Εκείνο το βράδυ στη Φραγκφούρτη ο γερμανός παθολόγος Κουρτ Κράουσμαν επέστρεφε κουρασμένος και ανυποψίαστος στο σπίτι του. Ανοίγοντας την πόρτα του μπάνιου βρήκε τη γυναίκα του βυθισμένη ως τον λαιμό στην μπανιέρα. Το πρόσωπό της ήταν χλωμιασμένο, το σώμα της κοκαλωμένο σε μια νεκρική και αποτρόπαια ακινησία. Η Τζέσικα είχε αυτοκτονήσει αρκετές ώρες πριν καταπίνοντας δύο κουτιά υπνωτικά χάπια.
Τραγικό το γεγονός μεν, αφόρητα εύκολο δε για μια άνευρη αρχή σε τούτο το μυθιστόρημα. Μαθαίνουμε ότι η γυναίκα έβαλε τέλος στη ζωή της επειδή απλώς έχασε μια προαγωγή σε μια διεθνή διαφημιστική εταιρεία. Η ξαφνική και πρόωρη χηρεία, πάντως, αυτή η συμφορά για την οποία δεν δίδεται καμία εξήγηση στον (ή από τον) σύζυγο και ταυτοχρόνως αφηγητή στο νέο βιβλίο του αλγερινού συγγραφέα Γιασμίνα Χάντρα Εξίσωση θανάτου, ανατρέπει τις βεβαιότητες μιας τακτοποιημένης ζωής στην καρδιά της πολιτισμένης Ευρώπης.
Τότε ένας μεγαλύτερος και παλιός γνώριμος του γιατρού ονόματι Χανς Μάκενροτ, προώρως ατυχήσας επίσης αλλά και κληρονόμος μιας μεγάλης οικογένειας γερμανών βιομηχάνων, του προτείνει ένα ταξίδι ψυχικής ανασύνταξης με το ιστιοφόρο του στις νήσους Κομόρες. Ο Μάκενροτ ανήκει στην κατηγορία των πρακτικών φιλανθρώπων, των καλόπιστων πλουσίων που πηγαίνουν οι ίδιοι στις ταλαίπωρες χώρες για να επιθεωρήσουν αν χτίζεται το νοσοκομείο ή το σχολείο που χρηματοδότησαν. Ναι, σαν να λέει ο συγγραφέας, υπάρχουν και αυτοί οι ιεραπόστολοι της παγκοσμιοποίησης και των μη κυβερνητικών οργανώσεων που πληρώνουν πολύ ακριβά το τίμημα των καλών τους προθέσεων.
Σηκώνουν λοιπόν τις άγκυρες οι δύο χηρεύσαντες φίλοι από τη Λευκωσία της Κύπρου και πλέουν ήρεμοι προς τον κόλπο του Αντεν επειδή «το πέλαγος είναι η καλύτερη θεραπεία». Κρατώντας το πηδάλιο ο Χανς «θύμιζε τον καπετάν-Αχαάβ, ασπρομάλλη και σοφό» από το κλασικό έργο του Χέρμαν Μέλβιλ Μόμπι Ντικ. Εκτός από τις ευθείες υπάρχουν και άλλες, πιο έμμεσες νύξεις που καλλιεργούν εξαρχής το δυσοίωνο κλίμα.
Ο νόμος των όπλων


Το όνομα του πρωταγωνιστή παραπέμπει στον κεντρικό ήρωα της αξεπέραστης «Καρδιάς του σκότους», τον τρελαμένο Κουρτς, ο οποίος ζούσε στη ζούγκλα και τα τελευταία λόγια που κατάφερε να ψελλίσει προτού πεθάνει στο ποταμόπλοιο που τον μετέφερε πίσω στη Δύση ήταν «η φρίκη, η φρίκη». Οι Ευρωπαίοι μέσα τους, για να σταθούμε λίγο παραπάνω στον Τζόζεφ Κόνραντ και να επιστρέψουμε στην αφήγηση, όχι μόνο ανησύχησαν αλλά είδαν τον χάρο με τα μάτια τους.
Μια νύχτα, κάπου στα ανοιχτά της Σομαλίας, τους επιτίθεται αιφνιδιαστικά μια φελούκα γεμάτη κακοποιούς, σε μια «ζώνη που βρίθει από αρπακτικά: επαναστάτες, μισθοφόρους, πειρατές, τρομοκράτες, λαθρέμπορους, εμπόρους όπλων». Οι αρματωμένοι καταλαμβάνουν σε ανύποπτο χρόνο το ιδιόκτητο πλοίο και για να εκφοβίσουν τους ομήρους πετάνε προς παραδειγματισμό στη θάλασσα τον φιλιππινέζο μάγειρα Τάο, ο οποίος δεν ξέρει κολύμπι και μοιραία πνίγεται.
