Εrri de Luca
Φύση γυμνή

Μετάφραση Αννα Παπασταύρου
Εκδόσεις Κέλευθος, 2017
σελ. 232, τιμή 11 ευρώ

Ο ανώνυμος αφηγητής στο νέο μυθιστόρημα του 68χρονου Ερι Ντε Λούκα ζει στον ιταλικό Βορρά, κοντά στα σύνορα της χώρας του, κάτω από τα βουνά που, ως αναρριχητής, τα ξέρει απέξω κι ανακατωτά. Μένει στο τελευταίο σπίτι έξω από ένα χωριό όπου πλέον έχουν απομείνει μονάχα οι άντρες και τα ζωντανά. Παλαιότερα δούλευε στις σήραγγες, ως ανθρακωρύχος, αλλά τώρα κοντεύει τα εξήντα και βιοπορίζεται πουλώντας διάφορα ευρήματα, καθώς και τα μικρά γλυπτά του από πέτρα και ξύλο.

Πριν προχωρήσουμε όμως, ας συγκρατήσουμε το εξής: ο ίδιος επιμένει ότι δεν είναι καλλιτέχνης, το ξεκαθαρίζει αυτό από τις πρώτες κιόλας σελίδες του μυθιστορήματος «Φύση γυμνή» («La Natura Esposta»). Εκεί ψηλά λοιπόν, σε εκείνο τον «τόπο διερχομένων», δεν ανεβαίνουν μόνο οι πάσης φύσεως επισκέπτες αλλά και οι «ταξιδιώτες της κακοτυχίας», οι σημερινοί πρόσφυγες. «Στην πεδιάδα τα σύνορα λειτουργούν. Απλώνεις το συρματόπλεγμα και δεν το περνάει κανείς. Αυτό στο βουνό δεν μπορεί να γίνει».
Ο πρωταγωνιστής και δύο συνομήλικοί του, ο ένας σιδεράς και ο άλλος φούρναρης, έχουν στήσει μια «υπηρεσία συνοδών εκτός συνόρων», μια κομπίνα εκμετάλλευσης δηλαδή, επιδίδονται σε κανονικότατο λαθρεμπόριο ανθρώπων.

«Πληρώνομαι όπως κι οι υπόλοιποι, κι όταν τους περνάω απ’ την άλλη, τους δίνω πίσω τα λεφτά. Πιο πολύ τα χρειάζονται εκείνοι»
εκμυστηρεύεται ο ήρωάς μας, αφήνοντας τον καχύποπτο αναγνώστη να αναρωτιέται αν θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει μια τέτοια περίπτωση στον πραγματικό κόσμο, έξω από τη μυθοπλασία. Από τη στιγμή όμως που εκθέτει το βασικό του κίνητρο με πάσα ειλικρίνεια γίνεται αμέσως πιο πιστευτός.

«Με ικανοποιεί να είμαι χρήσιμος σε μια ηλικία που σε τούτα τα μέρη καταλήγεις στο χαντάκι, στο μπεκρούλιασμα, στο άσυλο»
. Επομένως δεν είναι και τόσο ανιδιοτελής. Μάλλον, για να το θέσουμε καλύτερα, είναι ανιδιοτελής με πολλούς αστερίσκους ή είναι ιδιοτελής με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο αυτός «ο άγιος των βουνών», αυτός «ο ευγενής λαθρέμπορος», όπως θα τον αποκαλέσουν αργότερα τα διεθνή μέσα ενημέρωσης. Διότι από τα χέρια του πέρασε και ένας πρόσφυγας που ήταν συγγραφέας και έκανε πασίγνωστη την ιστορία του. «Ηρθε η ξένη τηλεόραση να με γυρέψει». Και ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Απομονώθηκε από τους υπόλοιπους και αναγκάστηκε να φύγει, να πάει να ξεχειμωνιάσει σε μια παραθαλάσσια πόλη, στα ριζά των γκρεμών, στον ιταλικό Νότο.

Εκεί θα αναλάβει να αποκαταστήσει ένα μαρμάρινο άγαλμα, έναν Εσταυρωμένο σε φυσικό μέγεθος, «έναν αλαβάστρινο όγκο σμιλεμένο με εντυπωσιακή ακρίβεια».
Γλύπτης του υπήρξε ένας νεαρός καλλιτέχνης των αρχών του 1900 ο οποίος αποτόλμησε τότε μια επικίνδυνη και ανήκουστη αποστολή: να σκαλίσει στο μάρμαρο έναν γυμνό Χριστό παρά το γεγονός ότι η Καθολική Εκκλησία είχε αποφασίσει μετά τη Σύνοδο του Τρέντο να σκεπάζονται τα πάντα. Οι αιώνες ωστόσο περνούν και οι αντιλήψεις αλλάζουν. «Σήμερα η Εκκλησία θέλει να ανακτήσει το πρωτότυπο» επισημαίνει στον ήρωά μας ο αρμόδιος ιερέας που εκπροσωπεί τον επίσκοπο, «με άλλα λόγια, θέλει να φύγει από τη μέση το πανί» που προσετέθη κατόπιν στη «φύση» του αγάλματος.
Το εγχείρημα που αναδέχεται ο πρωταγωνιστής είναι «να απεικονιστεί η γύμνια και η λογοκριμένη ιστορία της», κάτι που δεν είναι και τόσο απλό. Ανακύπτει μια στυτική έκπληξη που περιπλέκει τα πράγματα, τα κάνει στην πορεία εκστατικά και τα εξωθεί σ’ ένα αξέχαστο μεταφυσικό τέλος. Ενα βιβλίο που, μέσα από τις διαχρονικές αγωνίες της καλλιτεχνικής δημιουργίας, εξυμνεί την ιερότητα της ανθρώπινης συμπόνιας. Ο Ερι Ντε Λούκα έρχεται να μας υπενθυμίσει την ξεχασμένη τέχνη της φιλευσπλαχνίας με μια λογοτεχνία καίρια και απολαυστική.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