Ο Μεγάλος Υπονομευτής Ο Τζέιμς Γκράουερχολτς, σύντροφος, φίλος και γραμματέας του Γουίλιαμ Μπάροουζ, μιλάει για τον μεγάλο αμερικανό συγγραφέα, για τη ζωή και για το έργο του



Πόσο συχνά παρουσιάζεται η ευκαιρία να γνωρίσει κανείς από κοντά έναν άνθρωπο που όχι μόνο ήξερε προσωπικά τον Γουίλιαμ Μπάροουζ, αλλά υπήρξε σύντροφος και βοηθός του για μεγάλο χρονικό διάστημα; Το γεγονός, όπως έμαθα αργότερα, ότι είναι και διαχειριστής των πνευματικών δικαιωμάτων των βιβλίων του ήταν το τελευταίο που με ενδιέφερε.


Το ραντεβού με τον Τζέιμς Γκράουερχολτς δόθηκε σε κεντρικό ξενοδοχείο της Αθήνας, κοντά στην πλατεία Μαβίλη. Η εμφάνισή του ομολογώ με ξάφνιασε. Περίμενα ίσως έναν τύπο πιο σκοτεινό, πιο εκκεντρικό, πιο «μπαροουζικό» τέλος πάντων. Αυτός όμως ήταν μάλλον το αντίθετο: γύρω στα 45, πανύψηλος, λίγο άγαρμπος, με ξανθά μαλλιά και μάτια που θύμιζαν κουμπότρυπες πίσω από τους φακούς ­ θα μπορούσε να είναι ένας τυχαίος αμερικανός τουρίστας. Η συζήτησή μας βέβαια απέδειξε ότι κάθε άλλο παρά τυχαίος είναι.


Μαζί του ήταν ένας άλλος άνδρας, βρετανικής καταγωγής, ο οποίος, απ’ ό,τι μου εξήγησαν, κάνει μια έρευνα σχετικά με τον Μπάροουζ και την ψυχανάλυση. Ο Τζέιμς και ο Πίτερ ταξιδεύουν μαζί συλλέγοντας στοιχεία για τη ζωή του Μπάροουζ, ο καθένας για διαφορετικούς λόγους.


ΤΖΕΪΜΣ: «Γράφω μια βιογραφία του Μπάροουζ. Τον γνώρισα όταν ήμουν 21 χρόνων. Ημασταν μαζί ως το τέλος της ζωής του και τώρα η κληρονομιά του είναι ευθύνη μου. Ολοι έχουν κάποια αποστολή, και αυτή είναι η δική μου. Και δεν θέλω να βασιστώ μόνο στις μνήμες μου, αλλά θέλω να κάνω εκτεταμένη έρευνα από τα πρώτα χρόνια ως τα τελευταία. Το ταξίδι μου με τον Πίτερ είναι μια αναπαραγωγή του ταξιδιού που έκανε ο Μπάροουζ μαζί με έναν φίλο του στην Ευρώπη, όταν αποφοίτησε από το Χάρβαρντ το 1936. Ο Πίτερ και εγώ ακολουθήσαμε την ίδια ακριβώς διαδρομή: Βοστώνη – Παρίσι – Ντουμπρόβνικ – Βιέννη – Πράγα – Αλβανία – Αθήνα. Για να φανταστείτε διασχίσαμε τον ωκεανό με υπερωκεάνιο, το «Βασίλισσα Ελισάβετ Β'»».


ΠΙΤΕΡ: «Στο πλοίο συναντήσαμε δύο performance artists. Η τέχνη τους είναι το ταξίδι στον χρόνο: ζουν σαν να ήταν 80 ή 100 χρόνια πίσω. Ντύνονται όπως τότε, έχουν μαζί τους ένα γραμμόφωνο, παίζουν μουσική, όλα απαράλλαχτα. Κατά κάποιον τρόπο και εμείς κάνουμε το ίδιο πράγμα. Δεν έχεις άλλη επιλογή αν ασχολείσαι με την ιστορία ή τη βιογραφία ­ πρέπει να αποκτήσεις μια αίσθηση του χωροχρονικού περίγυρου».


­ Πράγμα που είναι επίσης ενδιαφέρον στο πλαίσιο του έργου του Μπάροουζ, που είχε ψύχωση με το ταξίδι στον χρόνο.


