Αμάντα Μιχαλοπούλου
Μπαρόκ

Εκδόσεις Καστανιώτη, 2018
σελ. 352, τιμή 18 ευρώ

Ενα μυθιστόρημα γραμμικής ανάπτυξης αλλά με αντεστραμμένη χρονική φορά (από την εποχή της ωριμότητας προς τα νεανικά, τα εφηβικά και τα παιδικά χρόνια) είναι το Μπαρόκ της Αμάντας Μιχαλοπούλου, που χωρίζεται σε πενήντα όχι ιδιαιτέρως εκτεταμένα κεφάλαια, τοποθετώντας την αρχή του σε ένα σημείο-μηδέν όπου ο λόγος και η συνείδηση μόλις και καταφέρνουν να αποκτήσουν ένα στοιχειώδες σχήμα (ας θυμηθούμε την Απίστευτη ιστορία του Μπέντζαμιν Μπάτον του Φιτζέραλντ μείον τη θαυμαστή/υπερφυσική της διάσταση).

Τι ακριβώς όμως περιλαμβάνει αυτή η συνεχής ροή προς τα πίσω, τι παρασύρει μαζί του αυτό το ρεύμα της αδιάκοπης οπισθοχώρησης μέσα στον χρόνο; Μα, πολλαπλά και διάσπαρτα στοιχεία ζωής, φέτες καθημερινής πραγματικότητας σε μια μονίμως έκκεντρη πορεία –φερτά υλικά από τη μια στην άλλη ηλικιακή περίοδο (φερτά ακόμα κι αν οι δείκτες του ρολογιού κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση), που εμπλέκουν τη συγγραφέα προσωπικά στη δράση: με τις πρώτες εικόνες του κόσμου να γεννιούνται στον νου και τη φαντασία της σαν γλωσσικά σκιρτήματα, με τα πάθη της φιλίας και του έρωτα να την τυραννούν ακατάπαυστα ή με τις μέριμνες για τον άντρα της και το παιδί της να μην τελειώνουν ποτέ. Και θα πρέπει επίσης να προσθέσουμε στα γεγονότα με τα οποία έρχεται να συναντηθεί η ηρωίδα τον τρόμο μιας απειλητικής αρρώστιας, τις επαφές και τα βιώματά της με γονείς και συγγενείς, την παραμονή της στην Ελλάδα και τη Γερμανία, τις πολιτικές της αναμνήσεις από τη δικτατορία και τη Μεταπολίτευση, την καριέρα της στη δημοσιογραφία, καθώς και την πορεία και τους σταθμούς που χάραξε στη λογοτεχνία.
Το Μπαρόκ είναι σίγουρα ένα μυθιστόρημα για την ιστορία και τις ποικίλες μεταμορφώσεις του εαυτού (ο οποίος παρεμπιπτόντως ελάχιστα αλλάζει στον βαθύτερο πυρήνα του) αλλά δεν είναι ακριβώς αυτοβιογραφικό. Αποτελεί περισσότερο ένα αυτομυθιστόρημα ή μια μυθοποιημένη αυτοβιογραφία, όπου το στοίχημα για τον αναγνώστη δεν είναι να διακρίνει τα όρια μεταξύ πραγματικού και επινοημένου (πράγμα έτσι κι αλλιώς πολύ δύσκολο, αν όχι και αδύνατο), ούτε να ανακαλύψει για πολλοστή φορά τις περιπέτειες του συγκεχυμένου εγώ του μεταμοντερνισμού, αλλά κάτι αρκετά διαφορετικό: τη δυνατότητά του να γίνει μάρτυρας του αγώνα ή του παιχνιδιού που διεξάγεται ανάμεσα στα μνημονικά αποτυπώματα, τη ρευστότητα των αισθημάτων και το πορτρέτο του καλλιτέχνη όπως το χτίζει βήμα προς βήμα η αφήγηση, ορίζοντας μια νέα μυθιστορηματική (δεν ξέρω αν πρέπει να την πούμε μεταμυθοπλαστική) τάξη. Μια τάξη όπου το κυρίαρχο ερώτημα, πέρα από τις τεχνικές της αφήγησης, τις τροπές της πλοκής τις βιογραφικές ή αυτοβιογραφικές πληροφορίες, είναι το πώς ζούμε και το πώς γράφουμε χωρίς να είμαστε ποτέ σε θέση να ξεχωρίσουμε με σαφήνεια το ένα από το άλλο.
Τα κεφάλαια που συναρθρώνουν το Μπαρόκ δεν λειτουργούν κατ’ ανάγκην σαν κρίκοι μιας ενιαίας και αδιάσπαστης αλυσίδας. Διαβάζονται κάλλιστα και ως αυτόνομες ενότητες που υπάγονται σε ένα σύνολο κοινής αναφοράς με πολλές ελευθερίες (διηγήματα πλεγμένα πάνω σε έναν ανοιχτό μυθιστορηματικό καμβά). Το σημαντικότερο πάντως στη δουλειά της Μιχαλοπούλου είναι η ανάστροφη χρονική διαδρομή και ο τρόπος με τον οποίο αλλάζουν η ψυχολογία, η οπτική, το επίπεδο κατανόησης και η γλώσσα της πρωταγωνίστριας όσο περνά από τον έναν κύκλο στον άλλο: οι ποσότητες ωρίμασης που πρέπει να αφαιρεθούν κάθε φορά είναι σοφά υπολογισμένες και το ίδιο συμβαίνει με τις αλλαγές των γλωσσικών χρωματισμών. Ας δοκιμάσουμε άλλωστε να διαβάσουμε το Μπαρόκ κι από το τέλος –τίποτε από τα προηγούμενα δεν θα διαψευστεί. Σίγουρα ένα από τα καλύτερα βιβλία της Μιχαλοπούλου αλλά και των τελευταίων αρκετών ετών.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