Υστερα αρχίζει η περιπετειώδης περιπλάνηση αυτού του καραβανιού και η μετακίνηση των αιχμαλώτων στην ενδοχώρα της Mαύρης Hπείρου, στην ευρύτερη περιοχή όπου ο Ισημερινός κόβει στα δύο την Αφρική και εκείνη ματώνει, εκεί που «δεν γίνεται να ξεχωρίσεις τη φρίκη απ’ τον οίκτο». Στο σημείο αυτό ο Γιασμίνα Χάντρα –πίσω από το γυναικείο συγγραφικό ψευδώνυμο κρύβεται ο άλλοτε στρατιωτικός Μοχάμεντ Μουλεσεχούλ –μας σπρώχνει απότομα στο ανατριχιαστικό μεταποικιακό χάος της υποσαχάριας Αφρικής, όπου «οι άνθρωποι αυτοί ζουν στο δικό μας παρόν αλλά είναι άλλης εποχής».
Σε αυτή τη γωνιά του κόσμου όπου «ισχύει μονάχα ο νόμος των όπλων» και κουμάντο κάνουν διάφοροι επαγγελματίες του πολέμου και άλλοι υπεργολάβοι του εγκλήματος (όπως ο αρχηγός Μούσα ή ο λοχαγός Ζεριμά), εκεί όπου η διαφθορά και η βαρβαρότητα εκμεταλλεύονται ανερυθρίαστα τη φτώχεια και την ανέχεια, εκεί όπου οι φυλές και οι κοινωνίες μετεωρίζονται ακόμη ανάμεσα στην παράδοση και στη νεωτερικότητα αλληλοσπαρασσόμενες υπό ένα καθεστώς ανεξέλεγκτης βίας, ο συγγραφέας σχεδιάζει πάνω στην άμμο ένα καθηλωτικό πολιτικό θρίλερ, μια εξωφρενική οδύσσεια μέσα στην έρημο.
Υπάρχουν χαρακτήρες αξιοπρόσεκτοι όπως ο ογκωδέστατος πολεμιστής Ζομά που κρύβει κάτω από τη σκληροτράχηλη επιφάνεια έναν ευαίσθητο ποιητή ή ο Μπρούνο, ένας γάλλος ρομαντικός τυχοδιώκτης και «περιπλανώμενος αναχωρητής», σύντροφος του Κουρτ σε αυτή την περιφερόμενη φυλακή –τελευταίος σταθμός τους θα είναι το κολασμένο Νταρφούρ του Σουδάν. Αυτοί οι δύο, ο πρώτος πιο επιθετικά και ο δεύτερος πιο συγκαταβατικά, θα δοκιμάσουν το ορθολογικό βλέμμα του γιατρού πάνω στην Αφρική και τις αντιφάσεις της. Το ενδιαφέρον ωστόσο είναι ότι ο ήρωας δεν θα αμφισβητήσει τις αξίες του δικού του πολιτισμού αλλά θα εκμεταλλευθεί αυτή την απροσδόκητη εμπειρία για να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό του μέσα σε αυτόν.
Δύο κόσμοι σε διάλογο
Ο Γιασμίνα Χάντρα προσπαθεί ανεπιτυχώς να μπάσει προς το τέλος της Εξίσωσης θανάτου και ένα ερωτικό ειδύλλιο –μια μάλλον άστοχη επιλογή. Μας κερδίζουν όμως οι πέντε αράδες που αφιερώνει για να μετουσιώσει λογοτεχνικά την ασχήμια μιας πληγής ή να εμφυσήσει ζωή στη στέρφα γη των αγριότοπων. Μας κερδίζει συνολικά γιατί η βία στη λογοτεχνία του δεν είναι ποτέ απογυμνωμένη από τις σύνθετες αιτίες της και απέχει από την εντυπωσιοθηρία.
Κοντολογίς αυτός ο ονειροπόλος θαυμαστής του Καμύ με την ποιητική φλέβα επιστρέφει επιτυχώς σε κάτι που ξέρει να κάνει άριστα, όπως μας απέδειξε με την άτυπη τριλογία του (Τα χελιδόνια της Καμπούλ για το Αφγανιστάν, το Τρομοκρατικό χτύπημα για το Ισραήλ και τις Σειρήνες της Βαγδάτης για το Ιράκ), στην οποία επεχείρησε «μια χειρουργική ανάλυση του ισλαμικού φανατισμού», οργανώνοντας έτσι έναν κάποιον διάλογο ανάμεσα στον δυτικό και στον αραβικό κόσμο.
Τούτη τη φορά το πλαίσιο είναι διαφορετικό, είναι ο λεγόμενος «Τρίτος κόσμος». Μιλάμε σίγουρα για μια από τις καλύτερες στιγμές αυτού του συγγραφέα.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