ΤΖΕΪΜΣ: «Σκόπευα να πάω στις Σπέτσες, το νησί που επισκέφθηκε ο Μπάροουζ τη δεύτερη φορά που ήρθε στην Ελλάδα, το ’73, για να δει τον φίλο του Αλαν Ανσεν (η πρώτη φορά ήταν τον Αύγουστο του 1937, όταν ήρθε στην Ελλάδα για να παντρευτεί τη γερμανοεβραία φίλη του Ιλσα Κλάπερ, που ήθελε απεγνωσμένα να φύγει από τη χώρα της). Μαζί με τον τότε εραστή του, τον Τζον Γκρέιντι, πήγαν στις Σπέτσες. Την επόμενη φορά που θα έρθω στην Ελλάδα σχεδιάζω να πάω και εγώ».


­ Ας μιλήσουμε λίγο για την περσόνα Μπάροουζ. Νομίζω, και πείτε μου αν διαφωνείτε, ότι ο κόσμος γνωρίζει τον Μπάροουζ τοξικομανή, τον Μπάροουζ που πυροβόλησε τη γυναίκα του, τον Μπάροουζ εκκεντρικό τύπο που ανακατευόταν με κάθε είδους παράνομες δραστηριότητες. Λιγότεροι είναι εκείνοι που διαβάζουν τα βιβλία και κατανοούν τη φιλοσοφία του, που είναι εξαιρετικά σημαντική.


ΤΖΕΪΜΣ: «Η κυριαρχία της εικόνας του αντί του έργου του είναι κάτι που παρατηρούμε από την πρώιμη περίοδο της καριέρας του. Λίγο μετά τη δημοσίευση του «Γυμνού γεύματος» ­ τον Οκτώβριο του ’59, δεν θυμάμαι ακριβώς ­ εμφανίστηκε ένα μεγάλο άρθρο στο περιοδικό «Life» με τίτλο «Η μόνη διαθέσιμη επανάσταση» με φωτογραφίες των Μπάροουζ, Γκίνσμπεργκ, Κέρουακ, Κόρσο καθώς και μια εξωφρενική, σκηνοθετημένη φωτογραφία με «τόξα» προς όλα τα χαρακτηριστικά «σύμβολα» των μπίτνικς: εδώ είναι ο μπερές, εδώ η κιθάρα, εδώ η μαριχουάνα, εδώ οι πίνακες αφηρημένης ζωγραφικής, εδώ οι τζαζ δίσκοι κ.ο.κ. Ηταν φυσικά ένα έντονα αρνητικό άρθρο ­ τι να περιμένει κανείς από το «Life»; Τους αντιμετώπιζε ως αμόρφωτους, βρώμικους τύπους, «επαναστάτες χωρίς αιτία», μιμητές του Μπράντο. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που ο Τύπος ασχολήθηκε μαζί τους. Ο όρος «μπίτνικ» επινοήθηκε από έναν αρθρογράφο, τον Χερμπ Κάιν, που χρησιμοποίησε τη ρωσική κατάληξη «-νικ», όπως «σπούτνικ». Η λέξη «μπιτ» έχει ερμηνευθεί με διάφορους τρόπους. Από την αρχή πάντως πήρε μια αρνητική, υποτιμητική σημασία, έτσι όπως παρουσιαζόταν από τον Τύπο. Στο πεδίο της σοβαρής διανόησης δέχθηκε πολύ πιο ξεκάθαρες επιθέσεις: τα σχόλια των διανοουμένων της εποχής ήταν ως επί το πλείστον τρομερά αρνητικά. Οι μπίτνικς χαρακτηρίστηκαν ψυχοπαθείς, ενάντια σε όλους τους κανόνες της κοινωνίας».


ΠΙΤΕΡ: «Αυτή ήταν η κριτική των μπουρζουά διανοούμενων».


