«Μην ξεχνάς ποιος είσαι. Αυτό είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος. Από την άλλη το ίδιο μοιραίο είναι και να παραθυμάσαι ποιος είσαι γιατί τότε δεν τολμάς να κάνεις τα αναγκαία βήματα να πλησιάσεις μια άλλη κοινωνία και παραμένεις ξένος». Αυτό είναι το μότο που οδήγησε τη ζωή του Θοδωρή Καλλιφατίδη, συγγραφέα, γεννημένου στους Μολάους και από το 1964 μετανάστη στη Σουηδία. Αυτή η διπλή πορεία του συγγραφέα σε Ελλάδα και ξενιτιά καταγράφεται στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Τα περασμένα δεν είναι όνειρο (εκδ. Γαβριηλίδης) σε μια αναμέτρηση με το παρελθόν που αφήνει γλυκόπικρα συναισθήματα.
Ο Θ. Καλλιφατίδης θα ζήσει μια άτακτη εφηβεία, μια πορεία γεμάτη απορίες, για να βρεθεί με μια πάνινη βαλίτσα στον Σταθμό Λαρίσης αποχαιρετώντας τους γονείς του σε ένα ταξίδι προς το άγνωστο, που είχε το εξωτικό όνομα Σουηδία. Ο,τι ήξερε για αυτή τη χώρα ήταν εικόνες από την ταινία του Μπέργκμαν «Η πηγή των Παρθένων» που ένα βράδυ, ύστερα από μια διαδήλωση, μπήκε κυνηγημένος και είδε στο «Αστυ» της οδού Σταδίου. Φθάνοντας στον Κεντρικό Σταθμό της Στοκχόλμης ήξερε να λέει μόνο μία σουηδική λέξη, «Καλημέρα», και αυτή δεν του χρησίμεψε γιατί ήταν έξι το απόγευμα κι έβρεχε. Επρεπε να τα κάνει όλα μόνος του από την αρχή. Να δουλέψει, να μάθει τη γλώσσα, να σπουδάσει, να γίνει αυτό που ονειρευόταν: συγγραφέας.
«Αθεο, σοσιαλιστή και εραστή της λογοτεχνίας», έτσι περιγράφει τον εαυτό του ο συγγραφέας στα εφηβικά του χρόνια. Ερχεται μαζί με τους γονείς του από τους Μολάους στην Αθήνα, για να ζήσει σε ένα καθεστώς ανέχειας για πολλά χρόνια, σε φτωχικά δωμάτια μαζί με άλλους συγγενείς. Ερωτες απέλπιδες και άλλοι πεπερασμένοι, τα πρώτα λογοτεχνικά σκιρτήματα και ο μεγάλος πόθος: να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο. Τα φρονήματα του πατέρα του θα αποτελέσουν εμπόδιο στο να γίνει δεκτός στη Φιλοσοφική. Θα στραφεί στο θέατρο και θα μπει στη σχολή του Κάρολου Κουν μαζί με τον Γιάννη Φέρτη και τον Διαγόρα Χρονόπουλο, που ήταν φίλοι και κοπανατζήδες από το Γυμνάσιο. Δεν θα μπορέσει να γίνει καλός ηθοποιός. Θα ακολουθήσουν ο στρατός και η μεγάλη φυγή.
Η αναδρομή στα περασμένα στοιχειώνεται από τρία προσωπικά ερωτήματα: ποιος είχε καταδώσει τον πατέρα του στους Γερμανούς, τι είχε συμβεί με τον αδελφό του Στέλιο στο χωριό και τι είχε πάθει ο άλλος του, ετεροθαλής, αδελφός στον στρατό. Εκτός από το πρώτο, τα άλλα δύο ερωτήματα θα απαντηθούν σε ιδιαίτερες στιγμές που καταγράφει με ένταση ο συγγραφέας. Γεμάτη γλυκό συναίσθημα είναι η σχέση του συγγραφέα με τους γονείς του, ειδικά με τη μητέρα του, στην οποία αφιερώνει πολλές σελίδες. Στις καταληκτικές σελίδες της αυτοβιογραφίας του ο Θ. Καλλιφατίδης θα βρεθεί για μια τελετή που διοργανώθηκε προς τιμήν του στην πατρίδα του, τους Μολάους. Τελικά όσο και να ήθελε να ξεκόψει, όσο κι αν η πατρίδα τον είχε ξεβράσει στα ξένα, οι ρίζες του παρέμειναν στην Ελλάδα. Ανάμεσα σε ανθρώπους που θυμάται αμυδρά κι άλλους καθόλου, στον τόπο που σημάδεψε τα πρώτα του βήματα θα ξαναβρεί το νήμα για την αρχή της περιπέτειάς του αλλά και το νόημα του τέλους της. Τα περασμένα δεν ήταν όνειρο.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