Εχει γίνει αντικείμενο εγκωμιαστικών παραλληλισμών: Οστερ, Σάλιντζερ, Τσάντλερ, Μπόρχες… Θεωρείται μετρ του σουρεαλισμού. Στην Ιαπωνία τα βιβλία του έχουν σημειώσει εκατομμύρια πωλήσεις στους αναγνώστες κάτω των 30 ετών. Το τέταρτο μυθιστόρημά του, Νορβηγικό δάσος, έφτασε αμέσως τα 3,5 εκατομμύρια αντίτυπα. Συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πιο πολυδιαβασμένους συγγραφείς του κόσμου – είναι ο πιο πολυδιαβασμένος από τους Ιάπωνες. Οι τολμηροί στοιχηματίζουν για μελλοντικό Νομπέλ Λογοτεχνίας. Ποιος είναι ο 60χρονος Χαρούκι Μουρακάμι, ο οποίος «επανέρχεται» στα ελληνικά γράμματα με τη μετάφραση (από τα αγγλικά) του μυθιστορήματος με τίτλο Σπούτνικ Αγαπημένη (το έβδομο από τα εννιά);


Πειθαρχία Σπαρτιάτη


«Αν αναζητάτε τέχνη ή λογοτεχνία», είχε γράψει στο πρώτο το 1979, «θα κάνατε πολύ καλά να διαβάσετε τους Ελληνες. Για να υπάρξει αληθινή τέχνη, πρέπει οπωσδήποτε να υπάρξει δουλεία. Ετσι ήταν τα πράγματα με τους Αρχαίους Ελληνες. Οι σκλάβοι δούλευαν στα χωράφια, ετοίμαζαν το φαγητό και τραβούσαν τα κουπιά των πλοίων, ενώ οι πολίτες, κάτω από τον μεσογειακό ήλιο, επιδίδονταν σε ποιητικές συνθέσεις ή σε μαθηματικά προβλήματα».


Ο Χαρούκι Μουρακάμι λειτουργεί σαν σύγχρονος Σπαρτιάτης. Σηκώνεται στις πέντε το πρωί και γράφει για πέντε ώρες. Βάζει την αθλητική του στολή και κάνει τζόκινγκ για αρκετή ώρα στους δρόμους και στα πάρκα του Αογιάμα, ένα μεγαλοαστικό προάστιο έξω από το Τόκιο όπου κατοικεί τα τελευταία δεκατρία χρόνια. Το καθημερινό τρέξιμο είναι μέρος της προπονήσεώς του: εδώ και 25 χρόνια είναι μαραθωνοδρόμος. Αλλά ο Μουρακάμι δεν είναι σαν τον Γιούκιο Μισίμα, παθιασμένος θαυμαστής των ανδρικών μυών, νοσταλγός των σαμουράι. Θεωρεί τη γραφή θέμα εξάσκησης και όχι απλώς θείο δώρο. «Χρειάζομαι τη δύναμη της συγκέντρωσης. Για αυτό τρέχω». Στις εννιά, επιστρέφει στο γραφείο του. Ακόμα και όταν δεν μπορεί να μετουσιώσει καμιά σκέψη του σε λέξεις με το πληκτρολόγιό του, κάθεται ακίνητος μπροστά στο λάπτοπ και αφήνει τη φαντασία του να καλπάσει. Και αυτό πρόοδος είναι.


Το πνεύμα που μεταφέρει ο Μουρακάμι στο γραπτό του δεν θυμίζει τίποτα από τη σκληρή, κλειστή πειθαρχία της Ιαπωνίας. Οι ήρωές του (στο Σπούτνικ Αγαπημένη, αλλά και στα υπόλοιπα μυθιστορήματά του) πίνουν εσπρέσο, ακούν κλασική μουσική, λατρεύουν τον Κέρουακ, καπνίζουν μανιωδώς Μάρλμπορο, οδηγούν Τζάγκουαρ, φορούν ιταλικά ρούχα, δοκιμάζουν Μεντόκ 1986, βλέπουν Γκοντάρ, αναφέρονται στον Ιωσήφ Στάλιν, στον Πούσκιν και στον Γκράουτσο Μαρξ. Δεν προβάλλουν τίποτα το γιαπωνέζικο, πέρα από την καταγωγή και το όνομά τους. Αλλά σε μια παγκοσμιοποιημένη πραγματικότητα, γιατί πρέπει να έχουν τοπικιστικά χαρακτηριστικά; Εξάλλου, αυτή η «κουλ» γραφή του Μουρακάμι (για την οποία τόσο έχει υμνηθεί), είναι ύφος που ταιριάζει απόλυτα με την ιαπωνική ψυχοσύνθεση, η οποία δεν εκφράζεται ποτέ με περισσό πάθος. Θυμίζει Μάιλς Ντέιβις: η έντασή του είναι υπόγεια.


