς».


­ Σε αυτή την τόσο μακροχρόνια διαδικασία θα συνεχίσετε έτσι, ντυμένος αντάρτικα σε έναν πανεπιστημιακό περίβολο;


«Ξυπνάω, δίνω συνεντεύξεις και φτάνει και η ώρα να κοιμηθώ. (γέλια) Κάνουμε συζήτηση με αρκετές από αυτές τις ομάδες τις οποίες ανέφερα. Ενα βουνό από κόσμους ή υπόκοσμους ­ εξαρτάται από το πώς γίνονται αντιληπτοί και πώς περιθωριοποιούνται ­ που ο λόγος των Ζαπατίστας έχει δεχθεί. Αυτό που κάνουμε είναι ότι έχουμε δύο τραπέζια και μια από εκείνες τις περιστρεφόμενες καρέκλες με τις ροδέλες που υπήρχαν όταν εγώ ήμουνα νέος. Βρισκόμαστε σε αυτό το σημείο, στο ένα τραπέζι με το κοινοβούλιο της Ομοσπονδίας του Μεξικού και στο άλλο με τις κοινότητες από την Πόλη του Μεξικού. Αλλά μας ανησυχεί ότι το Κοινοβούλιο μας μεταχειρίστηκε με τον ίδιο τρόπο που μεταχειρίζεται οποιονδήποτε ζητεί να του δώσουν σημασία: μας είπαν να περιμένουμε επειδή ασχολούνται με άλλες υποθέσεις. Αν είναι πράγματι έτσι τα πράγματα, τότε είναι πολλά εκείνα που πληγώνουν, γιατί δεν τίθεται επί τάπητος μόνο η αναγνώριση των δικαιωμάτων των Ινδιάνων. Η κατάληξη θα είναι άσχημη επειδή οι τραυματισμένοι θα είναι πολλοί. Ο λαός δεν θα δεχθεί να τον προσέχουν μόνο την ημέρα των εκλογών. Επιπλέον θα είναι ένα σημάδι για τις υπόλοιπες, πιο αδιάλλακτες πολιτικοστρατιωτικές ομάδες που ανατράφηκαν με τη νοοτροπία να μη βλέπουν με καλό μάτι κάθε πολιτική διαπραγμάτευση».


­ Ας ανοίξουμε μια μικρή παρένθεση: Λέτε ότι όταν ήσασταν μικρός υπήρχαν περιστρεφόμενες καρέκλες. Πόσων ετών είσθε;


«Είμαι 518 ετών». (γέλια)


­ Ο ρουχισμός σας είναι παράξενος: Ενα φθαρμένο μαντίλι δεμένο στον λαιμό και ένας παλιοσκούφος. Καμιά φορά παίρνετε έναν φακό, ο οποίος εδώ δεν χρειάζεται, ένα επικοινωνιακό εργαλείο που φαίνεται πολύ εξεζητημένο, και έχετε από ένα ρολόι σε κάθε καρπό του χεριού. Είναι σύμβολα; Τι σημαίνουν όλα αυτά;


«Ο φακός είναι γιατί μας έχουν βάλει σε ένα φρεάτιο όπου δεν υπάρχει φως και το ραδιόφωνο χρειάζεται ώστε οι σύμβουλοί μου των δημοσίων σχέσεων να μου υπαγορεύουν τις απαντήσεις στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων. Οχι. Στην πραγματικότητα αυτό είναι ένα γουόκι τόκι με το οποίο επικοινωνείς με ασφάλεια με τους ανθρώπους μας στη ζούγκλα και για να επικοινωνούν και εκείνοι μαζί μας όταν υπάρχει κάποιο πρόβλημα. Εχουμε δεχθεί πολλές απειλές θανάτου. Το μαντίλι ήταν κόκκινο και καινούργιο όταν πήραμε το San Cristobal και τα Σπίτια (Casas) πριν από επτά χρόνια. Και ο σκούφος είναι εκείνος που φορούσα όταν πριν από 18 χρόνια έφθασα στο δάσος Λακαντόνα. Με το ένα ρολόι έφθασα σε αυτή τη ζούγκλα και το άλλο είναι από την ημέρα που έπαυσαν τα πυρά. Οταν οι δύο ώρες συμπέσουν θα σημάνει ότι τελείωσαν οι Ζαπατίστας ως στρατός και ότι ακολουθούν άλλη εποχή, άλλο ρολόι και άλλος χρόνος».


