από metereologos.gr
Σάββατο 23 Σεπτεμβρίου 2017
 
 

Συζητώντας με τον Γκαίτε

Η κορυφαία φυσιογνωμία της γερμανικής κουλτούρας όπως αναδεικνύεται από τις συνομιλίες του με τον Γιόχαν Πέτερ Εκερμαν στα τελευταία εννέα χρόνια της ζωής του
Συζητώντας με τον Γκαίτε
2 Οκτωβρίου 1808: ο Γκαίτε συναντά τον Ναπολέοντα
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

Johann Peter Eckermann
Συνομιλίες με τον Γκαίτε
Μετάφραση Δημήτρης Δημοκίδης.
Εισαγωγή και επίμετρο Κατερίνα Καρακάση.
Εκδόσεις Printa, 2014, τόμ. Α+Β,
σελ. 680, τιμή 23 ευρώ ο κάθε τόμος

Τον Μάιο του 1823 ένας άσημος Γερμανός ονόματι Γιόχαν Πέτερ Εκερμαν, 31 ετών, στέλνει στον Γκαίτε, που ήταν τότε 74 ετών, ένα δοκίμιο με τίτλο Συνεισφορές στην Ποίηση, όπου αναφέρεται ειδικά στον συγγραφέα του Φάουστ. Το κείμενο είναι μια «αγιογραφία» του Γκαίτε, ο οποίος ωστόσο διακρίνει τις φιλολογικές ικανότητες και το κριτικό πνεύμα του συγγραφέα του.

Τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς ο Εκερμαν ζητεί ακρόαση από το ίνδαλμά του. Ο Γκαίτε τον δέχεται θερμά και από τότε και στα επόμενα εννέα χρόνια, ως τον θάνατο του μεγάλου συγγραφέα, ο Εκερμαν τον επισκέπτεται τακτικά (περισσότερες από χίλιες φορές) και κρατάει σημειώσεις των συνομιλιών τους, τις οποίες επεξεργάζεται και εκδίδει το 1836 σε τρεις τόμους με τίτλο Συνομιλίες με τον Γκαίτε στα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Το βιβλίο είχε χλιαρή υποδοχή στη Γερμανία και σε μία περίπτωση, του Χάινε, αντιμετωπίζεται με άκρως ειρωνικά σχόλια. Ανάμεσα στα υπόλοιπα άκρως περιπαικτικά ο Χάινε γράφει: «Είναι πραγματικά ένα λάθος της θεϊκής δημιουργίας το ότι δεν φυτρώνουν πράσινα φτερά στο κεφάλι του κυρίου Εκερμαν, και ο Γκαίτε προσπάθησε τουλάχιστον να διορθώσει κάπως αυτό το λάθος, με το να συνταγογραφήσει ένα καπέλο διδάκτορα και να του το βάλει με τα ίδια του τα χέρια πάνω στο κεφάλι». Το «καπέλο διδάκτορα» παραπέμπει στο διδακτορικό που δόθηκε στον Εκερμαν το 1925 από το Πανεπιστήμιο της Ιένας κατόπιν μεσολάβησης του Γκαίτε.

Ο Χάινε θεωρεί πως με το βιβλίο αυτό ένας ασήμαντος προσπαθεί να πάρει λίγη από τη λάμψη του σπουδαίου συγγραφέα. Διαφορετική όμως ήταν η άποψη του Νίτσε, ο οποίος θεωρούσε τις Συνομιλίες «το καλύτερο γερμανικό βιβλίο».

Ασφαλώς και δεν πρόκειται για το «καλύτερο γερμανικό βιβλίο», αλλά η υπερβολή του Νίτσε είναι ενδεικτική της σημασίας των Συνομιλιών. Για την ιστορία του πράγματος, ας αναφέρουμε πως με το βιβλίο αυτό αναζωπυρώθηκε εκτός Γερμανίας το ενδιαφέρον για τον Γκαίτε και στη συνέχεια και στην ίδια του τη χώρα. Είναι ένα έργο όπου συνδυάζονται οι προσωπικές εμπειρίες - ο Εκερμαν δεν κρύβει τα αισθήματα βαθύτατου θαυμασμού που έτρεφε για τον μέντορά του - και οι απόψεις του ίδιου του Γκαίτε για όλα σχεδόν τα ζητήματα που μπορούσε να φανταστεί κανείς: πολιτικά αισθητικά, φιλοσοφικά, κοινωνικά.

