Ο Γιώργος Συμπάρδης γεννήθηκε το 1945 και έχει στο ενεργητικό του τρία όλα κι όλα πεζογραφικά βιβλία: τη νουβέλα Μέντιουμ, που δημοσιεύτηκε το 1987, και δύο μυθιστορήματα: τον Αχρηστο Δημήτρη, που κυκλοφόρησε το 1998, μιαν ολόκληρη εντεκαετία μετά τη νουβέλα, και την ανά χείρας Υπόσχεσηγάμου, που χρειάστηκε ακόμη μεγαλύτερο διάστημα (δεκατρία σωστά χρόνια) για να φτάσει στους πάγκους των βιβλιοπωλείων.

Προσηλωμένος τεχνίτης, ο Συμπάρδης εξισορροπεί τους λιγοστούς του τίτλους (αν θεωρήσουμε ότι οι λιγοστοί τίτλοι αποτελούν ζήτημα) με έναν εξαιρετικά πυκνό και μεστό αφηγηματικό λόγο, που προβάλλει τις αντιδράσεις των ηρώων του γυμνωμένες από το οιοδήποτε αισθηματολογικό ένδυμα: σαν ένα στυφό μόνο απόσταγμα τού αδιόρατα σαρακοφαγωμένου βίου τους, που εξαντλείται σε μια συνεχή και μάταιη περιπλάνηση στο τοπίο της πόλης και της καθημερινής της κίνησης. Και αν στο Μέντιουμ η περιπλάνηση συνδέεται σαφώς με το ανεκπλήρωτο, την ερωτική απόκλιση και τη διάψευση, διαμέσου του έρωτα μιας νεαρής γυναίκας από την επαρχία για έναν ομοφυλόφιλο φοιτητή, στον Αχρηστο Δημήτρη οι αδιάκοπες μετακινήσεις των δύο πρωταγωνιστών (ενός λαϊκού γόη και ενός καλλιεργημένου δικηγόρου), στον δεσμό των οποίων εμφιλοχωρεί και πάλι ένα ομοφυλοφιλικό στοιχείο (αυτή τη φορά παντελώς ανεκδήλωτο), εικονογραφούν μια καθημερινότητα αδειασμένη από κάθε νόημα και παραδομένη στους νόμους του περιστασιακού και του τυχαίου.

Το τυχαίο και η φθορά

Το τυχαίο και η προχωρημένη φθο ρά με φόντο έναν κενό περίγυρο, σκιασμένο τώρα από μια φανερή σεξουαλική παραδοξότητα, που δεν έχει την παραμικρή ομοφυλοφιλική χροιά, δίνουν από τις πρώτες σελίδες το «παρών» και στην Υπόσχεση γάμου . Τα πρόσωπα προέρχονται και πάλι από τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα και περιπλανώνται εκ νέου σε ένα εκτεταμένο αστικό πεδίο (από την Κηφισιά και τα Πετράλωνα μέχρι τον Ταύρο, την Καλλιθέα, το Μοσχάτο και το Φάληρο), αλλά υπάγονται αταλάντευτα στους μέσους όρους, εγκαταλείποντας το διακριτικό περιθώριο εντός του οποίου τοποθετεί ο συγγραφέας τους ήρωες του Μέντιουμ και του Αχρηστου Δημήτρη.

