Saul Friedlander
Η ναζιστική Γερμανία και οι Εβραίοι
Τόμ. Α’: Τα χρόνια των διώξεων (1933-1939),
Τόμ. Β’: Τα χρόνια της εξόντωσης (1939-1945)
Μετάφραση Ηλια Ιατρού
Επιμέλεια Αννα Μαραγκάκη
Επίμετρο Ρίκα Μπενβενίστε
Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2013,
σελ. 1.380, τιμή 44 ευρώ

Αν η έκφραση «εκδοτικό γεγονός» χρησιμοποιείται ενίοτε καταχρηστικά, στην περίπτωση του έργου του Σαούλ Φριντλέντερ βρίσκει την πλήρη της δικαίωση. Η επίτομη έκδοση των εκδόσεων Πόλις (εκδοτικό κομψοτέχνημα και μεταφραστικός άθλος) κατόρθωσε να συστεγάσει τους δύο τόμους του έργου. Ο Σαούλ Φριντλέντερ έχει κατακτήσει μια σημαντικότατη θέση στο διεθνές στερέωμα και δικαίως θεωρείται το μείζον έργο για το ζήτημα, που προτείνει την πιο γόνιμη ερμηνευτική θεωρία του ναζισμού. Η βιογραφία του έπαιξε και αυτή τον ρόλο της.

Ο γεννημένος στην Πράγα το 1932 γερμανόφωνος Πάβελ, που βαφτίστηκε Πολ στο καθολικό σχολείο όπου σώθηκε ως κρυμμένο παιδί στη Γαλλία, μετονομάστηκε οριστικά σε Σαούλ στο νεοϊδρυμένο κράτος του Ισραήλ, όπου επέλεξε να μεταναστεύσει σε νεαρή ηλικία. Οι γονείς του εκτοπίστηκαν και εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα του θανάτου. Επειτα από γαλλόφωνη παιδεία (Παρίσι, Γενεύη), υπήρξε καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας για πολλά χρόνια σε πανεπιστήμια του Ισραήλ και από το 1988 και στο περίφημο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας (UCLA). Η προσωπική του λοιπόν ιστορία τον ευαισθητοποιούσε στην εμβάθυνση του θέματος, στο οποίο αφιέρωσε όλη του τη ζωή (αυτός είναι εξάλλου ο αποτελεσματικότερος τρόπος υπέρβασης του πένθους).
Στο έργο αυτό των 1.380 σελίδων, που τον απασχόλησε 16 χρόνια, ο Φριντλέντερ εξετάζει το διάστημα από την άνοδο του ναζιστικού κόμματος στην εξουσία ως το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και την κατάρρευση της ναζιστικής Γερμανίας σε σχέση με την πολιτική του ναζιστικού καθεστώτος απέναντι στους Εβραίους. H γενοκτονική πολιτική των ναζί κατέληξε στην εξόντωση 5 έως 6 εκατομμυρίων ευρωπαίων Εβραίων, εκ των οποίων 1.500.000 ήταν ακόμη παιδιά (σ. 1.080), με πρωτοφανείς μεθόδους, που ξεκίνησαν από εκτελέσεις και έφτασαν στη μαζική δολοφονία με αέριο στα στρατόπεδα εξόντωσης (κυρίως στο Αουσβιτς – Μπιρκενάου, στην Τρεμπλίνκα, στο Μπέλζετς, στο Σομπιμπόρ).
Η πρωτοτυπία του μνημειώδους εγχειρήματος του Φριντλέντερ έγκειται στην τοποθέτηση της πολιτικής αυτής στον πυρήνα της ναζιστικής ιδεολογίας και πολιτικής. Το έγκλημα αυτό δεν ήταν απλώς άλλο ένα από τα ναζιστικά εγκλήματα, που ξεκίνησαν ήδη από το 1933 με την εκτόπιση των αντιφρονούντων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης (Νταχάου, Μπούχενβαλντ, Μαουτχάουζεν), τις διώξεις των ομοφυλοφίλων, και συνεχίστηκαν με τα κοινωνικοϊατρικά εγκλήματα, όπως η ευθανασία των διανοητικά αναπήρων, αλλά ήρθε να κορυφώσει την κλίμακα και να τη διαφορoποιήσει ποιοτικά με την εξόντωση φυλετικά «άλλων» (Ρομ, Εβραίοι).
Οπως σημειώνει ο Φριντλέντερ, οι ναζί αποφάσιζαν για το ποιος είχε δικαίωμα να ζει και ποιος όχι σε αυτόν τον πλανήτη. Στο έργο του απέδειξε, δαμάζοντας ένα απέραντο και πολύγλωσσο υλικό, πως η πολιτική διωγμών, ειδικά του εβραϊκού στοιχείου (μετονομασμένου σε «εβραϊκή φυλή»), που κατέληξε στη γενοκτονία, ήταν συνυφασμένη εις βάθος με την ιδεολογία του ναζισμού, πως βρισκόταν κυριολεκτικά στον πυρήνα αυτού του συστήματος και πως η εμπλοκή του Χίτλερ, που καθοριζόταν από προσωπική εμμονή, υπήρξε καθοριστική («λυτρωτικό αντισημιτισμό» ονομάζει την ιδιαίτερη εκδοχή αντισημιτισμού που υιοθέτησε ο Χίτλερ).
Ο πρώτος τόμος (Τα χρόνια των διώξεων, 1933 -1939) είναι αφιερωμένος στην αφήγηση και ανάλυση του μηχανισμού που ξερίζωσε σταδιακά από τη γερμανική κοινωνία αυτό το συστατικό της μέρος, τους γερμανούς πολίτες εβραϊκής καταγωγής (θρησκευόμενους ή μη), ξεκινώντας από τους διανοουμένους και τους καλλιτέχνες. Γι’ αυτό και η μαζική έξοδος 450.000 Γερμανοεβραίων προς τις ΗΠΑ ως το 1938. Η περίοδος αυτή του αποκλεισμού και του στιγματισμού ήταν το απαραίτητο πρελούδιο στη δεύτερη. Ο δεύτερος τόμος (Τα Χρόνια της εξόντωσης,1939 – 1945) αφηγείται την εκτόπιση και εξόντωση σε όλη την κατεχόμενη Ευρώπη, από την πρώτη της φάση, που αρχίζει το 1939 με εκτελέσεις, ως την «τελική λύση» (1942 – 1945), τη βιομηχανοποιημένη πλέον εξόντωση στους θαλάμους αερίων των στρατοπέδων («τελική λύση» στο ναζιστικό λεξιλόγιο, γιατί θα έλυνε το άλυτο πρόβλημα που αποτελούσε η ύπαρξη Εβραίων στην Ευρώπη).
Το ειδικό βάρος λοιπόν του Φριντλέντερ στη σχετική βιβλιογραφία έχει να κάνει με τη νέα οπτική του, που υποδηλώνεται ήδη από τον τίτλο του βιβλίου του: Η ναζιστική Γερμανία και οι Εβραίοι. Αυτή η «ολοκληρωμένη» πια ιστορία, όπως τη χαρακτηρίζουν στη διεθνή βιβλιογραφία (integrative history, histoire integrée), αυτή η σφαιρική ιστορία, είναι το καινούργιο που φέρνει ο Φριντλέντερ. Με αυτή την έννοια, το βιβλίο αυτό αποτελεί οπωσδήποτε ορόσημο για την ιστοριογραφία της γενοκτονίας των Εβραίων (όπως επισημαίνει και η Ρίκα Μπενβενίστε στο κατατοπιστικό επίμετρο), αλλά επίσης και για την ιστορία του ναζισμού, που τις βλέπει αξεδιάλυτα δεμένες. Μετά τον Φριντλέντερ κανείς δεν θα μπορέσει πια να υποστηρίξει σοβαρά πως η γενοκτονία αυτή κατείχε μια ήσσονα θέση στη ναζιστική πολιτική.
Η φωνή των θυμάτων

