Ηλθε το πλήρωμα του χρόνου και, στις αρχές της εβδομάδας, ο Ντέιβιντ Χάρσεντ (Ντέβον, 1942) απέσπασε το «Βραβείο Τ.Σ. Ελιοτ» για το 2014 –από τις πιο σημαντικές και έγκυρες διακρίσεις στο πεδίο της αγγλόφωνης ποίησης διεθνώς –για την πλέον πρόσφατη συλλογή του «Fire Songs» (Τα Τραγούδια της Φωτιάς). Η Ελεν Ντάνμορ, η πρόεδρος της κριτικής επιτροπής, είπε εκ μέρους της Poetry Book Society ότι ο ίδιος «είναι ένας ποιητής για σκοτεινούς και επικίνδυνους καιρούς», εκθειάζοντας τόσο την τεχνική (γλωσσική) πλευρά όσο και την «προφητική δύναμη» της ποίησής του, η οποία, εν προκειμένω, ανυψώνεται μέσα σ’ ένα σκηνικό πολέμου, με εικόνες μαρτυρικές και ενίοτε αποκαλυψιακές. Πριν από λίγο καιρό «Το Βήμα» είχε συναντήσει τον Ντέιβιντ Χάρσεντ στη Στοά του Βιβλίου όταν, στο πλαίσιο του European Literary Walk, επισκέφθηκε την Αθήνα και, ως προσκεκλημένος του Βρετανικού Συμβουλίου, διάβασε δημοσίως ποιήματά του. Αρκετοί από το ακροατήριο ζητούσαν να μάθουν κατά πόσον το έργο του ποιητή (που καλύπτει τέσσερις και πλέον δεκαετίες) είναι «αυτοβιογραφικό», ερώτημα που, μολονότι ο ίδιος το έχει ακούσει αμέτρητες φορές, εξακολουθεί να τον παραξενεύει. «Η φωνή του ποιητή στην περίπτωσή μου δεν ταυτίζεται με τη φωνή της εμπειρίας του. Προσωπικά δεν με ενδιαφέρει να αποσπάσω γεγονότα από τη ζωή μου για να τα μετατρέψω σε ποιήματα. Δεν είμαι, αν θέλετε, της εξομολογητικής σχολής. Δεν θα έγραφα ποτέ ένα ποίημα για τον θάνατο ενός οικείου προσώπου, ούτε για το τέλος ενός έρωτα, ούτε για κάτι που απλώς έτυχε να παρατηρήσω και να μου κάνει εντύπωση. Το περιεχόμενο αλλά και το αφηγηματικό πλαίσιο στο έργο μου ήταν ανέκαθεν μυθοπλαστικό» εξήγησε ο Ντέιβιντ Χάρσεντ, ο οποίος έχει γράψει, εκτός των άλλων, αστυνομικά θρίλερ με ψευδώνυμα, τηλεοπτικά σενάρια αλλά και λιμπρέτα για όπερες. Αλλωστε «ακόμη και για τον ποιητή που γράφει σε πρώτο ενικό πρόσωπο ισχύει ό,τι ακριβώς ισχύει και για τον μυθιστοριογράφο που γράφει στο ίδιο πρόσωπο» συμπλήρωσε όλο νόημα ο ίδιος. Στην ποίηση «δεν υπάρχουν κανονιστικοί κανόνες», δεν υπάρχει κάποια εκ των προτέρων θεώρηση «για το τι είναι ή για το τι