Ο Μουρακάμι μεγάλωσε σε περιβάλλον υψηλής πνευματικής στάθμης: ο παππούς του ήταν βουδιστής ιερέας, ο πατέρας και η μητέρα του καθηγητές ιαπωνικής λογοτεχνίας. Εκείνος όμως είχε αποφασίσει από νωρίς με ποιο στρατόπεδο να ταχτεί. «Μισούσα την ιαπωνική λογοτεχνία. Αρχισα να διαβάζω τους ευρωπαίους συγγραφείς του 19ου αιώνα – Τσέχοφ, Ντοστογιέφσκι, Φλομπέρ, Ντίκενς. Ηταν οι αγαπημένοι μου. Υστερα έπιασα τα αμερικανικά χαρτόδετα. Σφιχτές ντετεκτιβικές ιστορίες. Επιστημονική φαντασία. Κουρτ Βόνεγκατ, Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν, Τρούμαν Καπότε. Ηταν μια άλλη εμπειρία: Ηταν σαν να άνοιγε η πύλη προς έναν άλλο κόσμο. Και φυσικά, από παιδί, είχα αποκτήσει ένα μικρό τρανζίστορ. Ολα αυτά έγιναν μέρος της ζωής μου». Στα 14 του χρόνια βίωσε άλλη μια δυνατή συγκίνηση παρακολουθώντας τον Αρτ Μπλέικι σε συναυλία στο Τόκιο. «Η τζαζ από τότε δεν με έχει αφήσει ούτε μία μέρα».


Αυτές οι νεανικές εμπειρίες μετασχηματίστηκαν στα βιβλία του Μουρακάμι και στο στιλ που τον έχει καταστήσει τόσο διάσημο. Αλλά άργησε να αποδεχτεί ότι η βαθύτερη κλίση του ήταν η γραφή. Το 1971, αφού παντρεύτηκε τη συμφοιτήτριά του στο πανεπιστήμιο του Τόκιο, Γιόκο (με την οποία είναι πάντα μαζί), παράτησε τις σπουδές και άνοιξε μαζί της το τζαζ μπαρ «Peter Cat», με ζωντανή μουσική. Ηταν 22 ετών. Εν τω μεταξύ πήρε και το πτυχίο του. Αλλά το 1978, σε έναν αγώνα μπέιζμπολ στο στάδιο Μέτζι Τζίνγκου, όλα άλλαξαν. Την ώρα που είδε τον Αμερικανό Ντέιβ Χίλτον να σκοράρει… «απλά ένιωσα ότι μπορούσα να γράψω». Παράξενο μεταφυσικό συναίσθημα. Αλλά με τους λογοτέχνες ποτέ δεν είναι απλά τα πράγματα. Γύρισε σπίτι, πήρε μολύβι και χαρτί και έξι μήνες μετά είχε ολοκληρώσει το πρώτο του μυθιστόρημα. Επειτα από μια συλλογή διηγημάτων και το δεύτερο μυθιστόρημά του, έβαλε λουκέτο στο «Peter Cat» και αποφάσισε να στραφεί στον υγιεινό τρόπο ζωής. Λαχανικά του κήπου, σκληρή άθληση, πρωινό ξύπνημα…


Με το Νορβηγικό Δάσος έγινε το ποπ σταρ ίνδαλμα των εφήβων, που οι εφημερίδες ονόμασαν «φυλή της Νορβηγίας». Η γιγάντωση της φήμης του Μουρακάμι, το 1986, έσπρωξε το ζεύγος να μετοικήσει στη Μεσόγειο, στα ελληνικά νησιά, στο Παλέρμο και στη Ρώμη. Υστερα μεταφέρθηκαν στην Αμερική, όπου ο Μουρακάμι δίδαξε ως επισκέπτης καθηγητής στα Πανεπιστήμια Princeton και Tufts. Επέστρεψαν στο Τόκιο (σε ένα μεγαλοαστικό προάστιο) μετά τον σεισμό του 1995, που αφάνισε 5.000 ανθρώπους.