­ Πότε αρχίζει να αλλάζει αυτή η αρνητική αντιμετώπιση;


ΤΖΕΪΜΣ: «Δεν μπορούμε να κάνουμε γενικεύσεις. Την ίδια στιγμή που οι συντάκτες του «Life» ήθελαν να γράψουν ένα κοροϊδευτικό, υποτιμητικό άρθρο για να ικανοποιήσουν τους μικροαστούς αναγνώστες τους, κάποιοι άλλοι άνθρωποι έβρισκαν τους μπίτνικς πολύ ενδιαφέροντες και όλο και περισσότερος κόσμος άρχισε να προσεγγίζει τη δουλειά τους αλλά και τις πηγές τους. Και αυτή είναι μια διαπίστωση που την οφείλουμε στον Πίτερ· ότι δηλαδή οι μπίτνικς είναι κληρονόμοι μιας μακράς, εναλλακτικής, αντεργκράουντ και μποέμ παράδοσης που πάει τουλάχιστον 200 χρόνια πίσω».


­ Εννοώντας…


ΤΖΕΪΜΣ: «Τον Κιτς, τους ρομαντικούς…».


ΠΙΤΕΡ: «Δεν έχει τόσο σημασία να ονομάσουμε συγκεκριμένους συγγραφείς. Σημασία έχει να τονίσουμε ότι ο Μπάροουζ ήταν φορέας πάσης φύσεως εμπειριών που δεν ήταν συνήθεις: βουδισμός, ναρκωτικά, ταντρική γιόγκα, μυστικισμός, ψυχανάλυση, πολιτική σκέψη…».


­ Πότε γνωριστήκατε λοιπόν;


ΤΖΕΪΜΣ: «Το 1974. Ας πάμε όμως λίγο πιο πίσω. Το 1973 ζει ήδη στο Λονδίνο 12-13 χρόνια. Εκείνη την περίοδο οι πωλήσεις των βιβλίων του δεν πάνε καλά. Ολες οι κριτικές λένε περίπου το ίδιο πράγμα: Το νέο βιβλίο του Γουίλιαμ Μπάροουζ θα αγγίξει τους θαυμαστές του, αλλά δεν συγκρίνεται με το αριστούργημά του το «Γυμνό γεύμα». Αυτό είναι φοβερό φορτίο, σαν να έχεις έναν τεράστιο βράχο στη μέση του τούνελ και δεν ξέρεις πώς να τον προσπεράσεις. Ηταν λοιπόν στο Λονδίνο βυθισμένος στην κατάθλιψη, οπότε ο Γκίνσμπεργκ κανόνισε να έρθει να διδάξει ένα εξάμηνο στο City College της Νέας Υόρκης την άνοιξη του ’74. Εγώ τότε έχοντας μόλις τελειώσει το κολέγιο, φαν των μπίτνικς, έγραφα γράμματα στον Γκίνσμπεργκ και στον Μπάροουζ στα οποία λάμβανα απαντήσεις. Το ’74 ξεκινάω για τη Νέα Υόρκη για να παίξω με ένα συγκρότημα που διαλύθηκε προτού καλά καλά φτάσω εκεί και συναντάω τον Γκίνσμπεργκ, που μου λέει: «Κοίτα, ξέρω ότι βασικά σε ενδιαφέρει ο Μπάροουζ. Είσαι πολύ τυχερός, είναι εδώ στη Νέα Υόρκη. Πάρε το τηλέφωνό του, περιμένει να του τηλεφωνήσεις»».


­ Είχατε άγχος;


ΤΖΕΪΜΣ: «Ναι, λίγο. Ημουν όμως μόνο 21 χρόνων και όλος ο κόσμος ήταν στα πόδια μου. Και επιπλέον, χωρίς να θέλω να ακουστώ υπερφίαλος, με το που βρεθήκαμε μαζί ήταν όλα πολύ φυσικά, σαν να τον ήξερα ήδη. Τον ρώτησα «Πού είναι ο Λούσιαν Μακ Κάρθι αυτές τις ημέρες; » και εκείνος απάντησε «Α, είδα τον Λούσιαν χθες το βράδυ» και «μπλα, μπλα, μπλα»».


­ Πόσων χρόνων ήταν τότε ο Μπάροουζ;


ΤΖΕΪΜΣ: «Εξήντα. Μέσα σε διάστημα λίγων εβδομάδων είπε: «Α, χρειάζεσαι κάπου να μείνεις, έλα να μείνεις εδώ». Οπότε έζησα μαζί του ένα-δύο μήνες. Μετά έφυγα, έμεινα μόνος μου και βρήκα τον πρώτο ερωτικό σύντροφό μου ­ της ηλικίας μου εννοώ. Εμεινα όμως κοντά στον Γουίλιαμ και άρχισα να τον βοηθάω όλο και περισσότερο· αργότερα αρχίσαμε τις περιοδείες, αυτά όμως είναι μια εντελώς άλλη περίοδος. Και για να γυρίσουμε στην ερώτησή σας, αυτή ήταν η περίοδος, η δεκαετία του ’70 δηλαδή, όπου ο Μπάροουζ βρήκε αποδοχή τόσο από τη μεριά του κοινού όσο και από τη μεριά των διανοουμένων».


