Σκηνές προσφύγων στην Ανατολική Θράκη,μετά τη Συνθήκη των Μουδανιών (Σεπτέμβριος 1922)

«Mπήκα στη δημοσιογραφία για να γίνω συγγραφέας» είχε πει κάποτε η Οριάνα Φαλάτσι. Δεν ήταν ασφαλώς η πρώτη, και η παγκόσμια λογοτεχνία είναι γεμάτη ανάλογα παραδείγματα. Και από τα χαρακτηριστικότερα, θα λέγαμε, υπήρξε η περίπτωση του Ερνεστ Χέμινγουεϊ. Η έκδοση των αντιπροσωπευτικότερων δημοσιογραφικών του κειμένων δεν πιστοποιεί μόνο τη στενή σχέση ανάμεσα στη δημοσιογραφική και στη λογοτεχνική γραφή, αλλά και αποδεικνύει ότι ένα κατ΄ εξοχήν δημοσιογραφικό είδος (το ρεπορτάζ) μπορεί να διαθέτει λογοτεχνικές αρετές, δηλαδή, κατά τον αφορισμό του Εζρα Πάουντ, να είναι «είδηση που παραμένει είδηση» και αν υπάρχει το αντίστοιχο ταλέντο, να αξιοποιείται στην πεζογραφική αφήγηση κατά τον καλύτερο δυνατόν τρόπο.

Τα κείμενα του τόμου που φέρουν τον τίτλο Με υπογραφή Χέμινγουεϊ γράφτηκαν στη διετία 1920-1922 και δημοσιεύτηκαν στην καναδική εφημερίδα Τoronto Star Weekly. O μελλοντικός κορυφαίος συγγραφέας είχε αρχίσει τη δημοσιογραφική του σταδιοδρομία στα 18 του χρόνια, στην εφημερίδα Τhe Κansas City Star. Ηταν η αρχή της συγγραφικής του περιπέτειας- που συνοδεύτηκε κι από την αντίστοιχη περιπέτεια ζωής- η οποία θα του χάριζε την παγκόσμια φήμη όταν, ώριμος πλέον, θα έδινε τα μεγάλα του έργα Για ποιον χτυπά η καμπάνα, Ο γέρος και η θάλασσα,Αποχαιρετισμός στα όπλα, Θάνατος το απομεσήμερο και μαζί μ΄ αυτά πλήθος αξεπέραστων διηγημάτων.

Τα θέματα που καλύπτει ο Χέμινγουεϊ είναι ευρείας γκάμας: από το πώς ζούσαν οι ρώσοι εμιγκρέδες αριστοκράτες στο Παρίσι και σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις ως τα απεριτίφ, τις πωλήσεις χαλιών, τα σπίτια στον Σηκουάνα και το ψάρεμα. Τα πιο ενδιαφέροντα κείμενα ωστόσο είναι αυτά των τελευταίων 100 σελίδων. Αφε νός επειδή αναφέρονται στη μικρασιατική καταστροφή, στον ξεριζωμό των Ελλήνων από τη Μικρά Ασία, την Ανατολική Θράκη και το κλίμα που επικρατούσε τότε, και αφετέρου διότι σε αυτά ακριβώς διαπιστώνει κανείς πόσο βαθιά επηρέασε το ρεπορτάζ τον κατοπινό πεζογράφο.

Αν δεν ξέραμε πως πρόκειται για δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις, πολλά θα τα χαρακτηρίζαμε μικρά διηγήματα. Πραγματικά, όσοι γνωρίζουν τα διηγήματα του Χέμινγουεϊ- κάποια από τα οποία είναι όντως λακωνικά αριστουργήματα- μπορούν τώρα, διαβάζοντας τις ανταποκρίσεις του, να συμπεράνουν πως η δημοσιογραφική γραφή μετεξελίχθη- κε σε αφηγηματική τεχνική υψηλού επιπέδου και ότι ο Χέμινγουεϊ κατάφερε να προεκτείνει το ρεπορτάζ στο διαχρονικό πεδίο της ανθρώπινης συνθήκης.

Ο ίδιος δεν θεωρούσε τα δημοσιογραφικά του κείμενα συγκρίσιμα με το πεζογραφικό του έργο- και ήταν φυσικό. Η αμεσότητα της εμπειρίας μεταλλάσσεται διαφορετικά στο ρεπορτάζ, που πρέπει να γραφτεί αμέσως μετά το συμβάν, και διαφορετικά στην αφήγηση, η οποία υπακούει στους κανόνες της μυθοπλασίας. Αλλά στον ικανό συγγραφέα η αμεσότητα της εμπειρίας μπορεί να προσδίδει διάρκεια και στα πιο επικαιρικά κείμενα.

