Φεύγοντας από τη ζωή σε ηλικία 89 ετών ο πολυβραβευμένος Βασίλης Βασιλικός, άφησε πίσω του μια κληρονομιά με έργα ανεκτίμητης συγγραφικής και ιστορικής αξίας.

Το «Ζ» του 1966, που τρία χρόνια αργότερα μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη από τον σκηνοθέτη Κώστα Γαβρά, έγινε το σημείο αναφοράς μιας πορείας 70 ετών γεμάτης από λέξεις και έντονα συναισθήματα.

Τον Δεκέμβριο του 2016 ο Αναστάσης Βιστωνίτης είχε γράψει στο Βήμα για τα 50 χρόνια από την κυκλοφορία του εμβληματικού μυθιστορήματος που αναφερόταν στα γεγονότα της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη στη Θεσσαλονίκη.

Ακολουθεί το κείμενο όπως είχε δημοσιευτεί.

——————————

Ας το πούμε εξαρχής: το «Ζ» είναι ένα σπουδαίο μυθιστόρημα – και όχι μόνο για την ελληνική λογοτεχνία. Έχουν περάσει 50 χρόνια από την πρώτη του έκδοση και εξακολουθεί να είναι ένα μοντέρνο, πρωτοποριακό και ανατρεπτικό βιβλίο που μοιάζει σαν να γράφτηκε σήμερα.

Θα ήταν σπουδαίο ακόμη και αν δεν είχε μεταφερθεί  εκπληκτικά στον κινηματογράφο από τον Κώστα Γαβρά, ακόμη και αν το θέμα του δεν ήταν η μυθιστορηματική μεταφορά της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη το 1963 που στοίχειωσε την πολιτική ζωή της χώρας. Γιατί στην ουσία μέσα από το βιβλίο αναδύεται το μετεμφυλιακό παρακράτος σε όλες του τις πτυχές: από τις γειτονιές και τα στέκια των τραμπούκων ως τα γραφεία των ανώτατων αξιωματικών της χωροφυλακής.

Είμαστε χώρα της περιφέρειας, όμως αυτό δεν σημαίνει πως όσα έχει επιτύχει η λογοτεχνία μας δεν θα πρέπει όχι να τα συγκρίνουμε αλλά να τα τοποθετούμε δίπλα σε αντίστοιχα έργα κορυφαίων συγγραφέων από τις λεγόμενες μεγάλες χώρες. Όπως είναι το Εν ψυχρώ του Τρούμαν Καπότε και τα Executioner’s Song και Οι στρατιές της νύχτας του Νόρμαν Μέιλερ.

Το μυθιστόρημα του Καπότε ασφαλώς και ενέπνευσε τον Βασιλικό. Ωστόσο, όσες ομοιότητες υπάρχουν στα δύο βιβλία, άλλες τόσες είναι και οι διαφορές τους. Τις αναλύει άλλωστε διεξοδικά στο διαφωτιστικό της επίμετρο η Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη.

Ευφυές μοντάζ, αλησμόνητοι χαρακτήρες

Ο υπότιτλος «Φανταστικό ντοκιμαντέρ ενός εγκλήματος» για όσους έχουν δει την κινηματογραφική μεταφορά του Ζ, αλλά δεν έχουν διαβάσει το βιβλίο μπορεί να λειτουργήσει παραπλανητικά. Η γραφή του Βασιλικού δεν είναι «κινηματογραφική» – παρά την «καταιγιστική» δράση μέσω της ευφυούς αξιοποίησης του μοντάζ στο αφηγηματικό πεδίο, που εικάζω πως θα βοήθησε τον Σεμπρούν στο σενάριο και τον Γαβρά στο ντεκουπάζ της ταινίας.

Εχει όλες τις αρετές ενός πρώτης κατηγορίας μυθιστορήματος: ρυθμό, ατμόσφαιρα, περιγραφές που μεταφέρουν ευθέως τον αναγνώστη στους τόπους της δράσης, χαρακτήρες αλησμόνητους. Και μιαν αμεσότητα που μόνο ένα πηγαίο ταλέντο διαθέτει.

Ο Τρούμαν Καπότε χαρακτήρισε το Εν ψυχρώ «μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα». Δηλαδή αφήγηση που βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά αλλά διαμορφωμένη με βάση τα μυθιστορηματικά πρότυπα.