ΠΙΤΕΡ: «Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι από μια άποψη ο Μπάροουζ δεν ήταν απλώς συγγραφέας αλλά performance artist και ολόκληρη η ζωή του είναι μια περφόρμανς από αυτή την άποψη…».


­ Να σας διαβάσω κάτι να μου πείτε πώς σας φαίνεται (ανοίγω την τσάντα μου και βγάζω το βιβλίο του Γιώργου-Ικαρου Μπαμπασάκη «Το ιλιγγιώδες καλειδοσκόπιο», που είχα φέρει μαζί μου για να τους το δείξω). «Αληθεύει ότι ο Μπάροουζ υπήρξε μία από τις προσωπικότητες που επηρέασαν καταλυτικά αυτόν τον αιώνα που δύει, μία από τις προσωπικότητες εκείνες που μίλησαν τη γλώσσα αυτού του αιώνα, που άλλαξαν τον τρόπο σκέψης όσων έζησαν και ζουν σ’ αυτό τον αιώνα, που μετατόπισαν τα σύνορα ανάμεσα στο εφικτό και το ανέφικτο ­ εν τέλει που δημιούργησαν αυτόν τον αιώνα. Αληθεύει ότι ο Μπάροουζ υπήρξε ταξιδευτής, θεωρητικός, άνθρωπος της περιπέτειας, πατριάρχης της γενιάς των μπιτ, αέναος πειραματιστής, συνεχιστής των ιστορικών πρωτοποριών, τυχοδιώκτης, ακούσιος φονιάς της συζύγου του, προφήτης εφιαλτικών δυστοπιών, αλλά και τελάλης ενός ευκταίου μέλλοντος, εικονοκλάστης και εικονοπλάστης, παράνομος, εφευρέτης και προπαγανδιστής νέων τρόπων αντίληψης, φυγάς, ναρκομανής, λόγιος, δολιοφθορέας των βεβαιοτήτων… διαρκώς εξόριστος, ανενδοίαστος λογοκλόπος, εικαστικός καλλιτέχνης, κοσμοναύτης του εσωτερικού διαστήματος».


ΤΖΕΪΜΣ: «Είναι πράγματι ευφυές».


ΠΙΤΕΡ: «Εχω μια ένσταση, αν και ο Τζέιμς είναι σε καλύτερη θέση να το κρίνει, εφόσον εγώ γνώρισα τον Γουίλιαμ μόνο για μερικές ημέρες: ήταν πραγματικά ένας τζέντλεμαν».


ΤΖΕΪΜΣ: «Ναι, συγχρόνως όμως μπορούσε να είναι σκέτο αγρίμι. (γέλια) Σίγουρα πάντως είχε τρόπους».


ΠΙΤΕΡ: «Αν μείνει κανείς σε χαρακτηρισμούς όπως «ο παππούς από την κόλαση», κινδυνεύει να ξεχάσει ότι ήταν ένας κύριος με άψογους τρόπους, ευγένεια και φοβερό στυλ. Η περσόνα του όπως παρουσιάζεται μέσα από αυτόν τον κατάλογο που μας διαβάσατε τον περιγράφει ως άγριο θηρίο, ενώ ήταν πολύ πιο φίνος. Και αν πράγματι ο Γουίλιαμ είναι το άγριο θηρίο, τότε είναι με έναν πολύ έξυπνο, μακιαβελικό τρόπο ­ η μορφή που παίρνει είναι αυτή ενός τζέντλεμαν…».


ΤΖΕΪΜΣ: «Προερχόταν από ένα περιβάλλον όπου διδάχτηκε εκλεπτυσμένους τρόπους και ντυνόταν σαν δανδής. Συγχρόνως όμως ήταν «κακό παιδί», του άρεσε να πίνει, είχε τρομερή αίσθηση του χιούμορ, του άρεσε να γελάει, να λέει εξωφρενικά πράγματα…».