θα έπρεπε να είναι ένα ποίημα». Η ποίηση ωστόσο «αναγνωρίζεται από τον αντίκτυπό της» και σύμφωνα με τον Ντέιβιντ Χάρσεντ οι δύο βασικές διαστάσεις της ποίησης είναι «η μουσικότητά της» από τη μία, και «η επιλογή και η τοποθέτηση των λέξεων μέσα στο ίδιο το ποίημα» από την άλλη. Αρκετοί πάντως εμμένουν στη «σκοτεινιά μου», στο γεγονός δηλαδή δεν είναι «ευχάριστη» η ποίησή του. «Δεν ξέρω με τι θα έμοιαζε ένα «χαρούμενο» ποίημα» σημείωσε ο ίδιος γελώντας δυνατά. Στην πραγματικότητα η ποίησή του είναι «άβολη» για τον ανυποψίαστο αναγνώστη και τον αναγκάζει, κάπως αιφνιδιαστικά, να δοκιμάσει τις αναπαραστάσεις που έχει για τον κόσμο ή τον ίδιο τον άνθρωπο. Ο μέντορας του ιδίου και κριτικός Ιαν Χάμιλτον (ο οποίος δημοσίευσε πρώτος ποίησή του στο περιοδικό «The Review» αλλά και στο «Times Literary Supplement») είπε κάποτε ότι ο Ντέιβιντ Χάρσεντ «ήλθε από το πουθενά» και, πλέον, ύστερα από τέσσερις υποψηφιότητες στη βραχεία λίστα, πήρε το «Βραβείο Τ.Σ. Ελιοτ» που κατά το παρελθόν έχει απονεμηθεί σε ποιητές όπως ο Τεντ Χιουζ ή οι (νομπελίστες) Σέιμους Χίνι και Ντέρεκ Γουόλκοτ. Ο Ντέιβιντ Χάρσεντ είναι ένθερμος θαυμαστής του Γιάννη Ρίτσου, κάτι που απέδειξε έμπρακτα το 2012, όταν και εξέδωσε ένα βιβλίο-φόρο τιμής υπό τον τίτλο «In Secret – Versions of Yannis Ritsos», τις δικές του «διασκευές» δηλαδή σύντομων ποιημάτων (αρκετά από αυτά πολιτικά) του μεγάλου έλληνα ποιητή, τα οποία είναι «σαν μικρά ψυχοδράματα» που τα χαρακτηρίζει μια ακαταμάχητη, μυστηριακή και ανατρεπτική δύναμη. «Πρωτοδιάβασα ποιήματα του Ρίτσου το 1969, σ’ εκείνες τις μεταφράσεις του Αλαν Πέιτζ. Με συνεπήρε από την πρώτη στιγμή και έκτοτε επέστρεφα συνεχώς στο έργο του μέσω νεότερων μεταφράσεων. Αυτό που κατέληξα να κάνω, εμπιστευόμενος το ένστικτό μου, ήταν να «αποσπάσω το πνεύμα» (ορισμένων σύντομων ποιημάτων του Ρίτσου ή αποσπασμάτων από μεγαλύτερες συνθέσεις του όπως το «Νεκρό σπίτι») και ακολούθως να το «απελευθερώσω» μέσα στην αγγλική γλώσσα, σε φιλόξενα και πειστικά αγγλικά ποιήματα» τόνισε ο Ντέιβιντ Χάρσεντ και κανείς δεν μπορεί να τον κατηγορήσει για τις αγαθές του προθέσεις.