Οι σκηνές που περιγράφει από την Ανατολική Θράκη όταν την εγκαταλείπει ο ελληνικός πληθυσμός έχουν μία επιπλέον ιδιαιτερότητα για εμάς. Η φυγή των Ελλήνων από την περιοχή περιγράφεται με τέτοια δύναμη και αποτυπώνεται τόσο ακαριαία που είναι αδύνατον να σε αφήσει ασυγκίνητο. Βαριά κατάθλιψη κυριαρχεί στην τελευταία ανταπόκριση με τίτλο Πρόσφυγες από τη Θράκη, με την οποία κλείνει το βιβλίο. Η κατάθλιψη είναι του ίδιου, όταν στην Αδριανούπολη, την οποία παρουσιάζει σχεδόν σαν μια πόλη-«φάντασμα», περνάει μια άθλια βραδιά σε ένα εξίσου άθλιο ξενοδοχείο γεμάτο ψείρες.

Ο νεαρός ρεπόρτερ συμπαθεί φανερά τους Ελληνες, όχι επειδή είναι οι χαμένοι και οι διωγμένοι, αλλά επειδή, κατά τη γνώμη του, ο ελληνικός στρατός δεν θα είχε ηττηθεί αν δεν τον πρόδιδαν, αν δηλαδή η απομάκρυνση των ικανών βενιζελικών αξιωματικών και η αντικατάστασή τους με «κουραμπιέδες» της βασιλικής Αυλής δεν τον άφηνε ουσιαστικά αδιοίκητο στην πιο κρίσιμη περίοδο του πολέμου της Μικράς Ασίας. Υποστηρίχθηκε- εκ των υστέρων βέβαια- ότι η μικρασιατική εκστρατεία δεν θα είχε αίσια έκβαση για αντικειμενικούς λόγους. Πρόκειται για ζήτημα επί του οποίου οι σύγχρονοι ιστορικοί εκφράζουν διιστάμενες απόψεις. Εν τούτοις, το ότι μιλάει ανοικτά για «προδοσία» ένας συγγραφέας ο οποίος είχε άμεση γνώση των συνθηκών του πολέμου (αφού είχε συμμετάσχει στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και είχε τραυματιστεί σοβαρά, με κίνδυνο να χάσει τη ζωή του) είναι εξαιρετικά σημαντικό.

Το βιβλίο συνοδεύεται από ενδιαφέρουσα εισαγωγή του Ηλία Μαγκλίνη και χρήσιμη εργοβιογραφία του συγγραφέα.

ΞΥΣΤΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ

Ο Ερνεστ Χέμινγουεϊ τον Αύγουστο του 1950, στην Κούβα

Τα ξημερώματα της 2ας Ιουλίου του 1961 ο Ερνεστ Χέμινγουεϊ,ο «Πάπα»,όπως τον αποκαλούσαν η οικογένεια και οι στενοί του φίλοι, κατέβηκε στο υπόγειο του σπιτιού του στο Κέτσαμ του Αϊνταχο, πήρε ένα κυνηγετικό όπλο,ανέβηκε στο ισόγειο,στήριξε το κεφάλι του στην κάννη και τράβηξε τη σκανδάλη.Ηταν 62 ετών,ευκατάστατος,διάσημος σε όλο τον κόσμο και έχοντας γνωρίσει όλες τις τιμές που θα ονειρευόταν κάθε συγγραφέας, περιλαμβανομένης και της μεγαλύτερης, του βραβείου Νομπέλ που του απονεμήθηκε το 1954,το οποίο μάλιστα αποκαλούσε «αυτό το σουηδικό πράγμα».

Τι είχε συμβεί; Γιατί ένας άνθρωπος που έζησε σχεδόν τα πάντα, που ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο, που γνώρισε το σφαγείο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου στον οποίο έλαβε μέρος ως εθελοντής τραυματιοφορέας και πέρασε ξυστά από τον θάνατο,που έζησε τον Ισπανικό Εμφύλιο,πολέμησε και στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο συμμετέχοντας μάλιστα στη μάχη της Νορμανδίας,που γλίτωσε αργότερα παρά τρίχα από αεροπορικό δυστύχημα αποφάσισε να δώσει τέλος στη ζωή του; Ηταν άραγε μοιραίο επειδή ήταν κληρονομικό; (Ας θυμίσω πως πριν από αυτόν είχε αυτοκτονήσει ο πατέρας του και ύστερα από τον ίδιο,η εγγονή του Μαργκό.) Ή μήπως αποτέλεσμα της βαριάς μανιοκατάθλιψης που τον είχε καταλάβει τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του, όταν δεν μπορούσε πλέον να γράψει ούτε αράδα; Οι όποιες ερμηνείες δεν έχουν ίσως νόημα σχεδόν 50 χρόνια μετά τον θάνατό του.Το έργο που άφησε πίσω του ο Χέμινγουεϊ φτάνει για να τον κατατάξει κανείς στους τρεις μεγαλύτερους αμερικανούς πεζογράφους του πρώτου μισού του 20ού αιώνα,μαζί με τον Ντος Πάσος και τον Φόκνερ.Θα τολμούσε μάλιστα να υποστηρίξει ότι συγκριτικά η δική του επίδραση στο ύφος και στη γραφή των μεταπολεμικών συγγραφέων είναι μεγαλύτερη.