Αν και ο ίδιος ο συγγραφέας είχε ασχοληθεί από τη δεκαετία του ’60 με συναφή θέματα, έπρεπε και ο ίδιος να φτάσει στην πλήρη ωριμότητα για να ολοκληρώσει το magnum opus του, στην κορύφωση μιας λαμπρής σταδιοδρομίας. Και βέβαια έπρεπε να έχουν προϋπάρξει άλλα μείζονα έργα, που ανέλυσαν τους μηχανισμούς και αφηγήθηκαν τα γεγονότα, ανοίγοντας τον δρόμο (όπως αυτό του Ραούλ Χίλμπεργκ το 1961) καθώς και να έχει εξελιχθεί η έρευνα, θέτοντας νέα ερωτήματα και δίνοντας καίρια θέση πια όχι μόνο στον λόγο των θυτών, αλλά και σε εκείνον των θυμάτων.
Και το βιβλίο αυτό, μέσα στα πολλά του πλεονεκτήματα, έχει και τούτο: ο τρόπος που είναι γραμμένο, και που αποτελεί μεθοδολογικό υπόδειγμα αξιοποίησης και συνδυασμού πηγών για τους ιστορικούς και τους κοινωνικούς επιστήμονες, το καθιστά συγχρόνως προσιτό και ελκυστικό για ένα σαφώς ευρύτερο κοινό. Και σε αυτό συντελεί η συστηματική ενσωμάτωση από τον συγγραφέα της μικροϊστορίας, των άπειρων προσωπικών ιστοριών, όλων εκείνων των ανθρώπων που ακούμε τη φωνή τους μέσα από ημερολόγια, γράμματα, μαρτυρίες που έγραψαν κατά τη διάρκεια του διωγμού ή, όσοι σώθηκαν, αμέσως μετά. Ο ίδιος χαρακτηρίζει ως εξής το εγχείρημά του στην Εισαγωγή του β’ τόμου: «Πέρα από τη γενική ιστορική σημασία τους, αυτά τα προσωπικά χρονικά μοιάζουν με αστραπές που φωτίζουν σημεία ενός τοπίου. Επιβεβαιώνουν υποθέσεις, ενώ παράλληλα μας προειδοποιούν για την ευκολία των αόριστων γενικεύσεων.[…] Από τη φύση της, την τόσο ανθρώπινη και ελεύθερη, η ατομική φωνή που υψώνεται ξαφνικά εν μέσω μιας συνηθισμένης ιστορικής αφήγησης μπορεί να κόψει το υφάδι της ερμηνείας και να διαλύσει τη (συνήθως αθέλητη) αυταρέσκεια της αποστασιοποίησης και της «αντικειμενικότητας»». (σ. 394)
Το έργο του αποτελεί απόδειξη πως η αποδοχή της συναισθηματικής εμπλοκής του επαρκώς ώριμου συγγραφέα με το θέμα όχι μόνον δεν κάνει το έργο να υστερήσει σε επιστημονικότητα, αλλά αντίθετα αποτελεί τη γονιμότερη συνθήκη. Ποτέ οι αριθμοί ανθρώπων που εξοντώθηκαν, οι ακριβείς ημερομηνίες, οι αναλύσεις των μηχανισμών, δεν μπορούν να αποδώσουν τη φρίκη και τον τρόμο που ένιωσαν οι άνθρωποι μπροστά στις τελευταίες τους μέρες ή ώρες ή μπροστά στον θάνατο των οικείων τους. Πολλά από αυτά τα κείμενα προέρχονται από εφήβους και από παιδιά. Δείγμα γραφής: «Στις 7 Ιανουαρίου ο Moshe γράφει: Χθες βράδυ οι γονείς μου και εγώ καθόμασταν γύρω από το τραπέζι. Ηταν σχεδόν μεσάνυχτα. Ξαφνικά ακούμε να χτυπάει το κουδούνι: ανατριχιάσαμε όλοι. Νομίσαμε πως ήρθε η σειρά μας να εκτοπιστούμε. […] Η μητέρα μου είχε ήδη βάλει τα παπούτσια της για να πάει να ανοίξει, αλλά ο πατέρας μου είπε να περιμένουμε να ξαναχτυπήσουν. Το κουδούνι όμως δεν ξαναχτύπησε. Δόξα τω Θεώ, πέρασε ήσυχα. Δεν έμεινε παρά ο φόβος, και όλη μέρα οι γονείς μου ήταν πολύ νευρικοί. Δεν μπορούσαν να αντέξουν τον παραμικρό θόρυβο, ακόμη και το πιο ασήμαντο πράγμα τους ενοχλεί» (σ. 855). Ετσι η ιστορία του είναι όχι μόνο πιο σπαραχτική, αλλά και πιο αληθινή, όπως έλεγε ο ιδρυτής της προφορικής ιστορίας Πολ Τόμσον.