Τα νήματα της δράσης στην Υπόσχεση γάμου κρατούν έξι πρόσωπα. Από τη μια είναι η Αλέκα, η Ολγα και η Βιβή, που ανήκουν στο νοσηλευτικό προσωπικό μιας ιατρικής μονάδας των βορείων προαστίων. Από την άλλη είναι η αλαφροΐσκιωτη Ματίνα, όπως και ο Στέλιος και ο Ζαχαρίας, που μοιράζονται το ταξί του πρώτου. Τόσο ο Ζαχαρίας, που εκτελεί και χρέη ασφαλιστή, όσο και οι υπόλοιποι θα αποκαλύψουν βαθμιαία κάτω από τον πέπλο της αδιατάρακτης πραγματικότητας και των τακτοποιημένων οικογενειακών τους δεσμών έναν κόσμο σε έντονο, αν όχι και ανεξέλεγκτο αναβρασμό. Η Αλέκα θα δει τον άνδρα της να τζογάρει επικίνδυνα στο καζίνο και στο Ιnternet, αλλά δεν θα πάψει να τον θέλει και να τον επιθυμεί, η Ολγα θα χωρίσει από τον άνδρα της για να παρασυρθεί αμέσως μετά στο κρεβάτι από τον Στέλιο που είναι πεθερός της, και η Βιβή θα πλαγιάσει με τον καθυστερημένο γιο της φίλης της, για να ερωτευτεί εν συνεχεία σχεδόν παράφορα τον Ζαχαρία, που θα εξαπατήσει τους πάντες με την αθώα (στα όρια της αφέλειας) συμπεριφορά του, χωρίς εντέλει να γίνει απωθητικός για κανέναν: θα εξιτάρει ως εργένης την Αλέκα και την Ολγα, θα ζημιώσει τον Στέλιο, τρακάροντας το ταξί του και ζητώντας του δανεικά, δίχως να κλονίσει τη φιλία του, θα υποσχεθεί γάμο στη Βιβή και δεν θα παρατήσει ποτέ τη γυναίκα του, τη Ματίνα, που θα τον διεκδικήσει από το ημίφως της μέχρι τελικής πτώσεως.

Μέσα από έναν εντελώς αδιακόσμητο και αποδραματοποιημένο ρεαλισμό και βασισμένος σε μια σταθερά κυκλική αφήγηση, που εναλλάσσει τις ιστορίες των προσώπων της με τη μέθοδο της σκυτάλης (εκεί που τελειώνει ένα επεισόδιο από την ιστορία του ενός ξεκινάει μια σκηνή από την ιστορία του άλλου, στο εσωτερικό μιας αδιάσπαστης ροής), ο Συμπάρδης γράφει ένα μυθιστόρημα όχι για το έκκεντρο και το αίολο των εξατομικευμένων πραγμάτων, όπως στον Αχρηστο Δημήτρη, αλλά για την αντινομική σχέση ανάμεσα στο «είναι» και στο «φαίνεσθαι» της μικροαστικής καθημερινότητας: καμία συμφωνημένη τάξη, καμία εξωτερική εικόνα των μέσων όρων δεν είναι σε θέση να πνίξει τη συμπαντική μανία της εσώτερης ύπαρξης, που θα μεταβάλει το καθημερινό της τρίμμα σε ακατάσχετη έκρηξη ζωής, σε ακόρεστο δαίμονα βαθιάς θλίψης, διαπεραστικού πόνου, αλλά και λυτρωτικής ευδίας ή ηδονής.

Ενα σημαντικό μυθιστόρημα χαρακτήρων

Η «Υπόσχεση γάμου» είναι, μαζί με τις άλλες αρετές της, και ένα σημαντικό μυθιστόρημα χαρακτήρων. Πριν και πάνω απ΄ όλους, ο ψοφοδεής και ανερμάτιστος Ζαχαρίας, που από τη μια αδυνατεί να προσαρμοστεί στη δουλειά του και να τηρήσει στοιχειωδώς τις ώρες των ραντεβού του, χάνοντας τον καιρό του με αργόσχολους και υστερόβουλους ηλικιωμένους, και από την άλλη διαθέτει ένα σπάνιο απόθεμα: την ικανότητα να μεταδίδει μια τρομακτική φλόγα στους διπλανούς του, έτοιμη να αναστήσει τον κοιμισμένο ψυχισμό τους ή να απελευθερώσει το βασανισμένο κορμί τους.

Και πλάι στον Ζαχαρία οι γυναίκες του: από τη ριψοκίνδυνη, σχεδόν αυτοκαταστροφική, Βιβή και την τρυφερή και μονίμως τρομαγμένη Ολγα μέχρι την ακατάβλητη ψυχικά και σωματικά Αλέκα, αλλά και τη λυμφατική Ματίνα, που θα μετατρέψει την παράνοιά της σε καμίνι της αγάπης. Και ας μην παραλείψω τον Στέλιο, με τις σκοτεινές του ορμές και με την τέχνη του στο να εκμαυλίζει ή να υποσκάπτει ανενδοίαστα ανθρώπους, ακόμη και αν πρόκειται για τους πιο κοντινούς του. Αλλά η μεγαλύτερη τέχνη είναι του συγγραφέα, που ξέρει πώς να μας οδηγήσει μέχρι τα μύχια των ηρώων του και να μας μαγέψει με το παιχνίδι των αντιφάσεών τους.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