«Αλλά κι αυτό που ονομάζεται «ωφελιμότητα» δεν είναι τελικά παρά μια απλή πεποίθηση, κάτι φανταστικό και ίσως η πιο ολέθρια ηλιθιότητα, που ενδεχομένως θα μας καταστρέψει μια μέρα».
Νίτσε, 1887
Στις 24 Μαρτίου του τρέχοντος έτους δημοσιεύθηκε στη γαλλική εφημερίδα «Liberation» ένα άρθρο του ιταλού φιλοσόφου Τζόρτζιο Αγκάμπεν με τον επιλεγμένο από την εφημερίδα προβοκατόρικο τίτλο «Να αντεπιτεθεί η Λατινική Αυτοκρατορία!». Εκεί, αλλά και σε συνέντευξή του στη γερμανική εφημερίδα «Frankfurter Allgemeine» ύστερα από δύο μήνες, ο Αγκάμπεν διεπίστωνε το τέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης ως μιας αυστηρά οικονομικής ένωσης μεταξύ κυβερνώντων χωρίς καμία πολιτική νομιμοποίηση από τους κυβερνώμενους, η οποία απέτυχε να λάβει υπόψη την πολυμορφία των διαφορετικών πολιτισμικών παραδόσεων που συνενώνονται εντός της.
Στο άρθρο του ο Αγκάμπεν επικαλείται την εξαιρετική επικαιρότητα ενός κειμένου του ρωσικής καταγωγής γάλλου φιλοσόφου και ανώτατου αξιωματούχου του γαλλικού κράτους Αλεξάντρ Κοζέβ. Στο κείμενο αυτό, συνταγμένο το 1945 υπό μορφήν υπομνήματος προς τον τότε επικεφαλής του γαλλικού κράτους στρατηγό Ντε Γκωλ, ο Κοζέβ προέβλεπε ότι η προτεσταντική Γερμανία δεν θα αργούσε να ανασυνταχθεί μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, εξελισσόμενη σε μια οικονομική υπερδύναμη που θα υποβάθμιζε την πολιτική ισχύ τής άλλοτε κραταιάς ρωμαιοκαθολικής Γαλλίας. Και διαβλέποντας επιπλέον το τέλος των εθνών-κρατών εισηγείτο το μοντέλο μιας «Λατινικής Αυτοκρατορίας» των εθνών του ρωμαιοκαθολικού Νότου (Ιταλία, Ισπανία και, φυσικά, Γαλλία ως ηγέτιδα δύναμη), η οποία θα έφερνε μια νέα ισορροπία στο παιχνίδι των πολιτικών δυνάμεων.
Ο αναγνώστης που θέλει να κατανοήσει σε βάθος πώς η φιλελεύθερη αγορά εισήλθε στη σκηνή της Ιστορίας ως μια δύναμη που σταδιακά αντικατέστησε και απαξίωσε τον παρεμβατισμό του κράτους (π.χ. Νιου Ντιλ, Δόγμα Τρούμαν), αλλά και πώς η Γερμανία αναδείχθηκε ως πρότυπο της νεοφιλελεύθερης οικονομίας, δεν έχει παρά να συμβουλευθεί τις παραδόσεις του γάλλου στοχαστή Μισέλ Φουκό στο Κολέγιο της Γαλλίας, με τίτλο Η γέννηση της βιοπολιτικής (1978-1979).
Στην πραγματικότητα, σε αυτές ο Φουκό εξετάζει τη γέννηση και εξέλιξη του φιλελευθερισμού στην Ευρώπη (κυρίως στη Γερμανία) και στην Αμερική, αφού, όπως τονίζει, «μόνον αν γίνει γνωστό τι ήταν αυτό το καθεστώς διακυβέρνησης που ονομάστηκε φιλελευθερισμός θα μπορέσουμε να καταλάβουμε τι είναι βιοπολιτική», δηλαδή εκείνες τις καθημερινές πρακτικές που έχουν να κάνουν με τη ρύθμιση και τον έλεγχο μεγάλων πληθυσμών μέσω της υγιεινής, της γενετικής, της διατροφής, της σωματικής πειθαρχίας κ.λπ. Εύλογα λοιπόν, από τη στιγμή που εμφανίζεται το ιδανικό της οικονομικής ρύθμισης, ο πολιτικός βίος καθίσταται με τη σειρά του αντικείμενο ενός νέου εξορθολογισμού.
Τρία πράγματα θα πρέπει να επισημανθούν ευθύς εξαρχής, τα οποία ρίχνουν έναν πλάγιο φωτισμό στην πολιτική παρέμβαση του Αγκάμπεν. Πρώτον, ο Φουκό δεν εξαιρεί τη Γαλλία ούτε οποιαδήποτε άλλη χώρα του δυτικού πολιτισμού από τη διαδικασία της συνεχούς μείωσης του άλλοτε μοναρχικού «Κρατικού Συμφέροντος» χάριν του οικονομικού ωφελιμισμού. Επισημαίνει χαρακτηριστικά ότι «η υποχώρηση και αποδιάρθρωση του κράτους» είναι κάτι «που αναγγέλλεται παντού και από χρόνια».
