Στο περιοδικό «Εντευκτήριο» (αρ. 39, σελ. 62-78) ο κ. Τάκης Καγιαλής (Τ.Κ.) αποπειράται, βασισμένος σε νέα, υποτίθεται, κριτήρια, να επανεκτιμήσει τον ελληνικό υπερρεαλισμό (Ε.Υ.) και να μας αποκαλύψει την πολιτική και ιδεολογική ταυτότητα τριών ποιητών του, του Εγγονόπουλου, του Ελύτη και του Εμπειρίκου (στο εξής 3Ε). Η θέση που προσκομίζει είναι απλή και συγκεκριμένη: οι πολιτικές, κοινωνικές και καλλιτεχνικές αντιλήψεις των εκπροσώπων του Ε.Υ. αποτελούν «τυπολογικά στοιχεία της φασιστικής ιδεολογίας» (σελ. 74). Ειδικότερα: «Τα ριζοσπαστικά αισθήματα που εγγράφονται στο έργο [των 3Ε] (όχι όμως και στην κοινωνική και καλλιτεχνική συμπεριφορά [τους]),… παραπέμπουν ευθέως στην ιδεολογική παράδοση της ριζοσπαστικής δεξιάς» (64). Οι εξαγγελίες του Ε.Υ. «είναι υπερφίαλες, κοινωνικά αμέτοχες και προσωπικά ανέξοδες» (65). Οι τρεις ποιητές «σε ό,τι αφορά… την έμπρακτη (sic) κοινωνική και λογοτεχνική συμπεριφορά τους… παρουσιάζονται ως συντηρητικοί αστοί» και, μολονότι το λογοτεχνικό τους έργο «προβάλλει επίμονα μιαν ανατρεπτική διάθεση», στην πραγματικότητα η ιδεολογία τους παραπέμπει «στην αμφιθυμία του αντιδραστικού μοντερνισμού» (71). Ο λαός, όπως τον οραματίζεται ο Εμπειρίκος στον Μεγάλο Ανατολικό, «φέρει ευδιάκριτη τη σφραγίδα της φασιστικής φαντασίας» (75). Τέλος, τα οράματα και των τριών δεν έχουν τίποτε κοινό «με τα ιδεώδη της σοσιαλιστικής πολιτισμικής παράδοσης (sic). Πρόκειται για ένα συνονθύλευμα ακραία σολιψιστικών και αυταρχικών ιδεολογημάτων (ελιτισμού, σωβινισμού, φαλλοκεντρισμού, αντι-διανοουμενισμού κ.ο.κ.)… Τα ιδεολογήματα αυτά απαντούν σε διαφορετική πυκνότητα και ένταση στο έργο των τριών ποιητών: σχεδόν (sic) διακριτικά στον Εγγονόπουλο, πολύ εντονότερα στον Ελύτη, ανοιχτά και κραυγαλέα στον Εμπειρίκο» (75).


Οι συζητήσεις για την πολιτική διάσταση της τέχνης (και της ποίησης ειδικά) ή για την κοινωνική και πολιτική στάση του ποιητή κλπ. είναι παμπάλαιες και πάντα ανοικτές. Σε μας εδώ απομένει να δούμε αν ευσταθούν οι σοβαρότατες κατηγορίες του Τ.Κ. εναντίον του Ε.Υ. και των εκπροσώπων του. Μόνος τρόπος για να ελέγξουμε την αλήθειά του, και κατ’ επέκταση την κριτική και ερμηνευτική εγκυρότητά του, είναι να δούμε τον τρόπο εργασίας του, τα κριτήριά του και τα επιχειρήματά του. Βέβαια θα μας χρειαζόταν πολύ περισσότερος χώρος για να ελέγξουμε ένα προς ένα τα επιχειρήματά του, αλλά ας αρχίσουμε τώρα όπως μπορούμε και βλέπουμε.