Η στάση των άλλων
Ο Φριντλέντερ εξετάζει εξονυχιστικά τη στάση όχι μόνο των κατεχόμενων ευρωπαϊκών χωρών, αλλά και αυτή των ΗΠΑ, της αμερικανοεβραϊκής κοινότητας και της σιωνιστικής ηγεσίας στην Παλαιστίνη. Μπορεί οι πρωταγωνιστές του δράματος να ήσαν Γερμανοί και «Εβραίοι» (σύμφωνα με τη ναζιστική αντίληψη για την ταυτότητα αυτή ως αποκλειστική, βάσει της οποίας απέκλεισαν εκατομμύρια ανθρώπους από τις εθνικές τους ταυτότητες), αλλά εμμέσως εμπλέκονταν και πολλές άλλες χώρες. Τέλος, το έργο κατορθώνει να αναδείξει την οικουμενική εμβέλεια και σημασία του γεγονότος, ακριβώς γιατί δεν είναι εσωστρεφές και αυτοαναφορικό, αλλά προτρέπει τον αναγνώστη να διευρύνει τον κριτικό στοχασμό του.

  • Η κυρία Οντέτ Βαρών-Βασάρ διδάσκει Ιστορία στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο και είναι συγγραφέας των βιβλίων «Η ενηλικίωση μιας γενιάς. Νέοι και νέες στην Κατοχή και στην Αντίσταση» (Εστία, 2009) και «Η ανάδυση μιας δύσκολης μνήμης. Κείμενα για τη γενοκτονία των Εβραίων» (β’ έκδ. Εστία 2013).


ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