­ Η αλήθεια είναι πως διαβάζοντας κανείς τα βιβλία του έχει την αίσθηση ότι αυτός ο άνθρωπος έκανε όλα όσα είναι ανθρωπίνως δυνατόν να κάνει κανείς…


ΤΖΕΪΜΣ: «Πράγμα που ήταν μάλλον ακόμη πιο δύσκολο στις μέρες του…».


­ Νομίζετε ότι είναι πιο εύκολο σήμερα;


ΤΖΕΪΜΣ: «Ετοιμαζόμουν να πω ότι υπάρχουν περισσότερες ελευθερίες σήμερα, περισσότεροι εναλλακτικοί δρόμοι διαθέσιμοι. Από την άλλη όμως πολλές από τις καταστάσεις μέσα στις οποίες βρέθηκε δεν υφίστανται πλέον. Υπήρχε, π.χ., μια ένταση ανάμεσα στις σεξουαλικές επιθυμίες του και στις κοινωνικές δραστηριότητές του, μια ένταση που συνεισέφερε στην εξέλιξή του».


­ Από αυτή την άποψη η Ελλάδα είναι ένα από τα μέρη όπου ακόμη μπορεί να βιώσει κανείς αυτή την ένταση. Υπάρχει, βλέπετε, ακόμη μεγάλη προκατάληψη. Μπορεί τα βράδια στα μπαρ να βλέπεις πολλούς ομοφυλόφιλους άνδρες που μοιάζουν άνετοι με τη σεξουαλικότητά τους, ξέρεις όμως ότι τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά και ότι τα άτομα αυτά αντιμετωπίζουν τεράστια προβλήματα με το οικογενειακό και το επαγγελματικό τους περιβάλλον.


ΤΖΕΪΜΣ: «Υποθέτω ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με ευρύτερα θέματα κοινωνικής ανθρωπολογίας. Ρόλο πάντως παίζει σίγουρα και η περίφημη αντίληψη περί ανδρισμού, η οποία επικρατεί στις μεσογειακές χώρες. Είναι παράξενο όμως εφόσον, όπως όλοι ξέρουν, υπήρχε μια μεγάλη περίοδος στην ελληνική ιστορία όπου ο ανδρισμός όχι μόνο δεν ένιωθε να απειλείται από την ομοφυλοφιλία, αλλά αντιθέτως επιβεβαιωνόταν μέσα από αυτήν».


­ Πιστεύετε ότι ο χριστιανισμός κατέστρεψε αυτή την αρμονία;


ΤΖΕΪΜΣ: «Ναι, το πιστεύω απόλυτα. Οσον αφορά την αρχαία Ελλάδα, οι περισσότεροι άνθρωποι είναι ανιστόρητοι ή αλλιώς προτιμούν να έχουν επιλεκτική μνήμη: δεν έχουν παρά να διαβάσουν το «Συμπόσιο». Προτιμούν να αναφέρονται στους μεγάλους φιλοσόφους και συγγραφείς ως αφηρημένες ιδέες, μιλώντας για την ομοφυλοφιλία σαν ένα ειδικής φύσεως φαινόμενο για το οποίο κάνουν τα στραβά μάτια, σαν να τους συγχωρούν για αυτή την «ατασθαλία» επειδή κατά τα άλλα είχαν σπουδαίο μυαλό».


­ Ας γυρίσουμε όμως στον Μπάροουζ. Διάβασα ότι ένιωσε πρώτη φορά έλξη για το ίδιο φύλο όταν ήταν ακόμη μικρός…


ΠΙΤΕΡ: «Την περίοδο όπου ο Μπάροουζ έκανε ψυχανάλυση, από το 1940 ως το 1947-48, υπήρχε όλος αυτός ο ντόρος σχετικά με την ομοφυλοφιλία, πίστευαν δηλαδή ότι μπορούν να τη θεραπεύσουν, ότι ήταν απόρροια ενός συμβάντος ή τραύματος της παιδικής ηλικίας ή της εφηβείας. Και ο Γουίλιαμ, για να το θέσω ωμά, «έχαψε» αυτή τη θεωρία».