Συγκρίνοντας τέχνες και καλλιτέχνες
Εξαιρετικά ενδιαφέρουσες είναι οι σελίδες όπου ο γέροντας της Βαϊμάρης σχολιάζει και αναλύει τα σημαντικά κατά κανόνα βιβλία που διαβάζει (για τα δευτερότερα προβαίνει σε απλές αναφορές), τα θεατρικά έργα που έχει δει, τους ανθρώπους με τους οποίους έχει συναναστραφεί. Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι συγκρίσεις των δικών του έργων με τα έργα των άλλων και οι αντίστοιχες ανάμεσα σε κείμενα γραμμένα σε διαφορετικές χώρες και γλώσσες.

Ο Γκαίτε γνώριζε την επιθυμία του Εκερμαν να δημοσιεύσει τις Συνομιλίες όσο ζούσε ο ίδιος, και μάλιστα είχε δει αρκετά μέρη τους, τα οποία και είχε εγκρίνει. Σε μεγάλο βαθμό λοιπόν τα όσα έλεγε κατά τη διάρκεια των συζητήσεών τους ήταν διατυπωμένα και βάσει αυτής της προοπτικής, δηλαδή με τον απλούστερο δυνατό τρόπο, ώστε να είναι απολύτως κατανοητά, χωρίς υπεραπλουστεύσεις εν τούτοις.

Ο αναγνώστης θα βρει πολύ ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για σπουδαίους συγγραφείς: τον Λέσινγκ, τον Γουόλτερ Σκοτ, τον Προσπέρ Μεριμέ, τον Μαντσόνι. Και ακόμη πιο σημαντικές για κορυφαίους, όπως οι έλληνες τραγικοί και ο Σαίξπηρ. Για μουσικούς και ζωγράφους: τον Μότσαρτ, τον Ρούμπενς και άλλους. Προβαίνει ταυτοχρόνως σε συγκρίσεις ανάμεσα στις τέχνες και ανακαλύπτει αναλογίες που ακούγονται πρωτόγνωρες ακόμη και σήμερα. Στο συγκριτικό επίπεδο έχουν ανακαλυφθεί άπειρες υπαρκτές και ανύπαρκτες ομοιότητες ανάμεσα στις τέχνες, θα μπορούσε όμως κανείς να φανταστεί πως ο Γκαίτε αποκαλούσε την αρχιτεκτονική «παγωμένη μουσική» όπως διαβάζουμε στη συνάντησή του με τον Εκερμαν την 23η Μαΐου 1829;

Μετουσιωμένες γνώσεις
Στις συναντήσεις συχνά παρευρίσκονται και άλλα άτομα: αυλικοί, μηχανικοί, άγγλοι αξιωματικοί, συγγραφείς και μέλη της οικογένειας του Γκαίτε. Κάποιες φορές οι δύο συνομιλητές κάνουν περιπάτους ή πηγαίνουν βόλτα με την άμαξα. Και στις περιπτώσεις αυτές οι συζητήσεις περιστρέφονται κατά κανόνα γύρω από τη φύση, τη βοτανολογία, τα πετρώματα, τη χλωρίδα και την πανίδα της περιοχής.

Οι συζητήσεις έχουν τη φυσικότητα της καθημερινής συνομιλίας, μολονότι περιστρέφονται πάντοτε γύρω από σημαντικά θέματα. Συχνά ξεκινούν από ένα άρθρο που διάβασε ο Γκαίτε σε κάποιο περιοδικό ή μια είδηση για κάτι που συνέβη στη Γερμανία ή σε μιαν άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Με απολύτως φυσικό τρόπο ο Εκερμαν περιγράφει και τις μετάβαση στην ίδια συνάντηση από το ένα θέμα στο άλλο. Ετσι ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι τα όσα λέγονται δεν έχουν χαρακτήρα σεμιναρίου - αν και ο διδακτικός τόνος του Γκαίτε είναι εμφανής - αλλά πως είναι μετουσιωμένα, ότι δηλαδή πρόκειται για πραγματική ζωή και κατ' επέκταση πως τα όσα συμβαίνουν κάπου έχουν τον αντίκτυπό τους παντού.