­ Ανάμεσα σε όλες αυτές τις διηγήσεις έχετε ακόμη χρόνο να διαβάζετε;


«Ναι, γιατί αν όχι… Τι θα απογίνουμε; Οι στρατοί του παρελθόντος εκμεταλλευόταν τον χρόνο τους για να καθαρίσουν τα όπλα τους και να ξαναδημιουργήσουν τη στρατιωτική αποθήκη. Σε αυτή την περίπτωση, καθώς τα όπλα μας είναι ο λόγος μας, πρέπει να είμαστε εν αναμονή ρύθμισης του οπλοστασίου μας κάθε στιγμή».


­ Ολα αυτά που λέτε, ο τρόπος με τον οποίο τα λέτε και το περιεχόμενό τους καταδεικνύουν μια λογοτεχνική εκπαίδευση πολύ παλιά και αξιόπιστη. Πώς το κάνατε αυτό και από πού προέρχεται;


«Εχει να κάνει με ό,τι εκπροσωπούσε την παιδική ηλικία μας. Στη δική μας οικογένεια ο λόγος είχε πολύ ξεχωριστή αξία. Μέσω της γλώσσας γινόταν κατανοητός ο κόσμος. Δεν μάθαμε να διαβάζουμε στο σχολείο αλλά διαβάζοντας εφημερίδες. Η μητέρα και ο πατέρας μάς έβαλαν σύντομα να διαβάζουμε βιβλία που σου επέτρεπαν να κατανοήσεις και άλλα πράγματα. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αποκτήσαμε τη συνείδηση της γλώσσας ως τρόπο όχι για να επικοινωνήσουμε αλλά για να δημιουργήσουμε κάτι… Σαν να ήταν ευχαρίστηση περισσότερο παρά χρέος. Οταν όμως έρχεται η φάση της απομόνωσης, έχοντας δίπλα μεσοαστούς διανοουμένους, ο λόγος δεν έχει τη μεγαλύτερη αξία. Υποβιβάζεται στη δεύτερη θέση. Είναι τότε που φθάνουμε στις ινδιάνικες κοινότητες, όπου η γλώσσα γίνεται καταπέλτης. Αντιλαμβάνεσαι ότι δεν έχεις λόγια για να εκφράσεις πολλά πράγματα και αυτό σε εξαναγκάζει να εργασθείς πάνω στη γλώσσα. Να επιστρέψεις ξανά και ξανά στις λέξεις για να τις οπλίσεις και να τις αφοπλίσεις».


­ Μπορούμε να μιλήσουμε γι’ αυτή την οικογένεια;


«Ο πατέρας ήταν ο αρχηγός της οικογένειας, ήταν δάσκαλος του αγροτικού σχολείου την εποχή των ανθρακωρυχείων. Η μητέρα μου επίσης δασκάλα των αγροτών. Τελικά άλλαξε η κοινωνική θέση της και έγινε μια οικογένεια της μεσαίας τάξης. Και όλα αυτά στην επαρχία, όπου ο πνευματικός ορίζοντας είναι η σελίδα των κοσμικών ειδήσεων σε μια εφημερίδα. Ο έξω κόσμος ή ο μεγάλος κόσμος ήταν η Πόλη του Μεξικού ­ και τα βιβλιοπωλεία ήταν το μόνο κίνητρο για να φθάσεις εδώ. Πιθανόν αν υπήρχαν εκθέσεις βιβλίου στην επαρχία να είχαμε καταφέρει να πετύχουμε κάτι. Ο Γκαρσία Μάρκες, ο Φουέντες, ο Βάργκας Γιόσα (ανεξαρτήτως του πώς σκέφτεται), για να αναφέρουμε μερικά μεγάλα στολίδια, μπήκαν στη ζωή μου μέσω των γονιών μου. Μας έβαλαν να διαβάσουμε. Τα «Εκατό χρόνια μοναξιά» ήταν η εξήγηση για ό,τι ήταν η επαρχία εκείνα τα χρόνια. «Ο θάνατος του Αρτέμιο Κρους» μας εξήγησε αυτό που συνέβη με την επανάσταση. «Η πόλη και τα σκυλιά» ήταν κατά κάποιον τρόπο το γυμνό πορτρέτο μας. Ολα αυτά τα πράγματα ήταν εκεί. Εμφανιζόμασταν στον κόσμο με τον ίδιον τρόπο που εμφανιζόμασταν στη λογοτεχνία. Πιστεύω ότι η λογοτεχνία μάς σημάδεψε. Στις συνήθεις καταστάσεις, βλέπετε, απορροφούμε τον κόσμο μέσω ενός δικτύου πληροφοριών, όχι μέσω ενός μυθιστορήματος, ενός δοκιμίου ή ενός ποιήματος. Η λογοτεχνία μάς έκανε πολύ διαφορετικούς. Αυτός ήταν ο κρύσταλλος που οι γονείς μου τοποθέτησαν, όπως κάποιος άλλος μπορεί να βάλει τον κρύσταλλο των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας ή έναν μαύρο κρύσταλλο για να μη βλέπει τι συμβαίνει γύρω του».