Το πρώτο, νομίζω, που αντιλαμβάνεται όποιος διαβάσει προσεκτικά το άρθρο αυτό, είναι ότι ο συντάκτης του εμπιστεύεται και μάλιστα με κλειστά μάτια κάποιους κριτικούς, ενώ δείχνει εξαιρετική δυσπιστία στους ίδιους τους ποιητές και στο έργο τους. Αδιαφορεί για την ουσία και την αξία του έργου των τριών, αδιαφορεί για την κρίση της ιστορίας και την πρόσληψη του έργου τους τα τελευταία εξήντα χρόνια, αγνοεί τον βίο και την πολιτεία τους (έχει σημασία αυτό), και με αλλοπρόσαλλα κριτήρια και ακροβατικούς συλλογισμούς αναλαμβάνει, ως μέγας Ταξιθέτης, να αποκαταστήσει την τάξη και να τοποθετήσει τους 3Ε στον κατώτερο κύκλο της αντιδραστικής και φασιστικής Κόλασης. Λίγο παραδίπλα τοποθετείται και ο Σεφέρης, ο άλλος εκπρόσωπος του αντιδραστικού μοντερνισμού μας. Δεν με ενοχλούν οι προκατειλημμένοι άνθρωποι, αρκεί να έχουν την ικανότητα να υπερασπίζονται τις προκαταλήψεις τους. Ο Τ.Κ. αποδεικνύεται ανεπαρκής ως προς αυτό.


Αυτή η ανεπάρκειά του γίνεται φανερή σε τρία επίπεδα: 1. στον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιεί τις θεωρίες του εναντίον των 3Ε, ενώ την ίδια στιγμή αποσιωπά ό,τι από το έργο τους αντιβαίνει προς τα κριτήριά του, 2. στην ευκολία με την οποία χρησιμοποιεί όρους εντυπωσιακούς, χωρίς όμως να τους ξεκαθαρίζει, και, τέλος, στον τρόπο με τον οποίο διαβάζει κάποιες φράσεις από το έργο των 3Ε, τις οποίες είτε παρανοεί είτε παρερμηνεύει, ηθελημένα ή αθέλητα.


1. Πολλοί μελετητές έχουν ασχοληθεί με τον αντιδραστικό μοντερνισμό και τη φασιστική ιδεολογία και ποιητική και έχουν εκθέσει τις απόψεις τους, με περισσότερη ή λιγότερη σοβαρότητα κάθε φορά. Μολονότι πολλές από τις θέσεις αυτές (όπως άλλωστε αναγνωρίζει και ο κ. Κ.) έχουν αντικρουσθεί, οι συζητήσεις αυτού του είδους είναι χρήσιμες και διαφωτιστικές. Ωστόσο ποτέ δεν πρέπει να λησμονούμε ότι και το αποδεικτικό υλικό και τα συμπεράσματα των συζητήσεων αυτών έχουν να κάνουν πάντοτε με συγκεκριμένες ιστορικές και κοινωνικές καταστάσεις, με συγκεκριμένα άτομα, με τον πολυσυζητημένο λ.χ. φασισμό του Πάουντ, με τον όποιο μυστικισμό του Ελιοτ κ.ά. Κανενός όμως έλληνα ποιητή η πολιτική ζωή δεν μπορεί να εξισωθεί με την «πολιτική» στάση ή τις όποιες απόψεις του Πάουντ. Πολύ περισσότερο δεν είναι δυνατόν να μαζεύουμε τι είπε ο ένας και ο άλλος για τον φασισμό, να καταρτίζουμε ένα μακρύ κατάλογο των τυπολογικών στοιχείων του και ύστερα, με ελαφρά καρδία, να εξισώνουνε τα στοιχεία αυτά με τις αντιλήψεις των Ε.Υ. Ακόμη χειρότερα δεν είναι δυνατόν να αποδίδουμε στους Ε.Υ. ιδέες που δεν τους ανήκουν. Αυτό δεν είναι κριτική, πολύ περισσότερο δεν είναι «αριστερή κριτική». Είναι λαθροχειρία. Δύο παραδείγματα.


