Σταύρος Ζου­μπου­λάκης
Αρχή σοφίας και κατακόκκινα όνειρα. Πίστη και έρωτας στον Τ.Κ. Παπατσώνη
Εκδόσεις Πόλις, 2017
σελ. 80, τιμή 11 ευρώ
Διακεκριμένο στέλεχος της δημόσιας διοίκησης, καθολικός το θρήσκευμα, κοσμοπολίτης αλλά και εραστής της ασκητείας και του μοναχισμού, ο Τ. Κ. Παπατσώνης (1895-1976) μπορεί σήμερα με ασφάλεια να διεκδικήσει την παραδοχή ότι ετέθη επικεφαλής της Γενιάς του 1930 (τουλάχιστον από την άποψη της τεχνοτροπίας) αφού ήταν ο πρώτος που εφάρμοσε τον ελεύθερο στίχο, εισάγοντας την ελληνική ποίηση του Μεσοπολέμου στην επικράτεια του μοντερνισμού.
Με τα δύο δοκίμια που περιλαμβάνονται στο καινούργιο βιβλίο του, ο Σταύρος Ζουμπουλάκης θέλει να επιστρέψουμε σε έναν ποιητή ο οποίος παρά το πρωτότυπο έργο του (και τώρα όχι μόνο στο επίπεδο της τεχνικής) έμεινε (σαράντα και πλέον χρόνια μετά τον θάνατό του) στα αζήτητα της φιλολογίας και της κριτικής. Η φιλολογική και κριτική λειψανδρία μπορεί να μην είναι τόσο απελπιστική όσο την περιγράφει στον πρόλογό του ο μελετητής (θα είχα μερικά ακόμα να προσθέσω στον μικρό κατάλογο των παραπομπών του) αλλά, όπως κι αν το κοιτάξουμε, η γενική εικόνα δεν αλλάζει: ο Παπατσώνης παραμένει μέχρι και τις ημέρες μας αγνοημένος, κάτι που αποδεικνύεται αμέσως και από την εκδοτική του αφάνεια.
Τι ακριβώς είναι εκείνο που οδήγησε τον Παπατσώνη στο περιθώριο; Μήπως το ότι υπήρξε ένας σταθερά προσανατολισμένος θρησκευτικός ποιητής; Κι άλλοι υπήρξαν χωρίς να γνωρίσουν την ίδια μοίρα. Κι άλλοι προσηλώθηκαν στη θρησκευτική ποίηση χωρίς να πέσουν στην παραγνώριση στην οποία έπεσε ο Παπατσώνης. Εξετάζοντας την ενότητα «Αρχή Σοφίας» από την ποιητική συλλογή Εκλογή Α’ (1934), ο Ζουμπουλάκης θα το πει ευθέως: ο Παπατσώνης έχτισε την ποίησή του πάνω στη θρησκευτική του πίστη αλλά ήταν καθολικός. Κι επιπλέον ως καθολικός ήταν ενωτικός. Πώς να ανθήσουν τέτοιες ιδιότητες σε έναν τόπο τόσο στενά συνδεδεμένο με την ορθόδοξη παράδοση;
Ο Παπατσώνης διατρανώνει τον υπερβατικό λόγο του Θεού (μαζί με την επίγνωση της πτώσης από τον Παράδεισο) απέναντι στην πλάνη τού ότι οι άνθρωποι δεν είναι απόβλητοι του θεϊκού βασιλείου, και μπορούν να εμπιστευθούν το εγώ τους. Και πώς να ριζώσει στην ελληνική κοινωνία και γλώσσα ένας ποιητής που επιζητεί και υπερασπίζεται την αιώνια αλήθεια, θεωρώντας εγγυητή της τη ζώσα αυθεντία του Πάπα;
Ας έχουμε πάντως υπόψη πως ο Παπατσώνης δεν αγνοήθηκε μόνο γιατί έπεσε πάνω στον αδιαπέραστο τοίχο της ορθοδοξίας. Κάτι που δεν έγινε παρά ελάχιστα κατανοητό (με τη φωτεινή εξαίρεση του Κ. Θ. Δημαρά) στα χρόνια της ποιητικής του δράσης ήταν η χαρά και η ευφροσύνη του στίχου του. Στο δεύτερο δοκίμιο του βιβλίου ο Ζουμπουλάκης μιλάει για το οδοιπορικό του Παπατσώνη Ασκηση στον Αθω (1963), συνδέοντας την έκσταση και το ανοδικό φρόνημα του έρωτα με τον ασκητικό βίο, ενώ παράλληλα καταπιάνεται με διάφορα εσωτερικά ζητήματα (διοικητικά και δογματικά) της αθωνικής πολιτείας. Οντας παντελώς αναρμόδιος να συνεχίσω προς μια τέτοια κατεύθυνση τη συζήτηση, προτιμώ να επιμείνω στην ιδέα της χαράς και της ευφροσύνης, που όπως σημειώνει ο Ζουμπουλάκης διαπερνά το σύνολο του έργου του Παπατσώνη.
Σκέφτομαι πως ο ποιητής θα το επιβεβαιώσει δέκα χρόνια μετά την Εκλογή Α’, με τη συλλογή του Ursa Minor (1946), όπου η θέρμη της πίστης θα μετατραπεί σε εξαγγελία μιας λυτρωτικής ουτοπίας, αποδεικνύοντας πως είναι πολλά εκείνα που θα κερδίσουμε αν τον διαβάσουμε έξω από το θρησκευτικό πρίσμα. Και εδώ ακριβώς μετριέται και η αξία της συμβολής του Ζουμπουλάκη, που επαναφέρει στο προσκήνιο μια ποίηση πολλαπλών απολήξεων, συνιστώντας μας, αν μη τι άλλο, να την αναψηλαφήσουμε.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