Νεανική άβυσσος


Ολο το υπαρξιακό αδιέξοδο του σύγχρονου κόσμου μετουσιώνεται έτσι στα βιβλία του – είναι η αντανάκλαση της τριβής του συγγραφέα με τον πολιτισμό της χριστιανικής Δύσης και του καπιταλισμού. Οι ήρωες του Χαρούκι Μουρακάμι είναι νέοι που ψάχνουν να βρουν τον εαυτό τους, χάνονται στο απόλυτο συναισθηματικό κενό και στην απόγνωση: «Καταλαβαίνω τι θες να πεις όταν λες ότι η θέση μου είναι επισφαλής. Μερικές φορές νιώθω τόσο, δεν ξέρω, μόνη. Είναι η αίσθηση που έχει κανείς όταν του αφαιρούν βίαια όλα τα πράγματα που έχει συνηθίσει μέχρι τότε. Σαν να μην υπάρχει βαρύτητα και να πλέω στο άπειρο Διάστημα. Χωρίς να έχω την πραγματική ιδέα προς τα πού κινούμαι» λέει η φοιτήτρια Σουμίρε στο Σπούτνικ Αγαπημένη. Οι άνθρωποι είναι σαν διάττοντες αστέρες. Διαγράφουν τη δική τους μοναχική τροχιά, μοιραία έλκονται ο ένας από τον άλλον, δίχως να έρχονται σε επαφή, συναντιούνται στιγμιαία σε μια έκλειψη και μετά χάνονται πάλι, ίσως για πάντα. Δικαίως οι «New York Times» παραλλήλισαν το Σπούτνικ Αγαπημένη με την κινηματογραφική «Περιπέτεια» του Αντονιόνι. Και εδώ δημιουργείται ένα τρίγωνο που ανά πάσα στιγμή νιώθεις ότι θα σπάσει. Ο αφηγητής με το ελλειπτικό όνομα Κ. είναι ερωτευμένος με την ουτοπική 22χρονη Σουμίρε. Εκείνη όμως ποθεί την αινιγματική Μίου, κατά 17 χρόνια μεγαλύτερή της. «Δεν κάνω λάθος. Ο πάγος είναι κρύος, τα τριαντάφυλλα κόκκινα. Είμαι ερωτευμένη. Και αυτός ο έρωτας κάπου ετοιμάζεται να με οδηγήσει. Το ρεύμα είναι ακατανίκητο. Δεν έχω καμία επιλογή (…) Πρέπει να ακολουθήσω το ρεύμα. Ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να καώ και να χαθώ για πάντα».


Σουρεαλιστική αμφισημία


Κάποια στιγμή, όταν οι δύο γυναίκες παραθερίζουν σε ένα ελληνικό νησί κοντά στη Ρόδο, η Σουμίρε εξαφανίζεται σαν καπνός. Ο Κ. θα σπεύσει στο νησί και θα ενώσει τις δυνάμεις του με τη Μίου, σε μια απεγνωσμένη αναζήτηση ενός φαντάσματος. Οι ήρωές του εισέρχονται σε ένα είδος ύπνωσης ή ονείρου, σε μια γριφώδη συνθήκη όπου ενώ τα πάντα μοιάζουν οικεία και πραγματικά, είναι ταυτοχρόνως και εντελώς ανοίκεια ή φανταστικά. Για τον αναγνώστη, η αίσθηση της τρομακτικής αβεβαιότητας (όνειρο ή πραγματικότητα;) οξύνεται, αφού παρακολουθεί έναν κεντρικό ήρωα μέτριο σε όλα του: «Μελαγχόλησα. Ενιωθα σαν έναν ασήμαντο ζουζούνι γαντζωμένο χωρίς κανένα λόγο ψηλά σ’ έναν πέτρινο τοίχο μια νύχτα με αέρα, χωρίς σχέδια, χωρίς απόψεις. Η Σουμίρε έλεγε ότι της έλειπα. Ομως είχε τη Μίου δίπλα της. Εγώ δεν είχα κανέναν. Το μόνο που είχα ήταν… ο εαυτός μου. Οπως πάντα». Αυτός ο ανθρωπάκος έχει παραισθήσεις;


Εδώ ο Μουρακάμι ακολουθεί τα χνάρια του ιδιοφυούς Μπουνιουέλ. Δεν φοβάται μήπως με αυτή τη σουρεαλιστική τεχνική, που κλείνει το μάτι στον Φρόιντ, θεωρηθεί παρωχημένος. Τον ενδιαφέρει πάνω από όλα η αμείλικτη υφή των ονείρων. Οπως εξήγησε σε μια διάλεξή του στο Πανεπιστήμιο του Princeton: «Δεν αναλύεις ένα όνειρο. Απλά το διαπερνάς. Ενα όνειρο άλλοτε σε ανακουφίζει, άλλοτε σε στρεσάρει. Η αφήγηση είναι το ίδιο πράγμα – απλά σε απορροφάει. Ο συγγραφέας ονειρεύεται ξύπνιος». Στο τέλος πρέπει εσύ, ο αφηγητής, να αποφασίσεις εάν βίωσες μαζί με τον ήρωα-αφηγητή την πραγματικότητα ή το όνειρο.