Ο Αριστοφάνης στους «Βατράχους» ισχυρίζεται ότι οι ποιητές θα σώσουν τον κόσμο. Εσείς;
«Οχι. Αλλά ούτε ο Αριστοφάνης το πολυπιστεύει αυτό. Προσπαθεί να σοκάρει και διά της κωμωδίας να προτείνει κάτι εξωφρενικό, ακόμη και για την εποχή του. Πρόθεσή του είναι να φέρει πίσω τον Ευριπίδη, αλλά καταλήγει στον Αισχύλο, που είναι ένα τοτέμ, μια ιερή ανάμνηση, ένας θρύλος της δημοκρατικής παράταξης, για να γυρίσουμε στις παλιές καλές ημέρες».
Σήμερα περιμένουμε τους διανοούμενους να μας σώσουν;
«Εχει μια βάση αυτό, γιατί τίποτε δεν προχώρησε από πολιτισμική άποψη χωρίς ανθρώπους που διανοούνταν επί των προβλημάτων. Οι διανοούμενοι ήταν πάντα μέρος της επίλυσης. Και σήμερα ισχύει αυτό. Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που αρθρώνουν λόγο και αισθάνονται την ανάγκη να παρέμβουν, ενώ προηγουμένως δεν το έκαναν».
Υπάρχει ένας τρόπος για να ανέβει ο Αριστοφάνης;
«Οχι, υπάρχουν πολλοί τρόποι και ίσως μία-δύο σταθερές. Οταν σκεφτόμαστε τον Αριστοφάνη σκεφτόμαστε ότι όλα θα τελειώσουν με ένα πάρτι, με ένα διονυσιακό στοιχείο».
Η Επίδαυρος είναι για εσάς ένας ειδικός χώρος;
«Ναι, αλλά προσωπικά δεν μου δημιουργεί συγκλονιστικά αισθήματα. Εχω την άποψη ότι πρέπει να κλείσει ως θέατρο και να παραμείνει ένας αρχαιολογικός χώρος. Είναι ένα πολύ σημαντικό μνημείο της ανθρωπότητας και το έχουμε παρακάνει από την πλευρά της καταστροφής του μνημείου, του τοπίου, αλλά και του περιεχομένου. Δεν είναι η Επίδαυρος για να ερμηνεύουμε τον Αριστοφάνη ως σχολιαστή της σύγχρονης επικαιρότητας, να ρίχνουμε πέντε καλαμπούρια και να φεύγουμε».
Εχει όρια η σάτιρα;
«Οχι. Το όριο το βάζει η ίδια η κοινωνία που σου λέει ποια πράγματα να μην κάνεις. Δεν έχουμε σατιρική παράδοση, το ψάχνουμε. Οπως τα παιδιά που κάνουν stand-up ή κάποιοι παλαιότεροι, όπως ο Μητσικώστας, που λένε κάποια πράγματα αλλά δεν είναι ακριβώς σάτιρα. Περισσότερο κωμωδία».
Ο Λαζόπουλος;
«Κάνει σάτιρα αλλά έχει ένα προσωπικό στυλ. Ακόμη και όταν ξεφεύγει και γίνεται διδακτικός, ακόμη και όταν τον πιάνεις να αντιφάσκει, έχει ένα πολύ προσωπικό στυλ, το οποίο το λέμε και ταλέντο».
Σας απογοήτευσε η Αριστερά;
«Εχω πολύ τεταμένες σχέσεις με την Αριστερά εδώ και 30-40 χρόνια. Δεν έπεσα από τα σύννεφα. Από το ’78-’79 είμαι πολύ επιφυλακτικός και με τα κόμματα και με τις προσωπικότητες της Αριστεράς. Εχω περάσει γενεές δεκατέσσερις κάποιους φίλους μου που ήταν στη ΔΗΜΑΡ για την προσήλωσή τους στον Κουβέλη –μάλλον δίκιο είχα. Ο Φώτης Κουβέλης είναι τυπική περίπτωση αριστερού, εκφράζει το κυρίαρχο μοντέλο: υπαλληλική νοοτροπία, διάθεση διά της κλάψας να αναδειχθεί σε θύμα, αλλά μόλις αναλάβει κάποια θέση εξουσίας γίνεται ο σκληρότερος εξουσιαστής. Αυτό είναι ένα κλασικό μοντέλο αριστερού γενικώς».
Το ίδιο πιστεύετε και για τον Πρωθυπουργό;
«Ναι, και ο Αλέξης Τσίπρας αυτό το μοντέλο είναι. Είχε πέσει πολλή κλάψα μέχρι να διαφανεί ότι βαδίζει προς την εξουσία».
