Δημήτρης Δασκαλόπουλος –
Μαρία Στασινοπούλου
Ο βίος και το έργο του
Κ. Π. Καβάφη
Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2013,
σελ. 200, τιμή 22 ευρώ

Τα 150 χρόνια από τη γέννηση του Κ. Π. Καβάφη εορτάζονται στη χώρα μας και σε όλον τον κόσμο με εκδηλώσεις, συμπόσια και εκδόσεις ων ουκ έστιν αριθμός. Ο Βίος και το έργο του Κ. Π. Καβάφη του Δημήτρη Δασκαλόπουλου και της Μαρίας Στασινοπούλου είναι βασικό βοήθημα τόσο για τους μελετητές όσο και για τους αναγνώστες της καβαφικής ποίησης. Προϊόν πολύμοχθης έρευνας και αγάπης, δέκα χρόνια μετά την πρώτη έκδοσή του, επανεκδίδεται συμπληρωμένο με τα νέα στοιχεία που προέκυψαν στο μεταξύ όσον αφορά κυρίως την καβαφική βιβλιογραφία. Για τους νεότερους αναγνώστες, το εκτεταμένο χρονολόγιο της ζωής και του έργου του Αλεξανδρινού που περιέχει είναι αποκαλυπτικό της ζωής και του έργου του και κυρίως της υποδοχής του από τους συγχρόνους του.

Το καβαφικό έργο αντιμετωπίστηκε επιφυλακτικά ως αρνητικά από τους περισσότερους λόγιους του Μεσοπολέμου στην Ελλάδα, εκείνους τουλάχιστον που όριζαν το γούστο και τις τάσεις της εποχής –με εξαίρεση τον Ξενόπουλο -, επιβεβαιώνοντας την άποψη του Ελιοτ ότι ένας ποιητής, αν απολαμβάνει την καθολική υποδοχή όταν εμφανίζεται, σημαίνει πως στην ουσία δεν κομίζει τίποτε καινούργιο.
Ενστάσεις


Οι ενστάσεις δεν λείπουν και σήμερα. Αυτές εκφράζει το δοκίμιο του νεότερου ποιητή και μεταφραστή Κώστα Κουτσουρέλη Κ. Π. Καβάφης. Θα είχε κάποιος κάθε λόγο να το αγνοήσει επικαλούμενος την τεράστια παγκόσμια φήμη του Καβάφη και το πλήθος των εργασιών που δημοσιεύονται ακατάπαυστα για την ποίησή του, ανάμεσα στις οποίες βρίσκουμε και μελέτες που τον συγκρίνουν με ποιητές που δεν έχουν καμία σχέση μαζί του (λ.χ. με τον Γέιτς).
Ο δοκιμιογράφος προβαίνει σε αυθαίρετες ερμηνείες που φιλοδοξούν να υπερβούν το καβαφικό έργο. Θα μπορούσαμε να τις αντιπαρέλθουμε εάν δεν επρόκειτο για ένα καλογραμμένο δοκίμιο –γι’ αυτό και οι παραναγνώσεις μπορεί μεν να μην αγγίζουν τον Καβάφη, αλλά υποτιμούν τις ικανότητες του Κουτσουρέλη. Θα αναφέρω ελάχιστα παραδείγματα, όσα μου επιτρέπει ο χώρος.
Ο Κουτσουρέλης μας λέει, λίγο-πολύ, πως ο Καβάφης δεν ανήκει στους μείζονες ποιητές και παραπέμπει σε τέσσερις προϋποθέσεις που θέτει ο Οντεν προκειμένου να χαρακτηρίσουμε κάποιον ποιητή μείζονα, τρεις από τις οποίες δεν πληροί το καβαφικό έργο. (Δεν έχει σημασία ποιες, αφού ο Οντεν έγραψε πως αν δεν είχε διαβάσει τον Καβάφη, η δική του ποίηση δεν θα ήταν αυτή που είναι.) Αλλού γράφει για «μηρυκαστικό μηχανισμό της μνήμης» (στον οποίο, κατά τη γνώμη του, καταφεύγει ο Καβάφης) και για «επινοημένο προσωπείο της Ιστορίας» και αλλού ότι «περιεργάζεται τους έρωτές του σαν τα ταριχευμένα πτώματα» –για να αυτοαναιρεθεί στην ίδια σελίδα υποστηρίζοντας ότι «οι νεαροί του είναι ωραίοι γιατί δεν πρόλαβε να τους αγγίξει ο χρόνος». Και ενώ γράφει για «μαυσωλεία της μνήμης», παρακάτω παραπέμπει σε «θερμοκήπια της μνήμης». Αυτονόητο ότι είναι αδύνατον να ισχύουν και τα δύο.