­ Πού βρίσκεται ο «Δον Κιχώτης» μέσα σε όλα αυτά τα αναγνώσματα;


«Μου δώρισαν ένα βιβλίο, όμορφο με σκληρό εξώφυλλο, όταν ήμουνα 12 ετών. Λεγόταν «Ο Δον Κιχώτης από τη Μάντσα». Το διάβασα αλλά σε αυτές τις νεανικές εκδόσεις. Ηταν ένα βιβλίο ακριβό, ένα πολύ σημαντικό δώρο. Ο Σαίξπηρ έρχεται αργότερα. Αλλά αν μπορούσα να δώσω τη σειρά, θα έλεγα ότι, μιλώντας για λογοτεχνία, πρώτα μπαίνει στη ζωή μου αυτό που ονομάστηκε λατινοαμερικανική έκρηξη. Μετά ο Θερβάντες, μετά ο Γκαρθία Λόρκα ­ και εκεί αρχίζει η εποχή της ποίησης. Και εσείς λοιπόν (σ.σ.: δείχνει τον Μάρκες) είστε συνυπεύθυνος σε όλο αυτό».


­ Οι υπαρξιστές και ο Σαρτρ πέρασαν από εκεί;


«Οχι. Ηρθαμε αργά σε όλα αυτά. Πιο σωστά στη λογοτεχνία των υπαρξιστών και πριν από αυτή στην επαναστατική λογοτεχνία φθάνουμε ήδη πολύ… διεφθαρμένοι».


­ Δεν υπήρξαν στη ζωή σας αναγνώσματα πολιτικού περιεχομένου;


«Στην πρώτη φάση της ζωής μου όχι. Από την αλφαβήτα περάσαμε στη λογοτεχνία και από εκεί στα θεωρητικά και στα πολιτικά κείμενα, ώσπου μπαίνει κάποιος στα προπαρασκευαστικά».


­ Οι συνάδελφοί σας πίστευαν ότι ήσασταν ή ότι θα μπορούσατε να γίνετε κομμουνιστής;


«Οχι, πιστεύω ότι όχι».


­ Τι διαβάζετε τώρα;


«Ο «Δον Κιχώτης» είναι στο μυαλό μου και συχνά χρησιμοποιώ το «Romancero gitano» του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Ο «Δον Κιχώτης» είναι το καλύτερο βιβλίο πολιτικής θεωρίας, ακολουθούμενο από τον «Αμλετ» και τον «Μάκβεθ». Δεν υπάρχει καλύτερη φόρμα για να κατανοήσεις το μεξικανικό πολιτικό σύστημα στον τραγικό ρόλο και στον κωμικό ρόλο του. «Αμλετ», «Μάκβεθ», «Δον Κιχώτης». Ακόμη καλύτερα από οποιαδήποτε πολιτική ανάλυση».


­ Γράφετε στο χέρι ή σε υπολογιστή;


«Σε υπολογιστή. Μόνο σε αυτή την πορεία χρειάστηκε να γράψω πολύ στο χέρι, γιατί δεν υπήρχε χρόνος για να εργασθώ. Κάνω ένα πρόχειρο γραπτό, στη συνέχεια άλλο και άλλο και άλλο. Φαίνεται αστείο αλλά αυτό που βγαίνει τελικά είναι το έβδομο και πάνω».


­ Εφόσον όλος ο κόσμος γνωρίζει ποιος είσθε, τι εξυπηρετεί ο σκούφος που καλύπτει τα αφτιά και τον τράχηλο;


«Κατάλοιπο φιλαρέσκειας. Δεν γνωρίζουν ποιος είμαι αλλά και δεν τους ενδιαφέρει. Το θέμα που τίθεται εδώ είναι τι τελικά ενστερνιζόμαστε, όχι τι ήταν ο «υποδιοικητής» Μάρκος».


Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Πόλη του Μεξικού, Μάρτιος 2001


© Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες/«Cambio». Απαγορεύεται η αναδημοσίευση και η αναπαραγωγή χωρίς προηγούμενη άδεια του εκδότη.