Επιτέλους! Ενας νεότερος έλληνας συγγραφέας, με πολλές δημιουργικές ανάσες και σύνθετες αντοχές, που υπηρετεί με αυτοπεποίθηση τη μεγάλη φόρμα του μυθιστορήματος. Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό και εκτείνεται σε 600 πυκνογραμμένες σελίδες. Γεγονός που αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε μια περίοδο που η κυρίαρχη πεζογραφική τάση φαίνεται να είναι η «μικρά, πλην τίμια» φόρμα – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είχαμε και ωραία κείμενα από τη διηγηματογραφία των τελευταίων ετών, ούτε ότι δεν υπήρξαν αξιόλογα μυθιστορήματα τα προηγούμενα χρόνια.

Το νέο βιβλίο του Νίκου Α. Μάντη με τίτλο Οι τυφλοί (Εκδόσεις Καστανιώτη) δεν είναι μόνο το καλύτερο ως σήμερα έργο του ιδίου, το πιο ώριμο – όπως λέμε συχνά για να υποδείξουμε ένα ποιοτικό άλμα -, αλλά ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα που μας έχει δώσει η σύγχρονη ελληνική πεζογραφία εσχάτως, κατά την τελευταία πενταετία τουλάχιστον. Ο 44χρονος συγγραφέας – με την Αγρια Ακρόπολη (2013) και το Πέτρα – Ψαλίδι – Χαρτί (2014) έβαλε τον εαυτό του για τα καλά στο λογοτεχνικό μας κάδρο – με αυτό το πέμπτο βιβλίο του (πέρα από τις ποιητικές του συλλογές) διεκδικεί επάξια τον χαρακτηρισμό του πιο ολοκληρωμένου πεζογράφου της γενιάς του. Ο Μάντης κοιτάζει με μια ιλιγγιώδη απορία τη χρονίζουσα νεοελληνική παθογένεια, διεμβολίζοντας με πρωτότυπο τρόπο το παρελθόν και έχοντας ένα υποψιασμένο βλέμμα πάνω στο δυσοίωνο παρόν μας.

Οι Τυφλοί είναι μια λαβυρινθώδης και απαιτητική σύνθεση, διεθνών προδιαγραφών, δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από ομοτέχνους της ίδιας σειράς, λ.χ. αγγλόφωνους ή ισπανόφωνους. Αντιθέτως, σε πολλές περιπτώσεις –αναγνωρίσιμες, μεταφρασμένες στη χώρα μας –στέκει σε υψηλότερο επίπεδο και, συγχρόνως, αποπνέει μια ιδιοτροπία ελληνική.
Τα αφηγηματικά νήματα εν προκειμένω είναι πολλά, υπάρχουν όμως τρεις ιστορίες (και τρεις χρονικές διαστάσεις) που είναι ευδιάκριτες. 2011: Ο νεαρός Ισίδωρος, ένας άνεργος ηθοποιός που ζει στην Αθήνα, συναντά τον παράξενο συλλέκτη Κλεάνθη Βρακά, φύλακα του «Βιβλίου των Πάντων» με παρελθόν κρατικού λογοκριτή. 1972: Ο Γιώργος Κατσής είναι ένας ευσταλής εύζωνας με «δίχρωμο βλέμμα» και «τηλεπαθητικές ικανότητες» που πρόκειται να συμμετάσχει στις επετειακές εκδηλώσεις της χούντας των συνταγματαρχών στο Καλλιμάρμαρο και να πρωταγωνιστήσει σε μια πολυαναμενόμενη θεατρική παράσταση. 1985: Ο Ελληνοαμερικανός Νέιτ Λάμπερτ, στέλεχος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, βρίσκεται σε κάποιο νησί των Κυκλάδων και προσπαθεί να εξιχνιάσει τον μυστηριώδη θάνατο του πατέρα του, διερευνώντας αν έχει εντέλει σχέση με την τρομοκρατία.