Ενα στοιχείο της φασιστικής ιδεολογίας ­ που αποδίδει ο Τ.Κ. στους 3Ε ­ είναι ότι ο φιλελευθερισμός, η δημοκρατία και ο μαρξισμός αντιμετωπίζονται ως «διαφορετικές όψεις του ίδιου υλιστικού κακού» (74). Ποιος όμως από τους τρεις ποιητές διατύπωσε ποτέ κάτι τέτοιο; Οταν υποστηρίζει ο Ελύτης ότι «βενιζελικοί και αντιβενιζελικοί, εθνικιστές και κομμουνιστές» αποτελούν «συμβατικές διακρίσεις», όταν ο Εγγονόπουλος (αλλά και ο Σεφέρης) δηλώνει ότι θεωρεί «μάταιη» την όποια ανάμειξη στην πολιτική, αυτό δεν σημαίνει ότι θεωρούν τη δημοκρατία και τον μαρξισμό διαφορετικές όψεις του ίδιου κακού ή ότι καταδικάζουν τον κοινοβουλευτισμό. Και ο Ελύτης και ο Εγγονόπουλος περιγράφουν μια κατάσταση του τόπου και της εποχής τους την οποία όλοι αναγνωρίζουν εκτός ίσως από τον Τ.Κ. Δεύτερον, αν ο Πάουντ ομιλεί για «λιγδιάρικο λαό» ή ο αντιδραστικός μοντερνισμός υποβαθμίζει «το μέσο άτομο», γιατί οι 3Ε πρέπει να φορτωθούν και με αυτά; Ποιος από αυτούς έχει εκφρασθεί ή ενεργήσει ανάλογα; Δυστυχώς τα δείγματα αυτής της τακτικής είναι πάρα πολλά.


Ο Τ.Κ. αμφισβητεί ότι υπήρξε ελληνικός υπερρεαλισμός και τις περισσότερες φορές αναφέρει τον όρο σε εισαγωγικά. Δικαίωμά του. Δικαίωμά του επίσης να στεγάζει κάτω από την τρύπια στέγη του Ε.Υ. και τον Ελύτη, μολονότι ο ίδιος ουδέποτε δέχθηκε αυτόν τον χαρακτηρισμό. Καλώς και εδώ. Δίκαια όμως διερωτάται κανείς γιατί ο κ. Καγιαλής, που με τόσο ζήλο αναλαμβάνει να ξεσκεπάσει το φασιστικό πρόσωπο των ελλήνων υπερρεαλιστών, αγνοεί παντελώς τον Νικόλαο Κάλα. Επειδή, αν ο Ελύτης είναι μια φορά υπερρεαλιστής, ο Κάλας είναι μιάμιση, όσο για το έργο και τη δράση του κανείς από τους επικριτές του Ε.Υ. δεν έχει διατυπώσει κάποια μομφή. Γιατί λοιπόν ο Τ.Κ. δεν συνυπολογίζει στους εκπροσώπους του Ε.Υ. τον Κάλα; Τον αγνοεί ή επίτηδες τον παραλείπει, επειδή αλλιώς δεν θα του ‘βγαινε η εξίσωση; Πάρα πολύ εύκολα, επίσης, κατηγορεί τον Εμπειρίκο για αυταρχικά ιδεολογήματα κ.ά. Αλλά ο Εμπειρίκος δεν είναι που μέσα στους Μπεάτους του συνυπολογίζει τον Μαρξ, τον Λένιν, τον Κροπότκιν και τον Μπακούνιν; Ο Εμπειρίκος δεν είναι που, μετά από το ταξίδι του στη Σοβιετική Ενωση, τέλος του 1962, μαζί με τον Ελύτη και τον Θεοτοκά, σε μια δεξίωση στα γραφεία της τότε «Αυγής», μπροστά στον Βάρναλη, τον Ρίτσο, την Ε. Αλεξίου, τον Κ. Κοτζιά κ.ά. δηλώνει ότι «τα κατορθώματα του σοβιετικού λαού είναι αναρίθμητα και ο θαυμασμός του γι’ αυτά απεριόριστος»; («Αυγή», 22.3.1963).