Δεύτερον, η Γερμανία έγινε το πρώτο πειραματικό, ριζικά οικονομικό κράτος επειδή μετά το τέλος του πολέμου δεν υπήρχε στη χώρα μηχανισμός νομιμότητας αλλά τριπλή κατοχική δύναμη. Ετσι, εντός του «γερμανικού μοντέλου» η οικονομία κατέλαβε τη θέση της πολιτικής αμβλύνοντας τα μέγιστα τη «φοβία του κράτους» (εν προκειμένω, του ολοκληρωτικού). Τρίτον, για τον Φουκό δεν υπάρχει κάποιο «τέλος» του κράτους (ή της Ευρωπαϊκής Ενωσης ή της Ιστορίας), αλλά μετασχηματισμοί και μετατοπίσεις στις σχέσεις δυνάμεων.
Το κράτος (το άλλοτε μυθικό τέρας ονόματι Λεβιάθαν) δεν εξαφανίζεται, αλλά εντάσσεται κατακερματισμένο και υποβαθμισμένο στον νέο, παράδοξο τύπο ορθολογικότητας, ως ρυθμιστικός παράγων που εγγυάται την «ασφαλή» λειτουργία της «ελεύθερης» αγοράς.
Τι είναι φιλελευθερισμός

Γενικά, ο φιλελευθερισμός εμφανίζεται στην Ιστορία ως ένα θετικό πρόγραμμα, μια πρακτική (οικονομικού) εξορθολογισμού μέσω της συνεχούς «κριτικής» και «παρέμβασης» στους παραλογισμούς του κρατικού παρεμβατισμού. Στη συνέχεια, μετά τον Διαφωτισμό και τη βιομηχανική επανάσταση, η «επιχείρηση» (με την οικονομική έννοια) εδραιώνεται ως το λειτουργικό μυστικό ολόκληρου του δυτικού πολιτισμού, εξαπλούμενη και πολλαπλασιαζόμενη καρκινικά σε όλα τα όργανα της κοινωνίας, ακόμη και στα μη αμιγώς οικονομικά (συζυγικός βίος, εκπαίδευση, εγκληματικότητα, σεξουαλικότητα). Ας θυμηθούμε τον αποτροπιασμό των συντηρητικο-επαναστατών Γερμανών Χάιντεγκερ και Καρλ Σμιτ για την «επιχείρηση» (betrieb), ήτοι για την εισβολή του οικονομικού υπολογισμού (κόστη και οφέλη) τόσο στον στοχασμό όσο και στο πολιτικό πράττειν.
Παρ’ όλη τη γενίκευση αυτού του μοντέλου ως αρχής κατανόησης και αξιολόγησης των ανθρώπων και των πραγμάτων, ο Φουκό τονίζει αδιάλειπτα την ισχύουσα ασυμμετρία του δίπολου οικονομία – πολιτική, η οποία εντός του φιλελεύθερου πλαισίου εκφράζεται ως το «ασύμβατο» μεταξύ της «μη ολοποιήσιμης πολλαπλότητας που χαρακτηρίζει τα οικονομικά υποκείμενα» και της «ολοποιητικής ενότητας του νομικά κυρίαρχου». Κοντολογίς, συμπεραίνει ο Φουκό, «δεν υπάρχει κυρίαρχος στην οικονομία», διότι κανένας επενδυτής ή επιχειρηματίας δεν μπορεί να εποπτεύσει το «όλον» του κόσμου των οικονομικών δραστηριοτήτων, γεγονός που στιγματίζει κάθε οικονομική ενέργεια με τυφλότητα.
Γνωστή είναι πλέον ακόμη και στον αδαή περί τα οικονομικά η παλαιά θεωρία του Ανταμ Σμιθ για το «αόρατο χέρι» της οικονομικής πρόνοιας που συνδέει τα νήματα των διαφόρων συμφερόντων και συντονίζει το ελεύθερο παιχνίδι τους, έτσι ώστε στο τέλος να υπηρετείται το γενικό όφελος.
Ας μην παραλείψουμε εδώ και την αισιοδοξία του φιλελεύθερου Καντ, πνευματικού δασκάλου πολλών οικονομολόγων του μεταπολεμικού «γερμανικού θαύματος», ο οποίος υποστήριζε ότι η μηχανική των εγωιστικών συμφερόντων οδηγεί τελεολογικά (με τη βοήθεια και της αισθητικής καλλιέργειας των παθών) σε επιτυχή κανονιστικά αποτελέσματα.
Θα λέγαμε ότι το επιτακτικό σύνθημα που ακούγεται εδώ και 250 περίπου χρόνια είναι: «Αφήστε τη μηχανική των συμφερόντων να λειτουργήσει και θα υπάρξει γενικό όφελος».