Συγγραφική φιλοδοξία
Ο Νίκος Α. Μάντης είχε μια μακρά συνομιλία με «Το Βήμα» για ένα βιβλίο που, όπως είπε ο ίδιος, κουβαλούσε μέσα του πολύ καιρό ως συγγραφική φιλοδοξία. «Ηθελα ανέκαθεν να γράψω ένα κείμενο όντως πολυεπίπεδο, μια ιστορία που να συνδέει πολλά πρόσωπα και διαφορετικές αναγνώσεις της πραγματικότητας, η οποία όμως να έχει στο επίκεντρο την Αθήνα. Είχα την αίσθηση ότι, σε μεγάλο βαθμό, η καταγραφή της πόλης ήταν περιπτωσιολογική, ότι η Αθήνα που διάβαζα στα βιβλία θα μπορούσε να ήταν και οποιαδήποτε άλλη πόλη. Κάτι μου έλειπε ως αναγνώστη. Δεν με ικανοποιούσε μια συμπτωματική περιήγηση στην Αθήνα, μεταξύ Κολωνακίου, Εξαρχείων και Βουλιαγμένης. Ηθελα την πόλη να πρωταγωνιστεί περισσότερο με την ιστορία της, με τα πολλαπλά στρώματα αυτού που είναι. Ηθελα να δω την Αθήνα με έναν τρόπο πιο οργανωμένο, μυθοπλαστικά και λογοτεχνικά» είπε ο συγγραφέας, κάνοντας ωστόσο μια παράκαμψη, μια ξεχωριστή αναφορά στον Αλέξη Πανσέληνο του οποίου «το οργανωμένο όραμα για την ελληνική λογοτεχνία σέβομαι απεριόριστα».
Μυστήριο χωρίς ίντριγκα
Ομως το βασικό πρότυπο για τους Τυφλούς είναι άλλο, «Το μαύρο βιβλίο» του Ορχάν Παμούκ. «Οταν το διάβασα, γύρω στα 25, με στιγμάτισε, με μάγεψε. Είχα ζηλέψει αυτό που έκανε εκείνος με την Κωνσταντινούπολη». Το ίδιο τού συνέβη χρόνια αργότερα, κοντά στα 35, με το βιβλίο «Οι άγριοι ντετέκτιβ» του Χιλιανού Ρομπέρτο Μπολάνιο. Ναι, αλλά τι ακριβώς είχε θαυμάσει στον τούρκο νομπελίστα; «Δημιούργησε ένα μυστήριο που, επί της ουσίας, δεν ήταν μυστηριώδες. Επρόκειτο για μια καταχρηστική αναζήτηση ενός προσώπου, έχτισε ένα είδος ίντριγκας –όχι αστυνομικού τύπου ακριβώς –πάνω στην ταυτότητα του ήρωα και της πόλης του. Επιπλέον, είχε ενσωματώσει στη δική του ιστορία τις αλλεπάλληλες αφηγηματικές επιστρωματώσεις που υπάρχουν σε ένα τοπίο, τις οποίες δεν μπορούμε να παραβλέψουμε όταν ζούμε μέσα σε αυτό, όσο κι αν νομίζουμε ότι ξεφεύγουμε από αυτό, ζώντας την αυθεντική ζωή μας».