2. Ο Τ.Κ. έχει πρόθυμο το χείλος για χαρακτηρισμούς, αλλά ξεχνά να ξεκαθαρίζει τους όρους της συζήτησής του. Ετσι, όπως είδαμε, αναφέρει, εκτός των άλλων, ότι οι Ε.Υ. όσον αφορά την «έμπρακτη κοινωνική και λογοτεχνική συμπεριφορά» τους είναι συντηρητικοί αστοί (71). Παραβλέπω τα άθλια ελληνικά στο σημείο αυτό και ερωτώ: Πώς άραγε εκδηλώνεται εμπράκτως… η κοινωνική και λογοτεχνική συμπεριφορά ενός ποιητή; Αν λ.χ. ένας ποιητής είναι οπαδός ενός «σοσιαλιστικού» κινήματος, αυτό συνιστά έμπρακτη κοινωνική και λογοτεχνική συμπεριφορά; Αν ναι, να τρέξουν να προλάβουν οι ποιητές. Εκεί όμως όπου πραγματικά δεν καταλαβαίνω καθόλου τον Τ.Κ. είναι όταν αναφέρεται στα «ιδεώδη της σοσιαλιστικής πολιτισμικής παράδοσης», με τα οποία (όπως αποφαίνεται) δεν έχουν τίποτε κοινό οι 3Ε. Τα ιδεώδη της σοσιαλ-ρεαλιστικής παράδοσης τα ξέρουμε, όπως ξέρουμε και πολλούς συγγραφείς και κριτικούς που τα ασπάζονται. Τα ιδεώδη της «σοσιαλιστικής πολιτισμικής παράδοσης» τουλάχιστον εγώ τα αγνοώ. Θα ήταν λοιπόν ευχής έργο αν ο Τ.Κ. μάς απαριθμούσε και τα «τυπολογικά» στοιχεία αυτής της παράδοσης, και μάλιστα μας έδινε και ένα δύο ονόματα ποιητών οι οποίοι εμφορούνται από αυτά τα ιδεώδη.


3. Ο Τ.Κ. (διδάσκει λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Κύπρου) ελάχιστες φορές αντιμετωπίζει κατευθείαν το έργο των 3Ε, μόνο πού και πού απομονώνει κάποιες φράσεις για να τις «ερμηνεύσει». Ολες όμως οι «ερμηνείες» του είναι διάτρητες, όταν δεν είναι στρεβλές. Θα δώσω δύο παραδείγματα και, αν χρειασθεί, επανέρχομαι. 1. Ο Τ.Κ. πιστεύει ότι η «θεματική μήτρα» της «ανέξοδης» ποίησης των 3Ε είναι «μια ιστορία των φαντασιακών αγώνων του Ε.Υ.», όπου ο ποιητής άλλοτε δοξολογείται και άλλοτε οικτίρεται ως ανώτερο άτομο, «καταδικασμένο όμως να ζει σε μια ταπεινή κοινωνία που αρνείται να υπακούσει στο όραμά του και τον αντιμετωπίζει με εχθρότητα» (71). Ενα από τα παραδείγματά του είναι και ο Εγγονόπουλος, η ποίηση του οποίου (σύμφωνα με τον Τ.Κ.) «εστιάζεται κυρίως στην τραγική μοίρα του καλλιτέχνη σε μια ξένη και απειλητική κοινωνία (sic), όπου «είθισται να δολοφονούν τους ποιητάς»» (72). Το ποίημα όμως (από όπου η γνωστή φράση τού Εγγ.) δεν περιγράφει τη μοίρα ενός πονεμένου καλλιτέχνη που η άτιμη κοινωνία δεν τον καταλαβαίνει και τον πληγώνει. Ο Εγγ. περιγράφει τη δολοφονία του Λόρκα από τους ισπανούς φασίστες το 1936 και, παράλληλα, τα δικά μας ελληνικά «σακάτικα» χρόνια του ’50, και όχι τους φαντασιακούς αγώνες του Ε.Υ.