ΤΖΕΪΜΣ: «Πράγματι, για ένα διάστημα, όταν ήταν νέος, πίστεψε ότι μπορεί να είναι έτσι τα πράγματα. Γιατί παρ’ όλη τη δημιουργική ένταση, για την οποία συζητήσαμε προηγουμένως, υπάρχει και η καθημερινότητα, η πρακτική πλευρά του πράγματος, που είναι πολύ επώδυνη».


ΠΙΤΕΡ: «Ανησυχούσε πολύ μήπως οι γονείς του, από τους οποίους ήταν οικονομικά εξαρτημένος, ανακάλυπταν την αλήθεια. Την πρώτη φορά που εισάγεται σε ψυχιατρική κλινική για μια πιθανή ψυχιατρική θεραπεία, λέει ψέματα στον υπεύθυνο γιατρό ότι η σύγχυσή του οφείλεται σε έρωτα χωρίς ανταπόκριση για μια γυναίκα. Χρειάζεται να περάσουν μερικές εβδομάδες προτού παραδεχθεί τελικά ότι ο έρωτας αυτός είναι για έναν άνδρα. «Σας παρακαλώ, μην το πείτε στη μητέρα μου. Υποσχεθείτε μου ότι δεν θα το πείτε στη μητέρα μου»».


­ Πιστεύετε ότι υπάρχει σχέση μεταξύ της ομοφυλοφιλίας ως σεξουαλικού προσανατολισμού και της ομοφυλοφιλίας ως αφετηρίας για μια φιλοσοφία, για έναν τρόπο θεώρησης του κόσμου; Μια φιλοσοφία που στην κοινωνική της έκφανση εναντιώνεται σε καθετί «κανονικό», κοινώς αποδεκτό, κατεστημένο.


ΤΖΕΪΜΣ: «Εχετε δίκιο. Παρ’ όλα αυτά πρέπει να διευκρινίσω ότι η αντιεξουσιαστική πλευρά του Μπάροουζ, η εικόνα που έχουμε για αυτόν από τη δεκαετία του ’60 και μετά, αναπτύχθηκε και αποσαφηνίστηκε στη ζωή και στο έργο του από τη στιγμή που εγκαταλείπει εντελώς κάθε προσπάθεια να αλλάξει αυτό που είναι. Προτού φύγει για την Ταγγέρη, το 1954, είχε ήδη κάνει κάποιες προσπάθειες να έχει ερωτικές σχέσεις με το αντίθετο φύλο, να παντρευτεί, να κάνει παιδιά ­ έκανε πράγματι έναν γιο ­, όπως άλλωστε προσπάθησαν πολλοί γκέι άντρες, ασχέτως αν έκαναν παιδιά ή όχι. Ο Μπάροουζ στάθηκε στα πόδια του ύστερα από τον ατυχή και πολύ επώδυνο για εκείνον θάνατο της δεύτερης γυναίκας του Τζόαν ­ ύστερα από αυτό είπε «τελείωσε, δεν έχω να δώσω λογαριασμό σε κανέναν, θα σηκωθώ και θα πάω σε εκείνες τις πόλεις όπου μπορεί κανείς να κάνει έρωτα με όποιον θέλει και να κάνει ό,τι θέλει». Από αυτό το σημείο και μετά είναι που βλέπουμε την ανάπτυξη της περσόνας στην οποία αναφερθήκατε. Οσον αφορά το θέμα της περιθωριακής ύπαρξης, δεν είναι μόνο η ομοφυλοφιλία. Κατ’ αρχήν, ας μην ξεχνάμε ότι προέρχεται από έναν προνομιακό χώρο: πάει στο Χάρβαρντ, περνάει από όλα τα καλά πανεπιστήμια, έχει τη δυνατότητα, αν το θελήσει, να γίνει πρόεδρος μιας μεγάλης εταιρείας. Εκείνος όμως από πολύ νεαρή ηλικία ένιωθε «εκτός» και μια από τις σημαντικότερες παραμέτρους αυτής της αίσθησης ήταν η διαφορετικότητα των σεξουαλικών προτιμήσεών του. Αργότερα, όταν ήταν 30 ή 31, συναντά τα ναρκωτικά και εθίζεται, ενώ έχει ήδη εκδηλώσει ενδιαφέρον για το έγκλημα ­ γοητεύεται, π.χ., από τους κατασκόπους και τους στρατιώτες και από τις ιστορίες με αγορίστικες περιπέτειες. Θέλει όμως να ξεκόψει από αυτόν τον κόσμο της ελίτ, νιώθει διχασμένος, και είναι αυτή η περίοδος πάλης που με ενδιαφέρει περισσότερο στη ζωή του».