«Ελληνική παράνοια»
Η ιδέα (και η εικόνα) του λαβύρινθου –ο οποίος μπορεί να είναι και υπόγειος και να μην είναι μονάχα ένας, αλλά πολλοί –δεν λειτουργεί μονάχα ως ένα αφηγηματικό μοτίβο εδώ, πρωτίστως αποτυπώνει την ίδια την πραγματικότητα, τη σύνθετη, χαοτική και άφατη συναρμογή της. «Ο λαβύρινθος είναι μια τεράστια μεταφορά για αυτό που ζούμε στο παρόν. Το βιβλίο μπορεί να ιδωθεί, βέβαια, και ως καθαρό παιχνίδι. Για εμένα όμως αποδείχθηκε ο μοναδικός τρόπος να σκεφτώ πάνω στην παράνοια που φαντάζει εγγενής στην ύπαρξη της νεοελληνικής ταυτότητας. Ο εναλλακτικός τίτλος του μυθιστορήματος θα μπορούσε να είναι αυτός: «Ελληνική παράνοια»». Από πού όμως να το πιάσει κανείς το ζήτημα; Ο ίδιος δηλαδή πώς εισχώρησε σε όλο αυτό; «Εκανα τη στρατιωτική μου θητεία στην Προεδρική Φρουρά. Ηταν ένα πολύ περίεργο και ευτράπελο διάστημα της ζωής μου, το οποίο όμως νοσταλγώ, δεν υπάρχει στην περίπτωσή μου η γνωστή μαύρη τρύπα που υπάρχει στη θητεία των περισσότερων. Ο εύζωνας είναι το απόλυτο σύμβολο της νεοελληνικής ύπαρξης, το αγαπώ και το σέβομαι. Αποτελώντας λοιπόν κι εγώ ο ίδιος, ως εύζωνας, μέρος αυτού του αθηναϊκού ντεκόρ, κυκλοφορώντας σε αυτό το τετράγωνο, ο χώρος μού εντυπώθηκε απολύτως, κάτι που επεξεργάστηκα παραπάνω στα χρόνια που προσπαθούσα να οργανώσω αυτό που θα γίνονταν «Οι τυφλοί». Και καθώς μεθόδευα την αφήγηση, μου φάνηκε πολύτιμη αφενός η λαογραφία του Νικολάου Πολίτη που είναι αχανής, αφετέρου η σύγχρονη (κατ’ εμέ) λαογραφία, όλος αυτός ο απίθανος εσμός θεωριών συνωμοσίας που μας περιβάλλει. Ολα αυτά, τα λιγότερο σοβαρά αλλά και τα πιο σοβαρά πράγματα, με βοήθησαν να καταλάβω ότι τούτη η πόλη είναι χίλιες και μία δοξασίες μαζί, ανάλογα με τον βαθμό «τρέλας» ή του περιπετειώδους πνεύματος που κουβαλά ο καθένας. Υπάρχουν ομάδες λ.χ. που κατεβαίνουν στους υπονόμους ή ψάχνουν μυστικά περάσματα από την Πεντέλη ως το Φάληρο. Ολα αυτά πάντως τα προσέγγισα καθαρά αφηγηματικά. Και αποδείχθηκαν σημαντικά επειδή έτσι μπόρεσα να οργανώσω, κατά κάποιον τρόπο, την παράνοια για την οποία μιλάμε. Ο Σαίξπηρ έλεγε, αν δεν υπάρχει μέθοδος, δεν υπάρχει αφήγηση».


Το παρελθόν και η ιδεολογία
Στο βιβλίο, από ένα παράλληλο αφηγηματικό σύμπαν, ο Ντοστογέφσκι (!) υποστηρίζει πως η ψυχή της Ελλάδας αντιμετωπίζει ένα ανυπέρβλητο πρόβλημα: είναι παγιδευμένη στο παρελθόν. «Αν υπάρχει κάποιο δράμα στο βιβλίο, εντοπίζεται ακριβώς εκεί. Σε μια χώρα με πολύ περισσότερο παρελθόν, με πολύ περισσότερους συμβολισμούς από όσους μπορεί να αντέξει. Εκτός όμως από το παρελθόν, είναι και η ιδεολογία ένα μεγάλο και βαρύ φορτίο στην Ελλάδα. Και μάλιστα μια ιδεολογία που πρεσβεύει το γκρέμισμα των πάντων. Είναι, κατά βάση, η ίδια νεύρωση με αυτήν του Νεοέλληνα που θεωρεί ότι η ανθρωπότητα του χρωστάει, η νεύρωση του να έχεις μείνει πίσω και να θέλεις, από την αντίθετη πλευρά, να γκρεμίσεις τα πάντα».