Εδώ ο Βασιλικός, όπως έχει πει και ο ίδιος κατά το παρελθόν, βασίστηκε πρωτίστως στα πρακτικά της ανάκρισης για τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη που έθεσε στη διάθεσή του ο φίλος του Δημήτρης Δεσποτίδης. Σύμφωνα με τον Δημήτρη Ραυτόπουλο αξιοποίησε το βιβλίο του δημοσιογράφου της Αυγής, Γιάννη Βούλτεψη, «Υπόθεση Λαμπράκη», που ο τελευταίος το έθεσε υπόψη του συγγραφέα πριν από την έκδοσή του.

Ο Βασιλικός τα αξιοποίησε αμφότερα, όπως και πολλά άλλα, ανάμεσα στα οποία και τα εξαίρετα αποκαλυπτικά ρεπορτάζ  άλλων δύο σημαντικών δημοσιογράφων που κάλυψαν τα σχετικά με τη δολοφονία: του Γιώργου Ρωμαίου του Βήματος και του Γιώργου Μπέρτσου της Ελευθερίας, που αποτελούν και σήμερα αντιπροσωπευτικά δείγματα της ερευνητικής δημοσιογραφίας.

Οχι όμως ως στεγνό υλικό. Αλλωστε εισάγει και κάποιες δικές του επινοήσεις, ειδικά όσον αφορά την ανάκριση. Οσο για τους διαλόγους του, πρωτίστως των υψηλά ιστάμενων αξιωματικών της αστυνομίας με τους δολοφόνους του Λαμπράκη, μοιάζουν τόσο φυσικοί που σου δίνουν την εντύπωση ότι τους είχε καταγράψει ο ίδιος στο μαγνητόφωνο.

Τα ειρωνικά του σχόλια έχουν ενσωματωθεί ευφυώς στην αφήγηση, η οποία είναι τριτοπρόσωπη. Εν τούτοις ο ίδιος δεν μένει αμέτοχος των όσων αφηγείται. Τα σαρκαστικά ονόματα που δίνει στα πρόσωπα της εξουσίας (π.χ. Μαστοδοντόσαυρος και Βραγχιόσαυρος) είναι επίσης χαρακτηριστικά, όπως και ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται τη γραφειοκρατική καθαρεύουσα.

Από το ντοκουμέντο στη μυθοπλασία

Το να παρουσιάζει ο συγγραφέας τους χαρακτήρες του όπως είναι αποτελεί ασφαλώς αρετή για ένα τέτοιο βιβλίο, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι ο Βασιλικός δεν τους κρίνει. Για την ιδιοσυγκρασία του η αμεσότητα της γραφής προϋποθέτει την άμεση εμπειρία – κατά συνέπεια και την απαίτηση να καταγράφονται τα όσα συμβαίνουν, όπως και όταν συμβαίνουν.

Το να αξιοποιεί κανείς σε ύψιστο βαθμό στο μυθιστόρημα αυτή την κατ’ εξοχήν δημοσιογραφική αρχή, δηλαδή την ουσία του ρεπορτάζ μεταβάλλοντάς το έτσι από ντοκουμέντο σε μυθοπλαστικό υλικό, απαιτεί ασφαλώς μεγάλη δεξιοτεχνία. Θα έλεγα και φαντασία, χωρίς την οποία ο μυθιστοριογράφος δεν μπορεί να συνθέσει το υλικό της πραγματικότητας και κυρίως: δεν μπορεί να το εντάξει στον αφηγηματικό χρόνο.

Θυμίζω πως το βιβλίο εκδίδεται ενόσω διεξάγεται η δίκη για τη δολοφονία του Λαμπράκη. «Ο Λαμπράκης ζει» ήταν το σύνθημα της εποχής. Ετσι, γίνεται ο Ζ, η ζωή που στη συνείδηση των πολιτών υπερβαίνει την αθλιότητα εκείνων οι οποίοι την αφαιρούν. Αυτό είναι εμφανές στα λεγόμενα «λυρικά», δηλαδή τα πιο υποκειμενικά κεφάλαια του βιβλίου, τα οποία προκάλεσαν αμηχανία και ενστάσεις από κάποιους κριτικούς της εποχής.