Η πρωταρχική σκηνή

Η πρωταρχική σκηνή του φιλελευθερισμού διαδραματίζεται κάπου στον 17ο αιώνα και μας παραδίδεται από τον μαρκήσιο Ντ’ Αρζανσόν, ο οποίος σε άρθρο του το 1751 υπενθύμιζε ότι στο ερώτημα του γάλλου μερκαντιλιστή υπουργού Κολμπέρ (του πρώτου ίσως υπουργού λιτότητας) «Τι μπορώ να κάνω για σας;», ο έμπορος Λε Ζαντρ απάντησε: «Αφήστε μας να δράσουμε». Ετσι, εισάγεται για πρώτη φορά στην ιστορία των νεότερων χρόνων η αρχή του περιορισμού της διακυβερνησιακής λογικής και η εδραίωση ενός νέου καθεστώτος και τόπου της αλήθειας: της οικονομίας.
Εκτοτε όλα τα πράγματα κρίνονται κυρίως με τυπικά οικονομικούς όρους, ανεξαρτήτως του «περιεχομένου» τους. Στον κολοφώνα του αμερικανικού νεοφιλελευθερισμού, περίπου 200 χρόνια αργότερα, υπάρχει μια όξυνση και αντιστροφή του αιτήματος του Λε Ζαντρ: «Μην αφήσετε να δράσει η κυβέρνηση». Ολα αυτά συντελούνται, αποφαίνεται ο Φουκό, στο όνομα του νόμου της αγοράς, η οποία μετατρέπεται σε ένα «είδος διαρκούς οικονομικού δικαστηρίου» απέναντι στην εκάστοτε πολιτική ηγεσία, ασκώντας δριμύτατη κριτική στις ανορθολογικές της σπατάλες.
Φιλελευθερισμός και κριτική
Διαβάζοντας τις παραδόσεις του Φουκό για την ιστορία του φιλελευθερισμού δεν μπορεί κανείς παρά να σταθεί στο αποστασιοποιημένο ύφος γραφής του γάλλου στοχαστή. Κύριο μέλημά του δεν είναι η καταγγελία του οικονομικού ορθολογισμού ή του ορθού Λόγου γενικότερα (όπως του καταλόγισε ο Χάμπερμας), αλλά η γενεαλογική διάγνωση της ιστορικής του ανάδυσης και της δυναμικής των μεταστάσεών του στο κοινωνικό σώμα: «Η κριτική που διατυπώνεται με όρους ετυμηγορίας με αποκοιμίζει» θα πει σε μια συνέντευξή του.
Ο Φουκό ενδιαφέρεται να κατονομάσει χωρίς φόβο και πάθος τις παράδοξες σχέσεις που διατηρεί ο εν λόγω τύπος εξορθολογισμού με ένα σπάταλο και «παράλογο» κράτος: ένα κράτος στο οποίο ο φιλελευθερισμός ασκεί μεν κριτική, την ίδια στιγμή που εκμεταλλεύεται όλα τα οφέλη της κρατικότητας, όπως την ασφάλεια και τη σταθερότητα, χωρίς να αναλαμβάνει καμία πολιτική ευθύνη και χωρίς να παίρνει πολιτικές αποφάσεις. Ετσι, οι «κρίσεις διακυβέρνησης» αναβάλλονται επ’ αόριστον και τα βάρη της κοινωνικής ευθύνης μετατίθενται –εκ του πονηρού –στο «ανθρώπινο κεφάλαιο» και στην «κοινωνία των πολιτών».
Εν κατακλείδι, η κριτική του Φουκό είναι μια διαφοροποιημένη κριτική της φιλελεύθερης κριτικής στο κράτος: για τον ίδιο το ζήτημα δεν είναι αν υπάρχει λιγότερη ή περισσότερη διακυβέρνηση (κράτος), αλλά «να μην κυβερνάται κανείς αποκλειστικά με αυτόν τον τρόπο, όχι από αυτούς, όχι με αυτό το τίμημα». Κυρίως, να μην κρίνει κανείς υπό το καθεστώς μιας εξαναγκαστικής επιλογής, όπου οι όροι της διάζευξης είναι οι όψεις ενός και του αυτού «καθεστώτος αληθείας»: οικονομία ή πολιτική; κράτος ή κοινωνία των πολιτών; νομική κυριαρχία ή ελευθερία της αγοράς;
Ο γάλλος ιστορικός γνωρίζει όμως ότι υπάρχουν και άλλα καθεστώτα αληθείας και ότι δεν χρειάζεται να ταυτίζουμε τον οικονομικό ορθολογισμό με «τον» ορθό Λόγο, αλλά να τον παρατηρούμε ως «μία» κυρίαρχη μεν, αλλά ενδεχομενική εκδοχή του.
Ο κ. Διονύσης Καββαθάς είναι επίκουρος καθηγητής Φιλοσοφίας και Αισθητικής των Μέσων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