Σας ενδιαφέρει η πολιτική; Εχετε κατά καιρούς συνταχθεί με τον Γιώργο Παπανδρέου, με το Ποτάμι, με τον Γιώργο Καμίνη…
«Αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου να ασκεί το δικαίωμα ενός πολίτη ο οποίος θέλει να πολιτεύεται. Το Ποτάμι με απογοήτευσε αμέσως μετά τις εκλογές, όταν ήταν φανερό ότι ο Τσίπρας θα κάνει κυβέρνηση με τον Καμμένο και ο Σταύρος γλυκοκοίταζε την πιθανότητα να αποτελέσει αυτός τον παπαγάλο στον ώμο του πειρατή. Νομίζω ότι ανέλαβε με μεγάλο προσωπικό κόστος να φτιάξει αυτό που έφτιαξε, και το κάνει έντιμα, μια εξαιρετική πρωτοβουλία που δεν προχώρησε στην εκτέλεση. Δεν έκανε δομές δημοκρατικού κόμματος. Πιστεύει ότι πολιτική είναι να φτιάχνεις συμμαχίες, να πηγαίνεις ακόμη και με τον διάβολο, αρκεί να κερδίσεις τρία πράγματα. Και δεν το κάνει για προσωπικό όφελος. Αφησε περισσότερα πράγματα πίσω του από αυτά που αποκόμισε ή πρόκειται να αποκομίσει από την πολιτική».
Πιστεύετε ότι σήμερα οι πολιτικοί δεν παίρνουν από λόγια;
«Αυτό που λείπει είναι η ανάληψη της ευθύνης της ηγεσίας. Οταν αναλαμβάνεις να ηγηθείς οφείλεις να είσαι δυσάρεστος, να πας και κόντρα στο ρεύμα, να καθίσεις να μιλήσεις με ανθρώπους με τους οποίους έχεις κοινά σημεία αλλά σε χωρίζουν πιο πολλά. Και το αποφεύγουν».
Αναφέρεστε στον Γιώργο Καμίνη;
«Ο Καμίνης έχει κλειστεί στο γραφείο του και δημαρχεύει. Υπήρξε μια έλλειψη ηγεσίας και εμπιστοσύνης στους ανθρώπους. Πρότεινα συνέχεια πράγματα χωρίς οικονομικό κόστος, που απαιτούσαν από τον ίδιο να σπάσει μερικά αβγά, να συγκρουστεί με νοοτροπίες. Υπήρχε μια αναβλητικότητα. Οταν τα πράγματα έγιναν προσβλητικά για εμένα, έφυγα από αντιδήμαρχος και δημοτικός σύμβουλος».
Τι κρατάτε από την Κωνσταντινούπολη, όπου γεννηθήκατε;
«Οταν φύγεις από έναν τόπο και πας σε έναν άλλον, κουβαλάς μια κριτική ματιά. Εγώ ήρθα στα 13-14 και χωρίς να το θέλω ήμουν υποχρεωμένος να κάνω συγκρίσεις».
Θέατρο, σινεμά, τηλεόραση, ντοκιμαντέρ… Νιώθετε ανένταχτος;
«Δεν θα ήθελα να έχω μία ταυτότητα. Και αν τα τελευταία χρόνια είμαι με περισσότερη προσήλωση στο θέατρο, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι στο θέατρο αισθάνεσαι ελεύθερος και δημιουργικός. Γιατί, στο τέλος, εγώ είμαι πάνω στη σκηνή και αποφασίζω. Και επιπλέον γιατί κάθε παράσταση είναι μοναδική».
Σας χαρακτηρίζει μια νεότητα…
«Νεανικότητα θα την έλεγα εγώ, κάτι πιο επιφανειακό. Είμαι 67 χρόνων. Ο χρόνος με απασχολεί αλλά μ’ αρέσει κιόλας και διασκεδάζω κάνοντας παρέα με νεότερους».
Είστε αισιόδοξος;
«Δεν είμαι αισιόδοξος εκ φύσεως. Επιπλέον, δεν θεωρώ ελπιδοφόρο το πλαίσιο, παγκοσμίως –θα φέρνει κρίσεις. Στην Ελλάδα ειδικότερα είμαι πολύ απαισιόδοξος, γιατί φαίνεται ότι δεν αφομοιώσαμε κάτι από αυτή την κρίση. Που αν αφαιρέσεις όλα τα σουσούμια της είναι μια κρίση επιπολαιότητας μιας ολόκληρης κοινωνίας, η οποία ανεχόταν να μπαίνουν κάτω από το χαλί πράγματα. Και εξακολουθούμε να το κάνουμε».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