Πολλά από τα ονόματα που παρελαύνουν, τα οποία βρίσκονταν εκείνα τα χρόνια στην πρώτη γραμμή, έχουν σήμερα ξεχαστεί. Αλλά ένα βιβλίο εποχής δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στα μεγάλα ονόματα. Εξάλλου ο Γκαίτε, που διέθετε έμφυτη ευγένεια, έχει έναν καλό λόγο σχεδόν για όλους, με τη διαφορά ότι δεν είναι άκριτος. Οι έπαινοί του δεν ακυρώνουν τις ενστάσεις του. Ας προσθέσω πως όταν σκεφτόμαστε τον Γκαίτε έχουμε κατά νου τον κλασικό, τον ρομαντικό, το «μνημείο». Οι Συνομιλίες μάς αποκαλύπτουν πως εκείνο το ανέγγιχτο «τοτέμ» διέθετε και εκπληκτική αίσθηση του χιούμορ!

«Οι Γερμανοί είμαστε μπούφοι»
Ο αναγνώστης θαυμάζει όχι μόνο το εύρος των ενδιαφερόντων, τη μετουσιωμένη γνώση και την ευαισθησία του Γκαίτε αλλά και την ενασχόλησή του με φαινομενικά δευτερεύοντα ζητήματα, όπως λ.χ. οι διαφορές στην προφορά από περιοχή σε περιοχή της Γερμανίας. Τα όσα λέει επ' αυτού σε σχέση με το θέατρο την Τετάρτη 5 Μαΐου 1824 επί παραδείγματι είναι και ένα μάθημα ορθοφωνίας!

Οταν συγκρίνει τα πολιτιστικά επιτεύγματα άλλων χωρών με αυτά της Γερμανίας θα λέγαμε πως δεν διαθέτει τον πατριωτισμό που θα περίμενε κανείς από έναν «άνθρωπο του κατεστημένου», όπως τον χαρακτήριζαν στον καιρό του - πράγμα που ο ίδιος δεν παραδεχόταν. «Εμείς οι Γερμανοί είμαστε μπούφοι» λέει σε κάποια αποστροφή του, εννοώντας φυσικά ότι οι Γερμανοί της εποχής του δεν έδιναν τη δέουσα σημασία στα επιτεύγματα άλλων λαών. Πέραν όμως αυτού ο Γκαίτε αισθανόταν ότι ο ίδιος ανήκε σε μια παγκόσμια κοινωνία της λογοτεχνίας, της τέχνης και της επιστήμης. Και ότι αν ήθελαν να προοδεύσουν οι Γερμανοί θα έπρεπε να αισθάνονται και να σκέπτονται με τον ίδιο τρόπο.

Η σχέση του Γκαίτε με τον Εκερμαν είχε και πρακτικούς λόγους. Ο Γκαίτε τού είχε εμπιστευθεί χειρόγραφά του να τα επιμεληθεί, άλλα που δεν ήθελε να κυκλοφορήσουν, και αρκετά από όσα δημοσιεύθηκαν μετά τον θάνατό του. Του είχε δηλαδή εκτίμηση και απόλυτη εμπιστοσύνη - και αυτό προκύπτει από τις Συνομιλίες, αν και ο Εκερμαν αναφέρεται στα παραπάνω με ιδιαίτερη σεμνότητα. Γι' αυτό και η ενασχόλησή του με το έργο του Γκαίτε τον εμπόδισε να ικανοποιήσει τις όποιες λογοτεχνικές του φιλοδοξίες. Δεν είχε τον χρόνο ούτε και το κουράγιο να «αναμετρηθεί» στο δημιουργικό πεδίο με το μεγάλο έργο του δασκάλου του.

Πέραν όμως αυτών και του απόλυτου θαυμασμού και της αφοσίωσης του Εκερμαν στη μορφή αυτή της Γερμανίας, τι άλλο υπήρχε; Μας το παρέδωσε γραπτώς τον Μάρτιο του 1844 ο ίδιος: «Ηταν σχέση μαθητή προς δάσκαλο, του γιου προς τον πατέρα».

Αφήνοντας τα ειρωνικά σχόλια που διατυπώθηκαν από τον Χάινε, σήμερα μπορούμε να εκτιμήσουμε καλύτερα εκείνα που πέτυχε ο ίδιος ο Εκερμαν - και που δεν είναι διόλου λίγα. Πρώτον, να μας δώσει το πορτρέτο μιας μεγάλης φυσιογνωμίας στα τελευταία εννέα χρόνια της ζωής του. Δεύτερον, έστω και εξ αντανακλάσεως, ένα πανόραμα της εποχής που σημάδεψε το έργο του Γκαίτε και σημαδεύθηκε από αυτήν. Και, τρίτον - ίσως το σημαντικότερο -, ότι πέτυχε να πείσει τον Γκαίτε με τη διακριτικότητα, τον θαυμασμό, την αφοσίωση αλλά και τις ικανότητές του να μιλήσει, και μάλιστα εκτενώς, για το σύνολο της δημιουργίας του, για το έργο των άλλων, για την κοινωνία στην οποία ζούσε, για τις αντιλήψεις του σε ό,τι αφορά τον κόσμο και το βαθύτερο περιεχόμενο της ζωής.

