Με ένα είδος περιστρεφόμενης σκηνής πάνω στην οποία έρχονται να συναντηθούν τα πιο διαφορετικά πράγματα μοιάζει το καινούργιο, τρίτο κατά σειρά, μυθιστόρημα του Γιώργου Γλυκοφρύδη, με τίτλο Hotel Chelsea (εκδ. Ψυχογιός). Από τη μια μεριά υπάρχει ένα σταθερό πλαίσιο αναφοράς (ένας βασικός σκηνικός άξονας), που είναι το ξενοδοχείο Chelsea του Μανχάταν: ιστορικός χώρος διαμονής διάσημων καλλιτεχνών (συγγραφέων, σκηνοθετών και ηθοποιών), ο οποίος προσέφερε προ τριετίας το όνομά του και σε ένα πολυβραβευμένο γιαπωνέζικο θρίλερ.
Από την άλλη πλευρά είναι η επίθεση στους Δίδυμους Πύργους της Νέας Υόρκης το 2001 σε συνδυασμό με τον παθιασμένο έρωτα που θα γεννηθεί ανάμεσα σε μια αμερικανίδα γκαλερίστα και έναν έλληνα εισοδηματία από την Κρήτη. Το «παρών» στον μύθο του Chelsea Hotel θα δώσουν επίσης οι φορολογικές και αστυνομικές Αρχές των ΗΠΑ, που θα κυνηγήσουν εν έτει 2011 όσους θα βγάλουν παράνομα τα λεφτά τους από τη χειμαζόμενη οικονομικά Ελλάδα.
Από το βιβλίο του Γλυκοφρύδη δεν θα λείψει και κάτι άλλο: μια εκστατική ιστορία φαντασμάτων, ενισχυμένη από μια γενναία δόση επιστημονικής φαντασίας με βιο-ανδροειδή, μαύρες τρύπες του χρόνου και εφιαλτικά συστήματα παρακολούθησης.
Το υλικό προκαλεί, όσο δεν έχει ξεδιπλωθεί εξ ολοκλήρου, πολλαπλές υποψίες και απορίες. Μήπως ο συγγραφέας θέλει να συσσωρεύσει στη σύνθεσή του μια σειρά από τόσο χτυπητά θεματογραφικά στοιχεία για να στήσει έναν άθλο θεάματος ικανό να εγγυηθεί εκ των προτέρων την κυκλοφοριακή επιτυχία; Μήπως πάλι ο Γλυκοφρύδης επιδιώκει να δοκιμάσει ένα μεταμοντέρνας κοπής παιχνίδι με απειράριθμα λογοτεχνικά είδη που κινδυνεύουν να καταρρεύσουν εξαιτίας της καταχρηστικής τους συστέγασης; Και ακόμα, μήπως το όλο εγχείρημα ενέχει εντέλει μια υπερβολική φιλοδοξία έτοιμη ανά πάσα στιγμή να παγιδευτεί στους παραφουσκωμένους στόχους της;
Από το πένθος στο πάθος
Αν εξαιρέσουμε κάποια όχι αμελητέα τεχνικά προβλήματα, όπως οι άτονες, ενοχλητικά επίπεδες περιγραφές και οι εμφανώς αδέξιοι διάλογοι, που εισάγουν στην αφήγηση μια κακώς εννοούμενη προφορικότητα, κατά τα άλλα η αρχιτεκτονική δομή και η οικονομία του Hotel Chelsea θα αποδεσμεύσουν σε όλο το μήκος της δράσης μια απολύτως ελεγχόμενη πολυμέρεια η οποία θα κρατήσει στέρεο και το κεντρικό της νήμα –που δεν είναι άλλο από την ανυποχώρητη επιμονή του ερωτικού πένθους.
Η Σάρα και ο Στέφανος θα ζήσουν τις ωραιότερες ερωτικές τους ώρες σε ένα ξενοδοχείο το οποίο θα τους περικυκλώσει με τη βαρύτιμη, σημαδιακή του προϊστορία (εδώ ο συγγραφέας συνομιλεί σίγουρα με τον Γιόζεφ Ροτ και τον Πιερ Ασουλίν). Και όταν η Σάρα θα χαθεί κάτω από τα ερείπια των Δίδυμων Πύργων, ο Στέφανος, που είναι συγγραφέας, θα σπεύσει, προκειμένου να ξεφύγει από τη φασματική παρουσία της, να επεξεργαστεί τη μορφή της με μυθιστορηματικό τρόπο.
Η Σάρα θα πρωταγωνιστήσει τότε σε μια μελλοντολογική μυθοπλασία και ο Στέφανος θα επιστρέψει κοντά της χρησιμοποιώντας την οδό της εικονικής πραγματικότητας. Το ερωτικό πένθος θα μετατραπεί έτσι ξανά σε μέγα ερωτικό πάθος και θα ταυτιστεί σχεδόν αναπόφευκτα με τη διάχυση και την εδραίωση της μνήμης στο παρόν (παρόμοια μοτίβα ανιχνεύουμε και στα δύο προηγούμενα μυθιστορήματα του Γλυκοφρύδη, τον Επιβάτη και το 10 ώρες δυτικά).
Το ερωτικό πένθος και το ερωτικό πάθος θα συνεχίσουν τη συμπόρευσή τους όταν ο Στέφανος θα ανακαλύψει στο πρόσωπο της Γκρέις (της νεοϋορκέζας αστυνομικού που διερευνά την υπόθεση της φοροδιαφυγής του από την Ελλάδα) ίχνη του προσώπου της Σάρας, καταφέρνοντας μέσα από μια κάθε άλλο παρά νοσηρή διαδικασία να περπατήσει και πάλι με σταθερό βήμα στον κόσμο.
Παρά την ευτυχή κατάληξη, το μήνυμα του Hotel Chelsea δεν είναι ούτε μονοκόμματο ούτε εύκολο. Ο Γλυκοφρύδης, πέραν του ότι έχει δέσει γερά τον καρπό του βιβλίου του, έχει επεξεργαστεί προσεκτικά και τους χαρακτήρες του. Ισως όχι τόσο τη Σάρα, που στέκει κάπως κρύα και προσχηματική, όσο τον Στέφανο και την Γκρέις, που δίνουν με τη ζωντάνια και την αμεσότητά τους όλη την πνοή στην ιστορία του.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