Κώστας Κουτσουρέλης
Κ. Π. Καβάφης
Εκδόσεις Μελάνι, 2013,
σελ. 138, τιμή 10 ευρώ

Βεβαίως, η μνήμη δεν είναι «μηρυκαστικός μηχανισμός», αλλιώς η μεγάλη υπόθεση της μνημοτεχνικής, που συνιστά ουσιαστικό γνώρισμα της ελληνικής αρχαιότητας και της Αναγέννησης και διατρέχει μια τεράστια απόσταση μέσα στον χρόνο, από τον Σιμωνίδη τον Κείο ως τον Λάιμπνιτς (αλλά και αργότερα), θα ήταν για τα παλιοσίδερα. Η καβαφική μνημοτεχνική είναι αριστοτεχνική για όποιον τον διαβάζει προσεκτικά και πρόκληση για να γράψει ένα δοκίμιο εικονολογίας με βάση τα ποιήματά του (όπως έκανε ο Πανόφσκι μελετώντας πίνακες της Αναγέννησης σε συνδυασμό με τις θεωρίες των νεοπλατωνιστών).

Τούτο έχει ιδιαίτερη σημασία διότι οι θεωρίες των νεοπλατωνιστών αντλήθηκαν από την ελληνιστική Αίγυπτο. Οσο για το ότι δεν υπάρχει φανοποιία στον Καβάφη, αυτό δεν σημαίνει απολύτως τίποτε. Η φανοποιία, όρος που εισήγαγε ο Πάουντ, συνιστά βασικό γνώρισμα της κινεζικής ποίησης (πάλι κατά τον Πάουντ, ο οποίος όμως αγνοούσε την κινεζική προσωδία, γιατί όσα κινεζικά γνώριζε ήταν κινεζικά του λεξικού).
Δεν χρειάζεται να πάμε τόσο μακριά. Ενας ποιητής μπορεί να μας αρέσει ή να μη μας συγκινεί και να μη μας αρέσει καθόλου. Από εδώ όμως ως το σημείο να χαρακτηρίσουμε τον Καβάφη «ποιητή της ατάκας», όπως υποστηρίζει ο Κουτσουρέλης, μεσολαβεί χάος. Η θεατρικότητα είναι βασικό γνώρισμα του Καβάφη (και βάλτε, αν θέλετε, δίπλα και την ειρωνεία του). Αλλο όμως αυτό και άλλο το ότι πλήθος στίχοι του επέχουν θέση αφορισμού, είναι δηλαδή quotable, όπως λένε οι «καταραμένοι» Αγγλοσάξονες.
Ο Αλεξανδρινός δεν υπάρχει λόγος να ενταχθεί σε κανέναν κανόνα γιατί επέφερε μια τεράστια τομή: κατέστησε την Ιστορία όχι απλώς πηγή της ποίησής του αλλά την πραγματική μούσα του. Αντικατέστησε δηλαδή την Ερατώ με την Κλειώ χωρίς να γράψει επική ποίηση. (Το θαυμάσιο ποίημα «Φόρος τιμής στην Κλειώ» του Οντεν και το δοκίμιο Κλειούς κατατομή του Μπρότσκι, για παράδειγμα, έχουν καβαφικές ρίζες.) Ο Καβάφης ασφαλώς και δεν ήταν μοντερνιστής. Υπήρξε όμως και παραμένει μοντέρνος 80 χρόνια μετά τον θάνατό του.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