Ο αγγλικός ήχος του Ρίτσου

Το ίδιο αστέρι

Μουσκεμένες οι στέγες γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο. Οι γυναίκες
τυλίγονται στο μποξά τους. Βιάζονται να κρυφτούν στο σπίτι τους.
Αν μείνουν λίγο ακόμη στο κατώφλι, θα τις δει το φεγγάρι να
κλαίνε.
Αυτός υποψιάζεται μέσα σε κάθε καθρέφτη
μιαν άλλη, διάφανη γυναίκα, αποκλεισμένη μες στη γύμνια της
–όσο κι αν θέλεις να την ξυπνήσεις, δεν ξυπνάει.
Αποκοιμήθηκε μυρίζοντας ένα άστρο.
Κι αυτός μυρίζει το ίδιο εκείνο αστέρι ξαγρυπνώντας.
The same star

Moonlight drenches the rooftops. The women pull their shawls
round tight and rush indoors to hide their tears.
He thinks there must be a woman in every mirror, naked, locked in.
He thinks the woman he’s thinking of fell asleep
smelling the faint odour of a distant star,
the self-same whiff of scorch that now keeps him awake.
Απόσπασμα από τα «Τραγούδια της φωτιάς»

M.A.D., 1971 (Ποντικότρυπα)

Ο αρουραίος, της είπε, πρώτος ο αρουραίος θ’ αναδυθεί απ’ τη γλίτσα
και τα σκατά μετά την απέραντη έκσταση της βόμβας μεγατόνου, με φάτσα
πασαλειμμένη απ’ ό,τι έσκαψε να βγει, ό,τι έπεσε, ό,τι βρήκε για μάσα.
Εσύ κι εγώ θα σμίξουμε, θα λιώσουμε, καψαλισμένο κόκαλο με κόκαλο,
σάρκα γυρισμένη προς τα μέσα.
Θα χαραχτεί στον τοίχο το περίγραμμά μας, μία υπεκφυγή, δέρμα ένα.
Θα ‘χουμε ενωθεί όπως άλλοτε ποτέ, αλλά ενωθεί εν αμαρτία, όπως θα θέλαμε.
***
Στις θάλασσες του φεγγαριού είχε ανθρώπους. Νεκρός κείτονταν ο μέγας λαγός.
Αυτό που φαίνονταν να λεν ήταν σπασμένες φράσεις από κώδικα άσπαστο.
Αυτό που φαίνονταν ν’ ακούν ήταν φωνή Θεού να αλυχτά στο κενό.
Η γη, αφηρημένο έργο που κυλούσε, τ’ άσπρα και μπλε στολίδια της πύκνωναν
στο σκοτάδι. Την είπαν terra nullius. Μούσκευαν
στο φως των άστρων, φως νεκρό. Κλότσαγαν τη σκόνη καθώς χόρευαν.
***
Εννιά, της είπε, βλέπεις; Εννιά: κάθε του πολλαπλάσιο
αθροίζεται ξανά σε εννιά –όρκοι της νύφης των δασών,
χοροί των αγγέλων, πύλες της σαρκός, εννιά εκδοχές για την οδό
προς τη Γεσθημανή… Κακοτυχία, βεβαίως, να ονειρεύεσαι το «εννιά»
μα δεν μπορεί παρά στον ύπνο να τους είδα: κλώνοι αρουραίων
σε ανεμοστρόβιλο τέφρας, πέτρες σπασμένες, η πόλη αφανισμένη απ’ τη φωτιά.
Μετάφραση: Παναγιώτης Ιωαννίδης
Σημείωση: Οπως αναφέρει ο Ντ. Χ., κάποιοι πολιτισμοί βλέπουν έναν λαγό στην επιφάνεια της σελήνης. Το 1971 έγινε η προσσελήνωση του «Apollo 15», αλλά ήταν και το αποκορύφωμα του Ψυχρού Πολέμου. «M.A.D.» είναι το ακρωνύμιο της φράσης «mutually assured destruction» (αμοιβαίως εγγυημένη καταστροφή) –συνθήκη που εθεωρείτο απαραίτητη για τη μη έναρξη του πυρός μεταξύ Ανατολικού και Δυτικού Μπλοκ. Τέλος, τα ψηφία του 1971, αθροιζόμενα, δίδουν 9. «Terra nullius» (λατ.): γη του κανένα. Το ποίημα αυτό ανήκει σε ένα σύνολο δώδεκα ποιημάτων –από τα δύο πιο πρόσφατα βιβλία του Ντ. Χ. –που δημοσιεύονται στο τρέχον, 4ο τεύχος του περιοδικού «Φάρμακο», σε μετάφραση και με επίμετρο του Παναγιώτη Ιωαννίδη.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