2. Οταν κατηγορεί τον Εγγονόπουλο για σοβινισμό (σελ. 75 και σημ. 79), το τεκμήριο που προσκομίζει είναι το «παράπονο» του ποιητή ότι «… δεν είναι ο θάνατος που με στενοχωρεί. Είναι που πεθαίνοντας θα πάψω να έχω την ελληνική ιθαγένεια, να είμαι έλλην υπήκοος»! Δεν γνωρίζω αν οι πεθαμένοι αποβάλλουν την ιθαγένειά τους, και δυστυχώς είναι κάτι που δεν θα το μάθουμε ποτέ. Το βέβαιο είναι ότι ο κ. Καγιαλής «τσίμπησε» με τούτο το παραδοξολόγημα του Εγγ. και έκαμε πάλι τη μεγάλη Αποκάλυψη. Πάντως τα πράγματα είναι πιο σοβαρά με τον Ελύτη όταν διακηρύσσει στα Ανοιχτά Χαρτιά (κάτι που προφανώς διέφυγε από τον Τ.Κ.) ότι στον υπερουράνιο παράδεισο, που ονειρεύεται, τα πουλάκια θα «επιμένουν να κελαηδούν ελληνικά και να λεν «έρωτας», «έρωτας», «έρωτας»».


Και για να σοβαρευτούμε: από πότε η δήλωση ενός ανθρώπου για την ιθαγένειά του (επίγεια ή ουράνια) αποτελεί πράξη σοβινιστική; Ειδικά μάλιστα για τον Εγγονόπουλο, έναν από τους λίγους ποιητές μας που αφιερώνει κάποια από τα ωραιότερα ποιήματά του στις αγαπημένες του εβραιοπούλες και στον λαό του Ισραήλ. Θα έπειθε ο Τ.Κ. τους φοιτητές του με τέτοια επιχειρήματα ότι ο Εγγ. είναι σοβινιστής, τη στιγμή που όλο το έργο (και η πολιτεία του) βοά το αντίθετο; Κι αν ένας κύπριος φοιτητής, ένας Κούρδος ή ένας Τούρκος υποστηρίζει την ιθαγένειά του, θα εισπράξει τη ρετσινιά του σοβινιστικού γουρουνιού;


Ας σταματήσουμε εδώ και ο λογαριασμοί ας μείνουνε ανοικτοί, αφού άλλωστε πολλά πρέπει ακόμη να ξεκαθαρισθούν. Αυτό που έχω να πω κλείνοντας είναι ότι ο Τ.Κ. εκτοξεύει ανεπίτρεπτες και φυσικά παντελώς αβάσιμες κατηγορίες εναντίον τριών μείζονων ποιητών του νέου ελληνισμού. Το να αμφισβητούμε τους ποιητές (ή όποιον άλλον) δεν είναι καθόλου κακό. Αλήθεια όμως πιστεύει ο Τ.Κ. ότι οι «θέσεις» του για τους 3Ε ανταποκρίνονται στην ουσία του έργου και του βίου τους; Μήπως πρέπει να το ξανασκεφθεί; Και εν πάση περιπτώσει το μέλλον θα δείξει. Θα μείνουμε με τα ιδεολογήματα του κ. Τάκη Καγιαλή ή με το έργο του Εγγονόπουλου, του Ελύτη και του Εμπειρίκου;


Ο κ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.