­ Εννοείτε την περίοδο που αποφοίτησε από το Χάρβαρντ και έκανε αυτό το ταξίδι το οποίο εσείς αναπαράγετε τώρα.


ΤΖΕΪΜΣ: «Ναι, και τα χρόνια που ακολούθησαν ως την Ταγγέρη».


ΠΙΤΕΡ: «Νομίζω ότι η λέξη «κατασκοπεία» ταιριάζει απόλυτα στην περίπτωση του Μπάροουζ, εφόσον αντικατοπτρίζει την υπαρξιακή του θέση: είναι «έξω» και συγχρόνως είναι παρατηρητής του «μέσα». Συμμετέχει αλλά συγχρόνως απέχει».


­ Είναι πάντως ενδιαφέρον να δει κανείς ότι όλες οι δραστηριότητές του είχαν να κάνουν με την υπονόμευση αυτού που θεωρούμε «φυσιολογικό».


ΤΖΕΪΜΣ: «Συμφωνώ. Δεν είναι όμως σίγουρος πώς να εκμεταλλευθεί αυτή την περιθωριακή θέση του, ώσπου φθάνει σε ένα επίπεδο όπου τα συνθέτει όλα και υιοθετεί μια συστηματοποιημένη, εχθρική στάση απέναντι στην ελίτ, απέναντι στις δομές της εξουσίας, απέναντι σε αυτή τη μηχανή ελέγχου και προπαγάνδας των μέσων ενημέρωσης».


ΠΙΤΕΡ: «Σε ένα συνέδριο που έγινε στη Βουδαπέστη υποστήριξα την άποψη ότι ο Μπάροουζ υπήρξε ο μεγαλύτερος υπονομευτής που έζησε στον 20ό αιώνα, υπονομευτής της αστικής κοινωνίας, ακριβώς επειδή από ένα σημείο και μετά ­ αυτό το σημείο που ανέφερε ο Τζέιμς ­ δεν κάνει καμία προσπάθεια να κρύψει αυτό που είναι. Το δηλώνει ανοιχτά και έτσι το εξυψώνει, το εξευγενίζει».


­ Και το μετατρέπει σε φιλοσοφία.


ΠΙΤΕΡ: «Την ίδια εποχή που γίνεται συγγραφέας. Πάντοτε ήθελε να γίνει συγγραφέας, δεν είχε όμως καταφέρει να σπάσει το φράγμα…».


ΤΖΕΪΜΣ: «Είχε βέβαια γράψει το «Junkie» και σε αυτό εξέθεσε τον εαυτό του ως ομοφυλόφιλο και τοξικομανή, εκεί όμως δεν είχε ακόμη βρει πλήρως τη δική του φωνή. Η φωνή του «Junkie» μπορεί να είναι πολύ καλή λογοτεχνικά, παραμένει όμως παράγωγο της σκληρής αστυνομικής λογοτεχνίας ­ Ντάσιελ Χάμετ κτλ. Το μεγάλο άνοιγμα το κάνει στην Ταγγέρη γράφοντας το «Γυμνό γεύμα», γράφοντας μακροσκελή γράμματα στον Γκίνσμπεργκ, δοκίμια κτλ. Με την έκδοση του «Γυμνού γεύματος» ξεκινάει η δημόσια φιγούρα, η οποία αναπτύσσεται παράλληλα με το έργο».


­ Η οποία περνάει μάλιστα και στην ποπ κουλτούρα.


ΤΖΕΪΜΣ: «Κινδυνεύοντας να θεωρηθώ αλαζών, νομίζω ότι δικαιούμαι κάποια αναγνώριση σχετικά με αυτό. Το διάστημα από το ’75 και μετά ήταν γεμάτο δραστηριότητα. Δεν τον ανάγκασα να κάνει τίποτε βέβαια. Οι άνθρωποι τον ζητούσαν…».