Σήμερα ωστόσο φαίνονται – και είναι – εξίσου σημαντικά με τα αμιγώς αφηγηματικά μέρη. Και αυτά φωτίζουν με ένα εσωτερικό φως την ψυχοσύνθεση του δολοφονημένου Λαμπράκη (αλλά και άλλων) και τον καθιστούν ολοκληρωμένο και αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα, παρότι η φυσική του παρουσία μέσα στην αφήγηση είναι περιορισμένη. Σημασία επομένως δεν είχε τόσο το ποιος ήταν ο Λαμπράκης αλλά τι σήμαινε τότε (όπως και τώρα). Αυτό το τελευταίο σηματοδοτεί κατά τρόπο τραγικό η δολοφονία του. Σήμα, ως γνωστόν, σημαίνει και τάφος. Αλλά εδώ μπορεί να σημαίνει και ζωή (Ζ).

Εκείνο που επέτυχε τότε αυτός ο προικισμένος πεζογράφος στα 32 του χρόνια το επιχείρησαν και το επιχειρούν πολλοί νεότεροι πεζογράφοι (κάποτε καθ’ υπερβολήν) τόσο στη χώρα μας όσο και στο εξωτερικό.

Το κεντρικό πρόσωπο φυσικά στο μυθιστόρημα, όπως και στην ταινία, είναι ο Ανακριτής, η ενσάρκωση όχι μόνο της δικαιοσύνης αλλά και της κοινωνικής συνείδησης. Αυτός αποκαλύπτει και φωτίζει τον Λαβύρινθο όπου εδρεύει το πολυπρόσωπο τέρας του Κακού. Και φυσικά πρόκειται, όπως γνωρίζουν οι πάντες, για τον Χρήστο Σαρτζετάκη, ο οποίος μυθοποιήθηκε στο μυθιστόρημα, στην ταινία του Κώστα Γαβρά και στα βιβλία που γράφτηκαν για τη δολοφονία του Λαμπράκη ως ανακριτής.

Το πολιτικό σύστημα της εποχής, ή πιο ωμά το μετεμφυλιακό κράτος, όταν του ανέθετε το έργο της ανάκρισης δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι εκείνος ο προικισμένος νεαρός, επίμονος και αμετάπειστα προσηλωμένος στο καθήκον δικαστικός, δεν θα δίσταζε να παραπέμψει την ηγεσία της αστυνομίας της Θεσσαλονίκης σε δίκη. Το ότι οι αστυνομικοί εκείνοι αθωώθηκαν είναι μια άλλη ιστορία που έπειτα από μισόν και πλέον αιώνα μοιάζει το λιγότερο θλιβερή.

Πολυεπίπεδο μυθιστόρημα

Το Ζ πρωτοκυκλοφόρησε λίγους μήνες πριν από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου και μετά την πτώση της δικτατορίας γνώρισε επανειλημμένες επανεκδόσεις στη χώρα μας. Διαβάστηκε και αγαπήθηκε από χιλιάδες αναγνώστες και μεταφράστηκε σε 22 γλώσσες, ακόμη και στα σουαχίλι.

Ενα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, όπως αυτό, επιδέχεται πολλές αναγνώσεις, παρ’ όλο που εστιάζεται σε μια σύντομη, όσο βέβαια και κρίσιμη, στιγμή της νεότερης ιστορίας μας. Είναι βιβλίο με θέση, όμως θα δίσταζα να το χαρακτηρίσω στρατευμένο, με βάση τουλάχιστον το περιεχόμενο, το οποίο αποδίδουμε στον όρο.

Η ανάκριση παίζει μεγάλο ρόλο στην αφηγηματική του δομή αλλά εξίσου μεγάλος είναι και ο ρόλος της αυτοψίας, μέσω της οποίας ο Βασιλικός διεισδύει στον νου και την ψυχοσύνθεση των χαρακτήρων του.

Δεν ξέρω άλλον συγγραφέα μας που να έχει διεισδύσει στον κοινωνικό περίγυρο, τον ψυχισμό και τον χαρακτήρα του λούμπεν παρακρατικού όπως ο συγγραφέας του Ζ. Η ένταξή του στην εξαίρετη νέα σειρά Aldina των εκδόσεων Gutenberg επιβεβαιώνει την άποψη των εκδοτών ότι πρόκειται για «βιβλίοσύμβολο», για «μυθιστόρημασταθμό στην ελληνική λογοτεχνία». Μένει τώρα να το ανακαλύψει και η νεότερη γενιά των αναγνωστών.