Το επίτευγμα είναι προσωπικό και δεν έχει διόλου χρονογραφικό χαρακτήρα. Δεν μπορείς να αποδώσεις τις σκέψεις και τα αισθήματα ενός μεγάλου άνδρα αν δεν τα έχεις πιο μπροστά οικειοποιηθεί. Και αυτό έχει καταφέρει ο Εκερμαν στις συνομιλίες του. Διότι ασφαλώς τις σημειώσεις του τις επεξεργαζόταν όχι μόνο κατά τη διάρκεια των εννέα ετών της γνωριμίας του με τον Γκαίτε αλλά και πριν από την έκδοση του έργου στο σύνολό του.



Ο Ναπολέων διάβαζε τον «Βέρθερο» στις εκστρατείες
Η έκδοση είναι εξαιρετικά φροντισμένη και η εισαγωγή (όπως και το επίμετρο) της Κατερίνας Καρακάση διαφωτιστική, επί της ουσίας και καίρια. Χωρίς σχοινοτενείς αναφορές και δίχως να βαραίνει το ίδιο το κείμενο. Το βιβλίο είναι καλομεταφρασμένο και εφοδιασμένο με τις απαραίτητες σημειώσεις ώστε ο αναγνώστης να γνωρίζει σε ποια πρόσωπα αναφέρονται οι δύο συνομιλητές, ιδιαίτερα μάλιστα σε εκείνα που σήμερα δεν τα γνωρίζουν παρά λίγοι στη Γερμανία και ακόμη λιγότεροι εκτός.

Εχει μεγάλη σημασία για τους αναγνώστες του Γκαίτε, ιδιαίτερα για τους εκτός Γερμανίας, ένα βιβλίο σαν κι αυτό, δεδομένου ότι ειδικά στη χώρα μας δεν κυκλοφορούν πολλές μελέτες, δοκίμια και αναλύσεις που φωτίζουν το έργο του γέροντα της Βαϊμάρης. Και φυσικά έχει ίσως μεγαλύτερη σημασία το τι έλεγε για το έργο αυτό ο ίδιος ο δημιουργός του, όπως προκύπτει από τις σελίδες των Συνομιλιών. Ακόμη και κάποιες ανεκδοτολογικού τύπου πληροφορίες είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες. Γνωρίζουμε λ.χ. την τεράστια επίδραση του Βέρθερου αλλά αν δεν υπήρχε ο Εκερμαν δεν θα ξέραμε ότι ένα αντίτυπο του βιβλίου το κουβαλούσε πάντοτε μαζί του ο Ναπολέων στις εκστρατείες του.

Μέρος των Συνομιλιών είχε εκδοθεί (για πρώτη φορά) το 1918 από τις εκδόσεις Φέξη σε μετάφραση του Νίκου Καζαντζάκη, προφανώς επειδή ο Νίτσε, που εγκωμίαζε το βιβλίο, είχε επηρεάσει τον Καζαντζάκη. Υπήρχαν βέβαια κι άλλοι λόγοι: εκείνη την εποχή είχε μεγάλη σημασία να γνωρίσει το αναγνωστικό κοινό τι έλεγε ο Γκαίτε για τη νεότερη Ελλάδα και ειδικότερα για τον λόρδο Βύρωνα που τον θεωρούσε σπουδαίο συγγραφέα.



ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
Βιβλία + ιδέες περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (2)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.
     
     
    Η ταπεινή μου άποψη | 16/09/2014 10:25
    Το έχω διαβάσει από αγγλική μετάφραση (με υποσημειώσεις, εισαγωγικά σημειώματα κτλ) στα δέκα ευρώ. Τα κείμενα που περιέχει έχουν ενδιαφέρον και διαβάζονται ευχάριστα, είναι ένα βιβλίο που αξίζει να το έχει κάποιος στην βιβλιοθήκη του, αλλά 46 ευρώ η ελληνική μετάφραση; Λυπάμαι αλλά βρίσκω υπερβολικό το κόστος.
    Ανώνυμος / η
    απάντηση111
    Απαντήσεις  1 | Εμφάνιση όλων