Ο Νίκος Α. Μάντης υπογράμμισε τότε: «Το ενδιαφέρον, νομίζω, είναι πως ωθήθηκα από την ίδια την αφήγηση στο να θίξω αυτά τα ζητήματα. Δεν σκόπευα να το κάνω, δεν το είχα προγραμματίσει. Δεν με ενδιέφερε να γράψω ένα μανιφέστο ή να πω, ιδού, αυτά είναι τα προβλήματα της χώρας ή της νέας ελληνικής ταυτότητας. Μπαίνοντας όμως σε αυτή την αφηγηματική περιπέτεια, οδηγήθηκα μοιραία σε αυτά, εκών άκων. Κάποια στιγμή αναδύθηκαν μπροστά μου και αυτά τα ζητήματα, και δεν γινόταν να τα παραβλέψω. Ξεκίνησα να προσεγγίζω καθαρά αφηγηματικά την παράνοια για την οποία μιλάω. Προσπάθησα, ας πούμε, καταχρηστικά μιλώντας, να γράψω ένα πιντσονικό πράγμα όσο το δυνατόν προσαρμοσμένο στα ελληνικά δεδομένα. Αλλά αποδείχθηκε ότι αυτό δεν μπορείς να το κάνεις χωρίς να μιλήσεις πολιτικά, χωρίς να πας βαθύτερα, με έναν τρόπο όμως αναπάντεχο, που δεν τον περιμένεις ούτε εσύ ο ίδιος. Κάποια στιγμή, λοιπόν, ορθώθηκε το ερώτημα: γιατί ειδικά αυτός ο λαός να ταλανίζεται από αυτό το πράγμα;».

Το βαρύ φορτίο
Κάποια απάντηση –εξωλογοτεχνική, ας πούμε –στο ερώτημα έχει να δώσει ο ίδιος; «Μας βλέπω σαν να είμαστε η ασθενική και καχεκτική απόληξη ενός τεράστιου παρελθόντος, της αρχαιότητας, το οποίο τέθηκε κάποτε εν υπνώσει. Κάποια στιγμή αυτός ο λαός έπεσε για ύπνο -συνέχισε όμως να υπάρχει και να δουλεύεται, γλωσσικά και εθνικά –και κάποια στιγμή ξύπνησε –ή δεν ξύπνησε ή κάποιος άλλος ξύπνησε στη θέση του –και κλήθηκε να διαχειριστεί αυτό το βαρύ φορτίο. Υποψιάζομαι πως το συμπυκνώνει η γλώσσα. Ακόμη κι αν θέλαμε να ξεχάσουμε τα πάντα, να ζήσουμε στη λήθη, εξακολουθεί να υπάρχει η γλώσσα που δεν μας αφήνει. Αν θέλουμε να μιλήσουμε τη γλώσσα μας, να την ερευνήσουμε, τι μιλάμε και τι γράφουμε, καλώς ή κακώς πρέπει να πάμε στον Ομηρο. Κι αυτό είναι, επίσης, τεράστια νεύρωση. Είμαστε ένας μικρός λαός, μια χώρα με μύρια όσα προβλήματα –στην ουσία όμως προβληματάκια, με τα οποία οι άλλοι έχουν ξεμπερδέψει εδώ και 200 χρόνια και εμείς ακόμα πασχίζουμε –και ταυτόχρονα ένας λαός συνδεδεμένος με τον ομφάλιο λώρο, όχι απλώς ενός ένδοξου παρελθόντος αλλά ενός παράγοντα συστατικού για τον δυτικό κόσμο».
Και επέστρεψε στη λογοτεχνία, στη μεγάλη φόρμα. «Θεωρώ το μυθιστόρημα έναν εκ των ων ουκ άνευ παράγοντα για να μπει η Ελλάδα σε έναν ευρύτερο χάρτη και να επικοινωνήσει με μερικούς ανθρώπους παραέξω. Δεν υποτιμώ καθόλου τη δύναμη της μικρής φόρμας, αλλά δεν πιστεύω ότι πρέπει να αποτελεί τον οδηγό μιας εθνικής λογοτεχνίας, σε βαθμό που να λέμε «αυτό είμαστε εμείς» και τίποτε άλλο. Είναι σαν να δυναμιτίζουμε τη δυνατότητά μας να συνομιλήσουμε με τον έξω κόσμο, με κάποιους που δεν έχουν τις ίδιες προσλαμβάνουσες με εμάς, δεν είναι συγγενείς, φίλοι ή γνωστοί μας. Καλώς ή κακώς, κάποιος έξω από εμάς θέλει κάτι πιο επεξεργασμένο, θέλει μια πρόταση ολοκληρωμένη σε σχέση με το πώς βλέπεις τον κόσμο και πώς αντιλαμβάνεσαι την πραγματικότητα ως Ελληνας».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