­ Είχατε λοιπόν κάποια καθήκοντα μάνατζερ;


ΤΖΕΪΜΣ: «Ναι. Ο Μπάροουζ δεχόταν διάφορες προσκλήσεις για συνεντεύξεις, φωτογραφίσεις, εμφανίσεις. Εγώ του εξηγούσα ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι και ποιο θα ήταν το αντίκρισμα αν έλεγε ναι σε αυτή ή την άλλη πρόσκληση. Ας πάρουμε ένα μεταγενέστερο παράδειγμα: Οταν ο Κερτ Κομπέιν μας προσέγγισε και ήθελε να κάνει κάποιο πρότζεκτ με λέξεις και μουσική, ο Γουίλιαμ δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τους Νιρβάνα, εγώ όμως έπρεπε να ξέρω. Και του είπα «άκου μερικούς στίχους και τραγούδια, δες τι γράφει ο Τύπος». Του είπα ότι βρίσκω τη συνεργασία τους πολύ καλή ιδέα και είπε «εντάξει, ας το κάνουμε». Και έτσι δημιουργήθηκε εκείνο το κομμάτι «The priest they called him». Σε μερικούς άρεσε, σε άλλους όχι ­ σημασία όμως έχει ότι το κάναμε».


­ Είναι πολύ σημαντικό να βλέπεις ανθρώπους που παρά την ηλικία τους δεν έχουν χάσει την ικανότητα να είναι ανοιχτοί στα καινούργια πράγματα και να πειραματίζονται.


ΤΖΕΪΜΣ: «Και να μην περιφρονούν την τέχνη των νέων. Του άρεσε βέβαια να έρχεται σε επαφή με νεότερους καλλιτέχνες, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς όμως ταιριάζει άψογα μέσα στο πλαίσιο της γενικότερης στρατηγικής του να «μολύνει» την κοινωνία με τον «ιό» Μπάροουζ. Συγχρόνως όμως το διασκέδαζε, τους συμπαθούσε. Συχνά βέβαια υπήρχαν αντιρρήσεις, όπως τότε που ο Μπάροουζ έκανε το διαφημιστικό για τη Nike».


­ Αυτό δεν το έχω δει.


ΤΖΕΪΜΣ: «Δεν θα ήταν εύκολο, εφόσον το έδειξαν μόνο για 10 ημέρες. Προκάλεσε όμως πολλές επικρίσεις, τον είπαν «πουλημένο» κτλ., και όλοι κατηγόρησαν εμένα, ότι αυτό έγινε κάτω από τον έλεγχο του «κακού» Τζέιμς».


­ Πώς ήταν η διαφήμιση;


ΤΖΕΪΜΣ: «Ο Γουίλιαμ φοράει μαύρο καπέλο, μαύρο παλτό και μαύρη γραβάτα, όπως στην ταινία «Drugstore Cowboy», και λέει μερικά λόγια που έγραψε η διαφημιστική εταιρεία αλλά έτσι ώστε να είναι μπαροουζικά. Θυμάμαι, π.χ., την ατάκα «Ο στόχος της τεχνολογίας δεν είναι να συγχύζει το μυαλό αλλά να βοηθάει το σώμα». Και το όνομά του δεν χρησιμοποιείται ποτέ, μόνο το πρόσωπο και η φωνή του. Είναι πολύ έξυπνο. Εγώ όμως δέχθηκα κριτική για τη διαφήμιση αυτή. Και απαντούσα, μα καλά, δεν καταλαβαίνετε τίποτε; Ο Μπάροουζ δεν έκανε μια διαφήμιση Nike, η Nike έκανε μια διαφήμιση Μπάροουζ. Επίσης πιστεύω ότι ο ένας στους 10 θεατές θα είπε: «Ποιος είναι αυτός ο Μπάροουζ, τι έγραψε;». Και έτσι θα διάβασε κάποιο βιβλίο».


ΠΙΤΕΡ: «Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η διαφήμιση αυτή ήταν performance art».


ΤΖΕΪΜΣ: «Ναι, ήταν μια συνειδητή επιλογή με στόχο να υπονομεύσει την κοινωνία διευρύνοντας το κοινό του. Και αν αυτό σήμαινε ότι η εικόνα του έπρεπε να αμαυρωθεί, να γελοιοποιηθεί ή να απλοποιηθεί, τι έγινε; Είναι και αυτό μέσα στους όρους του παιχνιδιού».